Νά ἐμφυσήσεις στήν ψυχή σου τήν θεία ἀγάπη Του Χριστοῦ. Μήν περιμένεις νά πάψουν οἱ δοκιμασίες πού αὐτός (ὁ πονηρός) μηχανεύεται εἰς βάρος σου

Δεν θα ζήσουμε, ψυχή μου, τον χρόνο της παρούσης ζωής μας μέσα στην οκνηρία, την απραγία και την ανοησία, σαν άπειρα νήπια, θεωρώντας ότι είναι αρκετή για την σωτηρία μας η παραμονή μας σε αυτόν τον τόπο, τον απρόσιτο στις γυναίκες και τους κοσμικούς ανθρώπους, γιατί έτσι θα μείνουμε στην πλάνη. Διότι και στα αρχαία χρόνια στους Ισραηλίτες, που με την βοήθεια του Υψίστου και με την καθοδήγηση του Μωυσή έφυγαν από την Αίγυπτο και τον Φαραώ, δεν ήταν αρκετό για την ευσέβεια τους το γεγονός ότι πέρασαν σαράντα χρόνια σε τόπο απρόσιτο, δηλαδή στην έρημο, επειδή ακριβώς δεν διατήρησαν την σοφή πίστη στον Θεό, που τους έσωσε από αναρίθμητες δυσκολίες…
Δεν αρκούν τα άθλια αυτά κουρέλια, ψυχή μου, για να ευχαριστήσουμε τον Κύριο των πάντων. Με ένα από αυτά, την διαμονή στην έρημο, επιτυγχάνεται η απόλυτη σιωπή και με το άλλο η απόλυτη ταπείνωση.Εάν όμως και στο πρώτο και στο δεύτερο κάποιος περιβάλλεται με δόξα και κοσμικές μέριμνες, αυτός δεν διαφέρει σε τίποτε από τον σκύλο που επιστρέφει στα ξεράσματά του, κατά τον λόγο του μεγαλυτέρου των αποστόλων. Αυτά τα μαύρα κουρέλια, ψυχή μου, αποτελούν την εικόνα του θρήνου και της νεκρώσεως, η οποία αφορά εμάς που επιλέξαμε να θεωρούμε τον εαυτό μας πάντοτε νεκρωμένο εκουσίως για την παρούσα ζωή. Η νέκρωση αυτή συνίσταται στο να μισούμε πάντοτε ολόψυχα κάθε σαρκική ηδονή και κάθε επίγεια δόξα και να ζούμε αφιλοκερδώς και όσια, αποκτώντας τα αναγκαία από την δουλειά μας και θεωρώντας την ένδεια ως μεγάλο πλούτο.
Αν όμως και πάλι ανόητα περιβάλλουμε τον εαυτό μας με απληστία, δόξα, οινοποσία, γέλια, με τα οποία συνήθως ενώνεται κάθε άνομη επιθυμία, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα παραδοθούμε στα απόλυτα βάσανα, επειδή ακριβώς ψευδόμαστε εκούσια και συνειδητά, αντίθετα προς τους όρκους που δώσαμε. Τί μπορεί να είναι χειρότερο από αυτό; Καλύτερα, λέγει η σοφία του Θεού, να μην υποσχεθούμε και να εκτελέσουμε, παρά να υποσχεθούμε και να ψευσθούμε. Και ο θείος ψαλμωδός διαλαλεί: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος».
Ο Χριστός, ψυχή μου, δεν ευχαριστείται με την αλλαγή του τόπου και της αμφιέσεως, όπως είπαμε προηγουμένως, αλλά με την καθαρότητα της ζωής και την απόκτηση διαφόρων αρετών, που στηρίζονται στην τελεία πίστη. Και, όπως με την βοήθεια της χάριτος του Θεού ξέφυγες από τα δίχτυα της νοερής Αιγύπτου, δηλαδή αυτού του κόσμου, έτσι προσπάθησε με όλη την δύναμή σου, κάτω από την προστασία της πίστης και με τον φόβο του Θεού, να ξεφύγεις από τον διάβολο, που σε κυριεύει και πάντοτε επιτίθεται εναντίον σου με δύναμη και μένος. Και μη σταματάς να τρέχεις για να γλυτώσεις από αυτόν, μέχρις ότου δεις να τον πνίγει η ισχυρή δεξιά του Υψίστου μέσα στην άβυσσο της φωτιάς μαζί με όλα τα άρματα και τους δυνατούς οπλοφόρους του.
Τότε θα δεις τον εαυτό σου να τον σκεπάζει η θεία νεφέλη του Παρακλήτου, ο οποίος δροσίζει την φλόγα που προκαλούν μέσα σου οι ασώματοι εχθροί με τις φλογερές σκέψεις των απαίσιων επιθυμιών. Θα σε οδηγήσει προς την γη της Επαγγελίας όχι το πυρ αλλά η καθαρότητα του ζώντος φωτός. Η γη της Επαγγελίας δεν είναι εκείνη που μοίρασε στους Ισραηλίτες ο Ιησούς του Ναυή, αλλά αυτή που υποσχέθηκε ο πρωτότοκος όλων των ζώντων ο «ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων», ο οποίος γεννήθηκε από την πανάχραντη και Παναγία Παρθένο, ο Χριστός Ιησούς, ο οποίος πρώτος εισήλθε εκεί, αφού νίκησε τον θάνατο.
Να είσαι πάντοτε σε εγρήγορση, ψυχή μου, επειδή ο νοερός Φαραώ που σε κυνηγά δεν παύει να εφευρίσκει κακό εναντίον σου. Μην περιμένεις, αγαπημένη μου ψυχή, να πάψουν οι δοκιμασίες που αυτός μηχανεύεται εις βάρος σου. Επειδή από την φύση του είναι φθονερός και θρασύς, η οργή του δεν υποχωρεί ποτέ, αλλά πάντοτε προσπαθεί να σε ρίξει στο πυρ των βασάνων. Επίσης μην τον εμπιστεύεσαι, όταν υποχωρεί, επειδή τότε ακριβώς προσπαθεί με ξεχωριστή πονηριά να σε αρπάξει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτός ο κάκιστος προσπαθεί να σε υποτάξει, οδηγώντας σε μακριά από την συνεχή και σταθερή νήψη σου, για να σε βρει οκνηρή και να σε πετύχει με ένα από τα πολλά ψυχοφθόρα βέλη του, ή με την ολέθρια υπερηφάνεια, να σε βγάλει από τον δρόμο που οδηγεί σε μεγαλύτερες αρετές. Επειδή είναι νους πολύ έμπειρος στην εξεύρεση του κακού, ξέρει τί όφελος έχουμε, όταν είμαστε νηφάλιοι, παρά τις δυστυχίες που μας επιφέρει, αφού είμαστε προστατευμένοι από την Χάρη του Θεού.
Επειδή, όταν είμαστε νηφάλιοι, οι δυστυχίες που μας δίνει μπορούν να γίνουν για εμάς αιτία μεγάλων επαίνων, όπως η πάλη με έναν δυνατό αντίπαλο παρέχει στον έμπειρο παλαιστή την δυνατότητα να λάβει μεγάλους επαίνους. Μπορείς με την βοήθεια του Σωτήρος σου να ξεφύγεις από τα χέρια του ολέθριου Φαραώ και να περάσεις τα βάθη των φλογερών παθών της Ερυθράς Θαλάσσης διά ξηράς και όχι διά θαλάσσης, όπως μυστικώς μας διδάσκει ο θεόπνευστος λόγος. Αν λοιπόν περάσεις μέσα στην πτώχεια και την ένδεια, και μάλιστα με τα πόδια και όχι επάνω στο άλογο, δηλαδή συνειδητοποιώντας πάντοτε στις σκέψεις σου την ταπεινότητα και την μεγάλη αναξιότητά σου, τότε θα εγκατασταθείς στο Σινά, μέσα στην έρημο, δηλαδή θα φθάσεις την ιερά οικία της απάθειας, που ευφραίνει το Άγιο Πνεύμα.
Να προσέχεις, ακόλαστη, να μην πέσεις και εσύ σε κάποιο μανιώδες πάθος, όπως οι αχάριστοι άνθρωποι. Να μην παραδοθείς στην λαιμαργία, την οινοποσία και τους χορούς, για να μην θεωρήσεις την κοιλιά σου σαν το πιο ακριβό και το πιο ιερό πράγμα, και να μην την προσκυνήσεις, όπως προσκύνησαν τον μόσχο, και χάσεις τα μέλλοντα αγαθά, όπως εκείνοι πού έχασαν την γη της επαγγελίας. Έτσι δεν θα παραδοθείς σε ατελείωτα βάσανα, από τα οποία θα υποφέρεις χειρότερα από όλους, που ζούσαν πριν από τον νόμο.
Αν όμως πράγματι αγαπάς τον Χριστό, τον Βασιλέα σου, που υπέμεινε για χάρη σου σταυρικό θάνατο, τότε προσπάθησε με όλη την δύναμή σου να εμφυσήσεις στην ψυχή σου την θεία αγάπη Του.
Αυτό θα το πετύχεις, μόνο αν ελέγξεις αρκετά όλες τις επιθυμίες σου. Και θα τις ελέγξεις, μόνο αν εμφυσήσεις στην καρδιά σου τον φόβο του Θεού. Και αυτόν τον φόβο θα τον αποκτήσεις, αν διώξεις από τον εαυτό σου κάθε αμφιβολία, αλλά και επιθυμία να φαίνεσαι σοφή, και αν ακολουθήσεις ως άκακο παιδί τον Κύριό σου τηρώντας τις εντολές Του.
Όπως η αγάπη είναι η εκτέλεση όλου του νόμου, έτσι και η πίστη είναι το θεμέλιο όλων ανεξαιρέτως των αρετών. Από την πίστη γεννιέται ο φόβος, και από αυτόν η τήρηση των εντολών, διά της οποίας ο νους πληρούται από τον θείο έρωτα. Αφού αξιωθείς αυτά, να σκέπτεσαι ταπεινά θεωρώντας τον εαυτό σου σκόνη, για να απολαμβάνεις πάντοτε τις θειες ευλογίες.
Αγίου Μαξίμου του Γραικού

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό…

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό… (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.

alexandropoulos2Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια «καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;
– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»

σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»

alexandropoulos3

Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»

Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό
!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτειάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».

alexandropoulos4

 

 

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

 

 

 

Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα

Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
«Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες» όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα

Στο Πριγκιπάτο της Μόσχας στα 1518 μ.Χ. –μόλις 65 χρόνια μετά την Άλωση της Κων/λης- καταφθάνει ο Μάξιμος, ο επονομαζόμενος ο Γραικός, μοναχός και λόγιος απ’ το Άγιο Όρος, προσκεκλημένος απ’ τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! για να επιβλέψει τη διόρθωση των ιερών εκκλησιαστικών βιβλίων των Ρώσων.
Tην προσωπικότητα του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556) επιλέγει ο συγγραφέας Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008) να ιστορήσει, διότι κατά την προσωπική μου γνώμη, αισθάνεται πολύ αλληλέγγυος μαζί της, αν και τους χωρίζουν σχεδόν 500 χρόνια. Είναι κι οι δυο Έλληνες που βρέθηκαν –για διάφορους λόγους ο καθένας- να ζουν στη μακρινή Μόσχα για πάρα πολλά χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής τους και ν’ ασχολούνται κι οι δυο με τα Γράμματα. Ο Μάξιμος μεταφράζοντας ελληνικά κείμενα στα ρώσικα και γράφοντας πλήθος επιστολών ενώ ο συγγραφέας Μ. Αλεξανδρόπουλος μεταφράζοντας κι ερμηνεύοντας τη ρώσικη λογοτεχνία[2] στα ελληνικά γράφοντας διάφορες μελέτες, όταν βρέθηκε -μετά τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940- ως πολιτικός πρόσφυγας[3] στη Ρωσία, εργαζόμενος στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο[4] της Μόσχας. Και για τους δυο είχε απαγορευτεί η επιστροφή στην πατρίδα για πολλά χρόνια, μόνο που ο Μ. Αλεξανδρόπουλος πρόφτασε να επιστρέψει   και να πεθάνει  στην  Ελλάδα, ενώ  ο   Μάξιμος πέθανε στην ξενιτιά με τη νοσταλγία της πατρίδας του να τον κατατρύχει.    Βέβαια ο στόχος του συγγραφέα –όπως δηλώνεται στο Σημείωμα της Α! έκδοσης του έργου στα ρώσικα- δεν περιορίζεται στη μυθιστορηματική βιογραφία του Μάξιμου Γραικού αλλά φιλοδοξεί να ζωντανέψει «τον άνθρωπο και την εποχή του […] και συγκεκριμένα το δημιουργικό πυρετό που ζούσε τότε η Ρωσία […] που η παλιά τάξη αποσυρόταν απ’ το ιστορικό προσκήνιο και στη θέση της ερχόταν ένας καινούργιος κόσμος». Αυτά που εξιστορούνται στο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου, του Γραικού»  αποτελούν κεφάλαια της ρώσικης ιστορίας, αναφέρει ο συγγραφέας, αλλά σχετίζονται και με την ελληνική ιστορία, αφού ο Μάξιμος, ως φορέας του ελληνικού ορθόδοξου πνεύματος, μεταλαμπαδιάζει αυτό στο νεοσύστατο τότε εθνικό κράτος της Μοσχοβίας.
Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, ένα άλλο κοινό σημείο του Μάξιμου και του συγγραφέα θα μπορούσε να είναι ότι κι δυο βίωσαν στη Μόσχα ένα διαφορετικό μετασχηματισμό της ρωσικής κοινωνίας και του κράτους. Η στημένη δίκη του Μάξιμου ίσως θύμιζε στον Αλεξανδρόπουλο τις στημένες δίκες επί Στάλιν, χάριν του Σοβιετικού μετασχηματισμού της ρωσικής κοινωνίας. Πως λοιπόν να μη συγκινηθεί ο συγγραφέας απ’ τη σεβάσμια μορφή του Μάξιμου, που όπως κι αυτός, βρέθηκαν  κι δυο μέσα στη δίνη των ιστορικών-πολιτικών γεγονότων της εποχής τους, τα οποία σημάδεψαν τη ζωή τους;

Το Βυζάντιο λοιπόν στα πλαίσια της βυζαντινής διπλωματίας του, είχε ήδη εκχριστιανίσει τα ρωσικά φύλα απ’ την εποχή της εμφάνισης τους στην περιοχή του Κιέβου, κατά τον 9ο και 10ο αιώνα μ.Χ. επί ηγεμονίας της Όλγας πρώτα και του Βλαδίμηρου αργότερα, ο οποίος γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είχε νυμφευτεί τη βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β!Βουλγαροκτόνου. Μετά την ίδρυση της Μόσχας (1156 μ.Χ.) και την πτώση της Κων/λης (1453 μ.Χ.) εμφανίζεται η θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης δηλ. ως της μόνης και τελευταίας πρωτεύουσας του χριστιανισμού. Με την πολιτικοθρησκευτική αυτή θεωρία το ισχυρό τώρα πια ρωσικό κράτος της Μόσχας προσπαθεί να παρουσιαστεί ως συνεχιστής της Βυζαντινής κληρονομιάς και να επιβληθεί στους άλλους χριστιανικούς λαούς. Έχει ανάγκη λοιπόν να μεταφραστούν στη ρώσικη γλώσσα πολλά ιερά βιβλία των πατέρων της Εκκλησίας και να διευκρινιστούν τα ασαφή σημεία των κειμένων τους. Ζητούν λοιπόν απ’ την ξακουστή μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους έναν ικανό μοναχό να επιβλέψει το έργο αυτό.

Τελικά στέλνεται ο Μάξιμος, κατά κόσμο Μιχαήλ Τριβώλης, που είχε γεννηθεί στην Άρτα, γύρω στα 1470. Ο Μάξιμος, αφού σπούδασε στην Κέρκυρα και Ιταλία, εργάστηκε στις ιταλικές πόλεις τον καιρό της Αναγέννησης μεταφράζοντας αρχαία χειρόγραφα και τυπώνοντας εκεί τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, πολύγλωσσος, πνεύμα ανήσυχο, γοητεύεται από τον Ιερώνυμο Σαβαναρόλα[1] εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ενδύεται το μοναχικό σχήμα και μονάζει σ’ ένα μοναστήρι καθολικών. Απογοητεύεται όμως, ξαναφορά το λαϊκό ένδυμα αλλά τον επόμενο χρόνο ενδύεται ξανά το μοναχικό σχήμα κι αποφασίζει να μονάσει οριστικά στην ορθόδοξη μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, αναζητώντας εκεί τη βαθύτερη αλήθεια που θα έδινε νόημα στη ζωή του. Η μοίρα όμως θέλησε να ζήσει στη Ρωσία, τα τελευταία 40 χρόνια της ζωής του, στην αρχή ως τιμώμενο πρόσωπο αλλά αργότερα ως διωκόμενο από τη θρησκευτική και κοσμική εξουσία.

Ο Μάξιμος ο Γραικός λοιπόν φθάνει στη Μόσχα το 1518 κι αφού έμαθε σύντομα τα ρώσικα, εργάζεται επικεφαλής μιας ομάδας αντιγραφέων και βάζει σε σειρά και τάξη τα ρώσικα βιβλία. (σ.101) Οι Ρώσοι αναγνωρίζουν ότι δεν είχαν συνείδηση, μέχρι τότε, του θησαυρού των βιβλίων που είχαν. Ο Μάξιμος συντάσσει καταλόγους όλων των συγγραμμάτων τους για να γνωρίζουν, ποια είναι μεταφρασμένα απ’ τα γραίκικα, ποια απ’ τα λατινικά, ποια απ’ τα σέρβικα και βουλγάρικα και ποια έργα πρέπει να αποχτήσουν ακόμα. Διευκρινίζει ότι τα σφάλματα που περιείχαν τα ιερά τους βιβλία οφείλονταν ή στους μεταφραστές που δεν γνώριζαν καλά τη γλώσσα που μετάφραζαν ή σε κάποιους άλλους που νόθευσαν εκ των υστέρων τα ιερά βιβλία με κανόνες ψεύτικους για να δικαιολογήσουν την αρπακτική διάθεση των μοναστηριών που θησαύριζαν αρπάζοντας τα κτήματα των φτωχών ή προσφέροντας εκδούλευση στους μπογιάρους (φεουδάρχες) για να τα χαρίσουν στις μονές. Ο Μάξιμος ο Γραικός αποκαλύπτοντας τα λάθη αυτά έρχεται σε σύγκρουση με το εκκλησιαστικό κατεστημένο, το οποίο κατέχει μεγάλα κτήματα, δάση κι ολόκληρα χωριά.

Ο πρίγκιπας Βασίλειος Γ! στην αρχή τηρεί στάση ουδετερότητας, διότι επιθυμεί να πάρει απ’ τα μοναστήρια κτήματα και να τα μοιράσει στους στρατιώτες του, που πολεμούν για να μεγαλώσουν τα σύνορα του κράτους και να δοξάσουν τη χώρα του. Αργότερα όμως αλλάζει γνώμη, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το πρόβλημα διαδοχής του, αφού η επί 26 χρόνια σύζυγος του, Σολομονίδα, δεν του είχε χαρίσει κανένα τέκνο. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του αποφασίζει τελικά να κλειστεί η Σολομονίδα «με τη θέληση της» σε μοναστήρι κι αυτός να νυμφευτεί την Ελένη Γκλίνσκι! Ο Μάξιμος κι ο μητροπολίτης Μόσχας διαφωνούν με την παρατυπία του γάμου, ο Βασίλειος Γ! εκλέγει νέο μητροπολίτη Μόσχας, τον Δανιήλ, χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κων/λης, όπως απαιτούσε το εθιμοτυπικό. Ο Δανιήλ με ασήμαντες αφορμές διαβάλλει το Μάξιμο στα μάτια πολλών και τελικά με τη σύμφωνη γνώμη του Βασιλείου, τον παραπέμπει σε δίκη το 1525 και σε δεύτερη δίκη το 1531! Το κατηγορητήριο το συντάσσει ο ίδιος ο Δανιήλ κατηγορώντας το Μάξιμο για ηθελημένες παρερμηνείες των ιερών κειμένων, για μάγια και για συνεννόηση με Γραικούς που ασκούσαν φιλοτουρκική πολιτική κατά των συμφερόντων του ρωσικού κράτους (σελ.251-255). Η απολογία του Μάξιμου(σελ.256-263) αποστομώνει ηθικά και πολιτικά τους διώκτες του αλλά η απόφαση είχε ήδη παρθεί, πριν τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο Μάξιμος φυλακίζεται ισόβια, να ζει έγκλειστος σε διάφορες μονές και βασανίζεται φρικτά. Εντύπωση προκαλεί ο εγκλεισμός του μέσα σε πηγάδι, όπου του έριχναν ζεματιστό νερό, από πάνω ή το γέμιζαν με καπνούς καίγοντας άχυρα και σβουνιές πάνω στο στόμιο του! Ο Μάξιμος μέσα από τη φυλακή γράφει πλήθος επιστολών και νουθεσιών, οι οποίες κυκλοφορούν παράνομα στον έξω κόσμο βρίσκοντας απήχηση στον κατώτερο κλήρο και στο ρώσικο λαό. Ο συγγραφέας αφιερώνει την ενότητα «Ασμάτιο υμνητικό» στο έκτο δάκτυλο δηλ. στην πένα του Μάξιμου, στο πάθος του να γράφει, το οποίο τον βοήθησε να αντισταθεί στο διωγμό που υπέστη για 30 περίπου χρόνια! Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια ο πρίγκιπας Βασίλειος Γ! πεθαίνει στα 1533, η Ελένη Γκλίνσκι δηλητηριάζεται, ο Δανιήλ πεθαίνει, νέα πρόσωπα έρχονται στην εξουσία που με τις έριδες τους ταλανίζουν το Πριγκιπάτο, η ιστορία του Μάξιμου ξεχνιέται, ώσπου ο 17χρονος Ιβάν Δ!, ο γιος του Βασιλείου Γ! και της Ελένης Γκλίνσκι, ανακηρύσσεται Τσάρος, Πασών των Ρωσιών, ο πρώτος που έλαβε τον τίτλο του τσάρου στη ρωσική ιστορία!

Ο Ιβάν Δ! ο επονομαζόμενος Τρομερός, έχει πολλά σχέδια για την αναμόρφωση της Ρωσίας, μεταξύ των οποίων και την αγιοποίηση ορισμένων ηθικών προσωπικοτήτων για να αποκτήσει η Ρωσική εκκλησία μεγαλύτερη αίγλη ανάμεσα στον χριστιανικό κόσμο! Έτσι ο Μάξιμος στα τελευταία χρόνια της ζωής του αποκαθίσταται, επανακτά την ελευθερία του, όχι όμως και το ποθητό δικαίωμα του να γυρίσει στην πατρίδα του, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ίδιου αλλά και του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον Ιβάν Δ! Η εξουσία φοβάται μη τυχόν ο Μάξιμος δυσφημίσει τη χώρα στο εξωτερικό, διότι ήξερε πολλά και βίωσε πολλά κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στη Ρωσία. Έτσι ο Μάξιμος παραμένει χωρίς τη θέληση του σ’ αυτή τη μακρινή χώρα και μετά το θανατό του ανακηρύσσεται  Άγιος για να πλουτίσει το πάνθεον των Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας!

Από τιμώμενο πρόσωπο…διωκόμενο κι από διωκόμενο…Άγιος, χάριν των πολιτικών σκοπιμοτήτων! Έτσι η εξουσία μεταχειρίζεται τις ηθικές και πνευματικές προσωπικότητες, σαν του Μάξιμου του Γραικού! Οι αιώνες περνούν, κι όταν κατά το 19ο αιώνα οι Ρώσοι λόγιοι άρχισαν να μελετούν την πνευματική τους παράδοση ανακαλύπτουν, μεταξύ των άλλων διανοητών, την αξία και την επικαιρότητα του έργου του Μάξιμου Γραικού και τον κατατάσσουν στην εθνική τους κληρονομιά, αφού ειλικρινά αγάπησε και πόνεσε για τον τόπο τους συμβάλλοντας  τα μέγιστα στην πνευματική τους ανάπτυξη.

Πραγματικά ο Μάξιμος ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα με υψηλό ήθος, βαθιά πνευματικότητα, ακλόνητη πίστη στην Ορθοδοξία. Ένας εκπρόσωπος του θρησκευτικού ουμανισμού στη Ρωσία του 16ου αιώνα! Ο Μάξιμος δεν ήταν ο μοναχός, ο αφοσιωμένος μόνο στη μελέτη των ιερών κειμένων αλλά συνάμα αφουγκραζόταν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες του έξω κόσμου. Δεν διστάζει να πάρει θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της εποχής του, όταν του ζητηθεί. Υπερασπίζεται με παρρησία κι ευγένεια ψυχής τις θέσεις του κι ενισχύει τα επιχειρήματα του με χωρία από τους Πατέρες της Εκκλησίας φέρνοντας συχνά σε δύσκολη θέση τους συνομιλητές του, ακόμα κι αν βρίσκονται στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.

Αποκαλυπτικοί της προσωπικότητας του είναι οι διάλογοι που έχει με το Ρώσο λόγιο Θεόδωρο Καρπώφ (σ.182-186), τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! (σ.116-117), τον Ιβάν Δ!, στους οποίους εκφράζει τις απόψεις του για το ρόλο της εξουσίας, για τον τρόπο που η Ιταλική Αναγέννηση αφομοιώνει την αρχαία ελληνική γραμματεία και την αξία της Ορθοδοξίας, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Λέει χαρακτηριστικά «δεν θα αρνηθώ εγώ τα καλά της εξωτερικής παιδείας. Ο ίδιος μαθήτεψα σ’ αυτήν  πολλά χρόνια, δεν είμαι τόσο αχάριστος […] απ’ τα αρχαία κείμενα (οι εκπρόσωποι της Ιταλικής Αναγέννησης) κράτησαν τις χρήσιμες γνώσεις…γι αυτό αν έλθουν (αυτές) σε αντιφωνία με τις άλλες, τις ανώτερες γνώσεις, τότε βλάπτουν δεν ωφελούν [..] ο ένθερμος ζήλος μου για την αλήθεια αναπτερώνει τις δυνάμεις μου. Όσο να ψάχνεις, όσα και να βρεις στο τέλος τίποτα δεν μένει […] αλίμονο, αν λείψει απ’ τον άνθρωπο ο θείος φόβος. Αλίμονο στους βασιλείς και στα βασίλεια, αν δεν μπορέσουμε να εμφυσήσουμε την πίστη, πως υπάρχει κι άλλος βασιλεύς ισχυρότερος απ’ τους βασιλείς της γης, κριτής δικαιότερος που τα βλέπει όλα».

 

Η Ιστορία είναι διαρκώς παρούσα καθόλη τη διάρκεια της  εξιστόρησης του βίου του Μάξιμου Γραικού. Ο Μάξιμος καλείται στη Μόσχα, τον καιρό που το κράτος της Μοσχοβίας ενσωματώνει σ’ αυτό τις ρωσικές περιοχές που μέχρι τότε ήταν αυτόνομες ηγεμονίες, θέτοντας έτσι τις βάσεις ενός ενοποιημένου εθνικού ρωσικού κράτους, το οποίο από δω και πέρα θα κάνει σιγά-σιγά ισχυρή την παρουσία του στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι περίοδοι της ρωσικής ιστορίας εκτυλίσσονται στην αρχή γύρω απ’ το κράτος του Κιέβου -όταν εκχριστιανίστηκαν- στη συνέχεια γύρω απ’ το κράτος της Μόσχας –όταν ιδρύουν το εθνικό τους κράτος- για να περάσουν  μετά δυο αιώνες, κατά το 18ο αιώνα στην περίοδο γύρω απ’ την Αγία Πετρούπολη, η οποία ιδρύεται το 1703, επί Μεγάλου Πέτρου στη Βαλτική θάλασσα[5].

Το κράτος της Μόσχας λοιπόν, κατά το 16ο αιώνα βρίσκεται σ’ ένα δημιουργικό πυρετό. Οι Ρώσοι ζουν τη δική τους Αναγέννηση! Η καστρόπολη του Κρεμλίνου, μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του 1547,ανοικοδομείται. Κτίζονται ναοί, μ’ έναν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό τύπο που ξεχωρίζει για τους χρυσωμένους τρούλους του. Μόνο η λάμψη και η στερεότητα του χρυσού είναι ικανή να συμβολίσει την αίγλη και την ισχύ της βασιλείας του Ιβάν Δ! Εικονογραφούνται ναοί πάνω στα πρότυπα της βυζαντινής αγιογραφίας. Διακοσμείται η Χρυσή Αίθουσα των Ανακτόρων της Μόσχας (σ.297-299) με σκηνές απ’ τα ανδραγαθήματα της τσαρικής δυναστείας των Ρούρικ, που στόχο έχουν να εκφράσουν αφενός τη χριστοπροσήλωση της δυναστείας κι αφετέρου την καταγωγή της πρώτα απ’ το Βυζάντιο (αφού το Βυζάντιο χάρισε στο Βλαδίμηρο Μονομάχο, τον φερόμενο ως εγγονό του βυζαντινού αυτοκράτορα Κων/νου Μονομάχου, το στέμμα, με το οποίο από δω και πέρα θα στέφονται οι ηγεμόνες της Ρωσίας) κι έπειτα απ’ το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο (αφού ο ιδρυτής της δυναστείας, Ρούρικ, καταγόταν απ’ τον Προύσο, αδελφό του Αυγούστου).

Η καλλιτεχνική αξία των έργων δεν συμβαδίζει βέβαια με τη διαστρέβλωση της Ιστορίας που επιχειρείται χάριν των πολιτικών σκοπιμοτήτων του Ιβάν Δ!, όπως δεν συμβαδίζει και το ηθικό του ανάστημα με το πολιτικό του μέγεθος. Ο Ιβάν Δ! δεν επέλεξε μόνο τον τίτλο του τσάρου -εκ του καίσαρ- για τον εαυτό του αλλά έντυσε και τον τίτλο αυτόν με ολόκληρο ιδεολόγημα, καθιστώντας τον σύμβολο της απολυταρχικής εξουσίας του. Δεσμοί αίματος με βυζαντινούς και Ρωμαίους αυτοκράτορες, πρώτος εκχριστιανισμός τους απ’ το μαθητή του Χριστού, πρωτόκλητο Αντρέα, γεγονός που τους καθιστά ισότιμους με Βυζάντιο και Ρώμη!          Ακόμα η ρωσική Αναγέννηση έχει να επιδείξει πλήθος λογίων που συναθροίζονται στο μοναστήρι του αρχαγγέλου Μιχαήλ, το επονομαζόμενο η Αυλή των Θαυμάτων, το οποίο αναδεικνύεται σιγά-σιγά σε πνευματικό κέντρο της εποχής. Εκεί τα μορφωμένα αρχοντόπουλα της Μόσχας συγκεντρώνονται γύρω από τον Μάξιμο για να συζητήσουν με τον κοσμογυρισμένο αγιορείτη μοναχό τις πνευματικές τους ανησυχίες, σχηματίζοντας έτσι την πρώτη ομάδα των Ρώσων ανθρωπιστών.

Ένα ακόμα σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι οι σχέσεις των Ρώσων με τους Γραικούς. Οι επιγαμίες Βυζαντινών πριγκιπισσών με Ρώσους ηγεμόνες, οι εμπορικές σχέσεις, οι σχέσεις της Μητρόπολης της Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/λης, η εγκατάσταση Γραικών στη Ρωσία και  οι Φαναριώτες διπλωμάτες του Σουλτάνου είναι τα σημεία που φέρνουν σε επαφή Γραικούς και Ρώσους.

Η Ζωή Παλαιολογίνα, ανιψιά του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, νυμφεύεται τον Ιωάννη Γ! (Ιβάν) και μετονομάζεται[6] σε Σοφία, με προξενιό που σχεδιάζει ο Βησσαρίων απ’ τη Ρώμη. Η νύφη ερχόμενη στη Μόσχα συνοδεύεται από την ακολουθία της, επικεφαλής της οποίας τίθεται ο Γιώργος (Γιούρι) Τραχανιώτη[7], ο οποίος διορίζεται μέγας Λογοθέτης του ρωσικού κράτους μέχρι που πέφτει σε δυσμένεια για κάποιες επιλογές του που δεν συμβάδιζαν με τα συμφέροντα του κράτους της Μοσχοβίας. Εν παρενθέσει, ο νεώτερος αδελφός του Θεόδωρος Τραχανιώτης δούλευε στην υπηρεσία του Σουλτάνου! O tempora, o mores, θα αναφωνούσε κάποιος σήμερα!

Επίσης εντύπωση προκαλούν τα κίνητρα του γάμου Σοφίας- Ιβάν Γ!  Οι Παλαιολόγοι, μετά την πτώση του Βυζαντίου φιλοξενούνται στη Ρώμη κι ως ενωτικοί έχουν καλές σχέσεις με τον Πάπα. Στόχος τους πάντα η απελευθέρωση της Κων/λης, την οποία επιδιώκουν είτε με τη βοήθεια του Πάπα είτε με τη βοήθεια των Ορθοδόξων Ρώσων. Ο Βησσαρίων, μια αμφιλεγόμενη μορφή, βυζαντινός λόγιος, υπέρ της Ένωσης των Εκκλησιών που κατέφυγε στη Δύση κι έγινε καρδινάλιος του Πάπα σχεδιάζει το προξενιό εξυπηρετώντας αφενός τα σχέδια των Παλαιολόγων κι αφετέρου του Πάπα που ήθελε να φέρει τη Ρωσία στο λατινικό θρήσκευμα! Η Σοφία όμως, μια δυναμική μορφή, αποστασιοποιείται από τα σχέδια του Βησσαρίονα και του Πάπα, και χωρίζει σε φατρίες τους μπογιάρους για να μπορεί η βασιλική εξουσία να τους ελέγχει καλύτερα, περιορίζοντας έτσι την εξουσία των ευγενών.

Το κράτος της Μόσχας όμως προσπαθεί να χαράξει τη δική του εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με τα εθνικά του συμφέροντα. Ο γάμος του Ρώσου ηγεμόνα με την ανιψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κων/νου Παλαιολόγου, σηματοδοτεί την εμφάνιση του Ρώσου ηγεμόνα ως συνεχιστή της Βυζαντινής κληρονομιάς, προσθέτοντας ένα ακόμα επιχείρημα στη θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης, η οποία εμφανίζεται τότε. Η ρωσική εξουσία έρχεται σε σύγκρουση  με τους Γραικούς, όταν αυτοί επιδιώκουν τη σύγκρουση Σουλτάνου και Μόσχας για να απελευθερωθεί έτσι η Κων/λη, και να την πάρουν πίσω οι Γραικοί! Η Μόσχα όμως επιθυμεί τη φιλία με τον Σουλτάνο, διότι είναι ο μόνος που μπορεί να επηρεάσει τους Τατάρους και να εμποδίσει τις συνεχείς επιδρομές τους στη ρωσική επικράτεια. Έτσι γίνονται καχύποπτοι απέναντι στους Γραικούς, που νομίζουν ότι συνεργάζονται με τους Φαναριώτες δραγουμάνους της Υψηλής Πύλης και με τους οποίους είναι αναγκασμένοι να διαπραγματεύονται και τους οποίους κατηγορούν για διγλωσσία κι αλλαξοπιστία.

Μέσα σ’ αυτό το διεθνές κλίμα, οι Ρώσοι ηγεμόνες Ιβάν Γ!, ο γιος του Βασίλειος Γ! κι ο εγγονός του Ιβάν Δ! καταφέρνουν να επιβληθούν στους εχθρούς τους, εξωτερικούς κι εσωτερικούς, να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σ’ όλα τα ρωσικά φύλα, να ισχυροποιήσουν την κεντρική τους εξουσία και να κάνουν το ρωσικό κράτος υπολογίσιμη δύναμη! Ο Ιβάν Δ! μάλιστα κατάφερε να πάρει απ’ το  Οικουμενικό Πατριαρχείο το Πατριαρχικό Σιγίλιο, το οποίο αναγνώριζε τον Ιβάν Δ! άξιον του τσαρικού τίτλου, ομολογούσε ότι η τσαρική δυναστεία έλκει την καταγωγή της από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και μάλιστα πάνω στο Πατριαρχικό Σιγίλιο έβαλαν[8] τη βούλα τους κι οι άλλοι ιεράρχες κι η Ιερά Σύνοδος όλης της Ορθόδοξης Ανατολής, αναγνωρίζοντας έτσι το νέο ρόλο της Ρωσίας στον κόσμο, γεγονός που δικαιολογεί από τότε και το ρόλο της ως ομοδόξου προστάτιδας δύναμης στους υπόδουλους Έλληνες.

 

Τελικά  ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με το έργο αυτό μας αποκαλύπτει έναν άγνωστο πλούτο –έστω για τους πολλούς- της ιστορικής και λογοτεχνικής μας παράδοσης, φροντίζοντας να ενσωματώσει στο μύθο του και την κρίση της Ιστορίας σχετικά με την προσωπικότητα του Μάξιμου Γραικού. Αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο (σ.264-284) με τις κρίσεις των Ρώσων ιστορικών κι άλλων λογίων, ακόμα κι Ελλήνων, σχετικά με τη δράση του Μάξιμου στη Ρωσία και τις κατηγορίες εναντίον του. Ακόμα αναφέρει στον πρόλογο της ρωσικής έκδοσης του μυθιστορήματος του, ότι οι καινούργιες ρωσικές ιστορικές μελέτες, που είδαν το φως μετά τη συγγραφή του έργου, δεν αναιρούν τη μορφή του Μάξιμου έτσι όπως βγαίνει από το μυθιστόρημα. Έτσι  ο συγγραφέας ισχυροποίησε το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος του και ζωντάνεψε τη δράση του  Μάξιμου μέσα στην εποχή του χαρίζοντας μας ένα αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα.

Σούλη Αγγελική

Βάρκιζα,10-1-2009

Υ.Γ

Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο «Στη Σόνια». Πρόκειται για τη σύζυγο του Σόνια Ιλίνσκαγια, γνωστή κι από τις μελέτες της στο έργο του  Κωνσταντίνου Καβάφη.

Το έργο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου Γραικού» γράφτηκε το 1967-69 στα ελληνικά κι εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1976 απ’ τις εκδόσεις «Δίφρος» και το 1982 από τη «Σύγχρονη Εποχή».

Το 1980 μεταφράστηκε στα ρώσικα, όπου κι εκδόθηκε.

 

[1] Ιστορία Ελλην. Έθνους, Τομ.Ι, σ.110-113

[2] Εξώφυλλο (αυτί οπισθόφυλλου)

[3] Εξώφυλλο (αυτί εμπροσθόφυλλου)

[4] Εξώφυλλο (αυτί εμπροσθόφυλλου)

[5] Επίμετρο βιβλίου, γραμμένο από το Γ. Τσακνιά

[6] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι σ.251

[7] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι, σ Ο Τραχανιώτης αναφέρεται ως Ταρχανιώτης

[8] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι σ.

Ο Έλληνας Άγιος των Ρώσων που έσωσε από οβίδα τον τσάρο Θεόδωρο Ιβάνοβιτς(ΦΩΤΟ)

Ο Μιχαήλ Τριβώλης, γιατί έτσι ήταν το κοσμικό του όνομα, γεννήθηκε το 1470 στην Άρτα.Οι γονείς του από διακεκριμένες οικογένειες του Μυστρά βρέθηκαν στην Ήπειρο κατά την ταραγμένη περίοδο που ακολούθησε την Άλωση της Πόλης από τους τούρκους.

Στην ορθόδοξη Άρτα, την στολισμένη με τα έξοχα βυζαντινά μνημεία των Κομνηνών μεγάλωσε ο μικρός Μιχαήλ ο οποίος στάλθηκε στην Κέρκυρα στα 14 του χρόνια για να συμπληρώσει τη μόρφωση κοντά στον λόγιο θείο του Δημήτριο Τριβώλη και στον δάσκαλο Ιωάννη Μόσχο. Η αγάπη του για την μόρφωση τον κάνει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιταλία και για 15 χρόνια μελετά Θεολογία, Φιλολογία, Φιλοσοφία, Ιστορία, Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά, Γαλλικά και Ιταλικά με τους διαπρεπέστερους δασκάλους της εποχής από την Φλωρεντία μέχρι την Βενετία, στην οποία συνδέεται με τον Άλδο Μανούτιο, τον εκδότη των Αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων.

Στο Άγιον Όρος εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος

 

Οι θεολογικές του αναζητήσεις των οδηγούν με το τέλος των σπουδών του στο Άγιο Όρος όπου γίνεται μοναχός με το όνομα Μάξιμος στην μονή Βατοπαιδίου. Στην οποία συνεχίζει τις μελέτες του στην πλούσια βιβλιοθήκη της.

Στα 10 χρόνια που έμεινε στο Άγιο Όρος το όνομα του έχει γίνει ήδη γνωστό στους εκκλησιαστικούς κύκλους, για την μεγάλη του μόρφωση αλλά και για το ήθος του και την βαθιά ταπείνωση με την οποία υπηρετούσε τον κύριο, χωρίς να επιδιώξει κανένα αξώμα. Το μεγάλο κύρος που είχε αποκτήσει τον έκανε ιδανικό για την αποστολή στην Ρωσία που του ανέθεσε ο οικουμενικός Πατριάρχης, μετά από παράκληση του Ρώσου τσάρου Βασίλειου Ιβάνοβιτς. Έτσι ο Μάξιμος στέλνεται στην Ρωσία α προκειμένου να μεταφράσει στα Ρωσικά την Αγία Γραφή τα λειτουργικά βιβλία καθώς και τα πατερικά κείμενα, «ως έμπειρος στις θείες Γραφές και επιδέξιος στη ερμηνεία των οιωνδήποτε εκκλησιαστικών κειμένων».

Ο πολύπαθος φωτιστής της Ρωσίας

 

Στη Μόσχα ο Μάξιμος αρχίζει να μεταφράζει και να διορθώνει παλαιά και νέα έργα στη Ρώσικη γλώσσα. Μόλις ολοκληρώνει το ψαλτήρι ζητάει να γυρίσει στο Άγιο Όρος, αλλά ο Ρώσος ηγεμόνας του αναθέτει συνέχεια και νέες μεταφράσεις. Μεταφράζει τις πράξεις των Αποστόλων, τους Αποστολικούς κανόνες, τους κανόνες των οικουμενικών και τοπικών συνόδων, τις ομιλίες του Ιωάννου του Χρυσοστόμου και πολλά άλλα.

Με τα χρόνια να περνάνε και το όνομα του Μάξιμου να γίνεται όλο και πιο γνωστό, με αποτέλεσμα να δημιουργήσει έχθρες στην ηγεσία της Ρώσικης εκκλησίας με στημένο κατηγορητήριο για δημιουργία αίρεσης, μαγεία, κατάκριση και συνομωσία. Τον οδηγούν δεμένο στη μονή Βολοκολάμσκ σε απομόνωση και απαγορεύοντάς του ακόμη και τη Θεία Κοινωνία όπως και την πρόσβαση στα βιβλία του.

Τον υποβάλουν για μεγάλο διάστημα σε σκληρά βασανιστήρια. Το 1531 η δίκη του επαναλαμβάνεται με νέες κατηγορίες και η καταδίκη είναι ισόβια δεσμά. Εγκλείεται στη μονή Οτρότς της πόλεως Τβέρης όπου όμως οι συνθήκες κράτησης καλυτέρευσαν εξ αιτίας του επισκόπου Τβέρης Ακακίου ο οποίος του επιτρέπει πλέον την πρόσβαση στα βιβλία και του δίδει άδεια να γράφει. Ο Άγιος Μάξιμος έμεινε φυλακισμένος για 23 χρόνια. Το 1539 ο Ιωάσαφ διαδέχεται τον Δανιήλ και επιτρέπει στον Άγιο Μάξιμο τη Θεία Μετάληψη και την παρακολούθηση της Θείας Λειτουργίας. Παρά τις επιστολές των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας δεν είναι δυνατή η απελευθέρωση και επιστροφή του.

Τελικά ο Μάξιμος απελευθερώνεται το 1548 και ζει στη μονή Αγίας Τριάδος έξω από τη Μόσχα. Αποκαμωμένος από το βάρος των δεσμών και τις πολύχρονες ταλαιπωρίες στη φυλακή αναπαύεται στις 21 Ιανουαρίου του 1556 σε ηλικία 86 ετών, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο, κυρίως στα Ρώσικα.Ο Μάξιμος ήταν ο πρώτος που μαρτύρησε στη Ρωσία για την ορθόδοξη πίστη. Από τα μέσα του 16ου αιώνα αρχίζουν να γράφονται βίοι του Μάξιμου ενώ τον 17ο αιώνα το όνομα του γράφεται στα αγιολόγια των ετήσιων Ρωσικών ημερολογίων και αρχίζουν να αγιογραφούνται εικόνες του. Στον τάφο του αναγείρεται παρεκκλήσι από τον Μητροπολίτη Μόσχας Πλάτωνα.

Το 1997 έγινε η ανακομιδή των λειψάνων του αγίου Μαξίμου. Προς τιμή του αγίου στη Άρτα την γενέτειρα πόλη του, έχει αρχίσει η προετοιμασία, για την ανέγερση λαμπρού ναού στην περιοχή Τρίγωνο, που θα αποτελέσει τον ενοριακό ναό της σημερινής ενορίας των Αγίων Αποστόλων. Η μνήμη του Όσιου Μάξιμου του Γραικού γιορτάζεται στις 21 Ιανουαρίου.

Θαύματα του Αγίου Μαξίμου

Ο άγιος Μάξιμος, όταν κοιμήθηκε, ενταφιάσθηκε στην βορειοδυτική γωνία του ιερού ναού του Αγίου Πνεύματος, τον οποίο «ανήγειρε ο τσάρος Ιβάν Δ΄ Βασίλιεβιτς εις ανάμνησιν της καταλήψεως του Καζάν» μέσα στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου.

BOX

Μετά τον θάνατο του αγίου Μαξίμου πολλοί έδειξαν τον σεβασμό τους στο ιερό λείψανό του. Όπως αφηγείται παλαιός χρονογράφος τον ονόμαζαν μεγάλο δάσκαλο και προφήτη. Ο λαός της Ρωσίας τον θεώρησε «νέο ομολογητή και μάρτυρα της αληθείας» και τον τίμησε ως άγιο, περιφρονώντας τις καταδίκες των Συνόδων 1525 και 1531.

Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων τιμώντας τον άγιο Μάξιμο γράφει ότι «στά βαθιά γεράματα πέθανε και ενταφιάστηκε με πολλή ευσέβεια και θεωρείται μεγάλη εκκλησιαστική προσωπικότητα, η οποία δοξάστηκε με αγιότητα». Κατασκεύασε λάρνακα και κουβούκλιο, ενώ το 1833 ο τοποτηρητής της Λαύρας του Αγίου Σεργίου αρχιμανδρίτης Αντώνιος ίδρυσε πάνω στον τάφο του παρεκκλήσιο.

Από τα μέσα του 16ου αιώνα άρχισαν να γράφονται σύντομοι Βίοι του οσίου Μαξίμου του Γραικού. Με την συγκέντρωση πληροφοριών για την ζωή του διαμορφώθηκαν δύο κατηγορίες Διηγήσεων, σύντομες και λεπτομερείς.

Την ίδια εποχή εμφανίζονται οι διάφορες διηγήσεις των θαυμάτων του, αρχίζει η κατασκευή εικόνων και η σύνταξη τροπαρίων και ύμνων, οι οποίοι εξυμνούν τις αρετές του τονίζοντας την άφιξή του στην Ρωσία από την Ελλάδα, «εξ ανατολών εις τον βορράν», για να καταυγάσει την ομίχλη και να φωτίσει το πυκνό σκοτάδι.

Στις πρώτες εικόνες (16ος-17ος αιώνας) αγιογραφείται ως σοφός, αργότερα (17ος-18ος αιώνας) με φωτοστέφανο ως «άγιος Πατέρας» των Ρώσων. Παριστάνεται με μεγάλα γένια, ασπρομάλλης, κρατώντας ή βιβλίο ή ειλητάριο με γραμμένη την φράση, «Πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστιν», η οποία «ερμηνεύτηκε ως αιχμή κατά της τυπολατρίας του κλήρου και της συγκέντρωσης μεγάλης περιουσίας των μοναστηριών, αλλά και κατά της κακοδιοικήσεως του ηγεμόνα της Ρωσίας».

2-lezanta

Το 1564, λίγα χρόνια μετά τον θάνατό του, ο άγιος απεικονίζεται στους τοίχους του πρόναου του Ναού του Μπλαγοβένσκι του Κρεμλίνου της Μόσχας ανάμεσα σε φιλοσόφους της αρχαίας Ελλάδας. Αυτή η τιμή δεν έγινε ποτέ στην ιστορία των Ρώσων, ούτε πριν ούτε μετά από τον Μάξιμο μέχρι σήμερα.

Ο άγιος, μετά την κοίμησή του, εμφανίζεται στον ύπνο αγαπητών του προσώπων, τα οποία δεν πρόλαβαν να πάρουν την ευλογία του πριν κοιμηθεί, ή τους αναγγέλλει ότι βρίσκεται στην βασιλεία του Θεού. Σε άλλους προαναγγέλλει την αποδημία τους από τον κόσμο, όπως στον μοναχό Νικόδημο.

Μερικοί προσκυνητές του τάφου του αφηγήθηκαν την θαυματουργική διάσωσή τους από εχθρούς, οι οποίοι τους επιτέθηκαν. «Στον δρόμο μας επιτέθηκαν οι Τούρκοι στρατιώτες και ήθελαν να μας κτυπήσουν. Καλέσαμε σε βοήθεια τον Θεό και τους οσίους πατέρες Σέργιο, Νίκωνα και αυτόν τον νεώτερο όσιο πατέρα μας Μάξιμο Γραικό. Και ξαφνικά διώχθηκαν οι εχθροί μας». Περιγράφουν τον άγιο Μάξιμο ότι «ήταν μεγάλης ηλικίας, με μεγάλη στρογγυλή γενειάδα».

 

Το 1593 έσωσε τον τσάρο Θεόδωρο Α’ Ιβάνοβιτς

Αναφέρονται πολλές θαυματουργικές ιάσεις προσώπων, τα οποία έπασχαν από διάφορες ασθένειες. Ο άρχοντας Αλέξιος Ιβάνοφ Βοροντίσκι, που ήταν πολύ άρρωστος, δεκαέξι χρόνια μετά την κοίμηση του αγίου Μαξίμου θεραπεύτηκε με τις ευχές του, τρώγοντας τα κόλλυβα μετά την τέλεση της μνήμης του αγίου.

Το 1561 επί πατριάρχου Νίκωνος κάποιος ήλθε να εκπληρώσει ένα τάμα στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου. Μετά την παράκληση που έψαλε στο παρεκκλήσι κουρασμένος κάθισε πάνω στην πλάκα ενός τάφου. Ξαφνικά κάποια δύναμη τον έριξε κάτω και κτύπησε πάρα πολύ. Αφού με δυσκολία πλησίασε, ρωτούσε τους ανθρώπους σε ποιόν ανήκε ο τάφος. Του απάντησαν: «Του μοναχού Μαξίμου του Γραικού». Τότε ζήτησε συγχώρηση από τον άγιο, έκανε παννυχίδα προς αυτόν και έγινε τελείως καλά.

Ο διακονητής Ιωάννης δεν πίστεψε στο θαύμα και με υπερηφάνεια κάθισε πάνω στον τάφο. Τρεις φορές έπεσε κάτω και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στο πρόσωπο. Συναισθάνθηκε το σφάλμα του και παρακάλεσε τον Κύριο στρεφόμενος στην εικόνα του να τον συγχωρήσει. Κοιμήθηκε και είδε κάποιον άγνωστο μοναχό να προσεύχεται προς τον Χριστό. Τον ρώτησε ποιός είναι, και του απάντησε: «Εγώ είμαι ο Μάξιμος ο Γραικός». Τότε ο Ιωάννης του ζήτησε συγχώρηση. Ο άγιος Μάξιμος του είπε με οργή: «Γιατί με ατιμάζεις; Άκουσες ότι την ίδια ημέρα κτύπησε ο άνθρωπος που κάθισε πάνω στον τάφο μου. Ιδού, για την απιστία σου τιμωρήθηκες όπως έπρεπε».

Το 1574 ο άγιος Μάξιμος εμφανίστηκε σε όραμα στον ιερέα Θεόδωρο και τον θεράπευσε από θανάσιμη ασθένεια ευλογώντας με τον Τίμιο Σταυρό. Την ίδια χρονολογία θεράπευσε τον Ιβάν Μιχαήλοφ Καλίτιν, ο οποίος πονούσε στο αριστερό του μάτι επί 7 χρόνια και 2 μήνες. Συγχρόνως θεράπευσε και την απιστία του προς το πρόσωπό του.

Ο χωρικός Βασίλειος Μιχαήλοφ από το χωριό Σέρτσιν τραυματίστηκε σοβαρά από το αφηνιασμένο άλογό του, ενώ έκανε εργασίες. Μεταφέρθηκε μισοπεθαμένος στο σπίτι του. Άκουσε για τον θαυματουργό άγιο Μάξιμο και παρακάλεσε να τον μεταφέρουν στον τάφο του. Εκεί έγινε καλά και επέστρεψε στο σπίτι του χαρούμενος δοξάζοντας τον Θεό.

Το 1581 ο ευγενής Μιχαήλ Ιβάνοφ Σούστοφ, από το χωριό Νταμασκόφ της πόλης Γιαροσλάβ, θεραπεύθηκε από φοβερό πονόδοντο, όταν πήγε να προσκυνήσει τον τάφο του αγίου Μαξίμου.

Το 1584 ο άγιος Μάξιμος θεράπευσε από δαιμόνιο τον Βασίλειο Ιβάνοφ Ζαμόσιν από το χωριό Γκολοβίν που υπέφερε επί δύο χρόνια. Ο ίδιος διηγήθηκε την εμφάνιση του οσίου. «Ήρθε ένας άνδρας με ωραίο πρόσωπο, μεγάλης ηλικίας, με στρογγυλά μεγάλα γένια και έβγαλε τον δαίμονα από μένα και άρχισε να τον κτυπά πολύ με σιδερένια βέργα και του είπε: «Γιατί παιδεύεις τον δούλο του Θεού; Από δω και πέρα να μην τον αγγίξεις»».

Ανάμεσα στα θαύματα του αγίου αναφέρονται θεραπείες ανθρώπων από δάγκωμα φιδιού ή από φοβερούς πονοκεφάλους, θεραπείες παραλύτων, τυφλών, κωφών, λεπρών, κωφαλάλων εκ γενετής, γυναικών που έπασχαν από ατεκνία, δαιμονισμένων, αλκοολικών, και πολλών που έπασχαν σε διάφορα μέρη του σώματος.

Το 1593 εμφανίσθηκε στον ύπνο του τσάρου Θεόδωρου Ιβάνοβιτς, που ξεκουραζόταν στην σκηνή του κατά τον πόλεμο με τους Γερμανούς, και τον προειδοποίησε να την εγκαταλείψει, γιατί κινδύνευε η ζωή του. Πράγματι ένα βλήμα πέτυχε το κρεβάτι του, όταν έφυγε μακριά από αυτό. Ο τσάρος από ευγνωμοσύνη φιλοτέχνησε την εικόνα του αγίου, την διακόσμησε με χρυσάφι, ασήμι και πολύτιμες πέτρες και την μετέφερε στον καθεδρικό ναό της Κοιμήσεως της Παναγίας. Όταν έγινε η Θεία Λειτουργία και ο Αγιασμός, πέντε άτομα, τυφλοί, κουτσοί και λεπροί, που προσκύνησαν την εικόνα, έγιναν καλά.

Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πει ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς» (Άγιος Μάξιμος Γραικός)

Λόγος ΜΔ’: Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πει ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς» (Άγιος Μάξιμος Γραικός)

 

Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου! Αλλοίμονο, αλλοίμονο! Με ποιους ποταμούς δακρύων θα εξαγνίσω την ατιμία μου εγώ, ο ακόλαστος; Με ποιους βαρείς στεναγμούς θα καθαρίσω την αδικία μου; Αληθώς, αλλοίμονό μου, επειδή αρνήθηκα τρεις φορές τον Χριστό, αλλοίμονό μου! Φοβήθηκα την ασήμαντη δούλη και λησμόνησα όλα τα δώρα, που έλαβα από Αυτόν, ο οποίος είναι ζωή και φως των όλων, ο Δημιουργός μου, ο Ζωοποιός και Κύριος, που ήλθε άνωθεν για να μας σώσει και για χάρη μου παρέδωσε την ζωή Του στον θάνατο. Αλλοίμονό μου! Τι έπαθα και τι αναπάντεχο συνέβη; Πόσο μεγάλη απιστία και αχαριστία έδειξα σε Σένα, Σώτερ, και αποδείχθηκα πολύ χειρότερος από τον προδότη Σου! Αξιώθηκα από Εσένα πολύ μεγαλύτερης τιμής από όλους τους άλλους μαθητές Σου, ώστε μου εμπιστεύτηκες τα ίδια τα κλειδιά της ουράνιας βασιλείας, και αναγνωρίστηκα από Σένα, Σωτήρα μου, αρχηγός και επί κεφαλής τους, και τώρα πώς να κλάψω και τι να πω; Αλλοίμονό μου, του ακόλαστου! Με ποιες δικαιολογίες να ικετεύσω και να λάβω έλεος από τον αυστηρό Κριτή;

Γνωρίζω όμως την μεγάλη γενναιοδωρία Σου, Κύριε, και ότι συγχωρείς αμέσως όλα τα αμαρτήματα σε αυτούς που δείχνουν θερμή μετάνοια. Γνωρίζω ότι ακόμη και την μιασμένη πόρνη και τον άσωτο υιό τους ευεργέτησες γενναιόδωρα· εκείνη, επειδή έβρεξε με τα δάκρυά της τα πάναγνα πόδια Σου και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, και αυτόν, επειδή ανέκραξε, «ήμαρτον, ήμαρτον, δεν είμαι άξιος κληθήναι υιός σου». Ξέρω ότι και ο άδικος τελώνης αθωώθηκε αμέσως, όταν φώναξε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ». Και εμένα, Κύριε, που φωνάζω σαν αυτόν, ήμαρτον, «ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», Θεέ μου, δέξου και δώσε μου την γενναιοδωρία Σου και συγχώρησε την ασέβεια της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ! Σου προσφέρω συντετριμμένος με την προσευχή μου, όχι ροές από νερό, αλλά ποτάμι από δάκρυα και πικρούς στεναγμούς και παρακαλώ. Μην περιφρονήσεις, Κύριε, τον ποταμό των δακρύων μου και τον πικρότατο πόνο της καρδιάς μου, που τρώει μέσα μου σαν πυρ την ψυχή, τα οστά και το μυαλό μου, επειδή για χάρη των αμαρτωλών και των ασεβών κατέβηκες από τον ουρανό και δέχθηκες τον βασανιστικό θάνατο.

 

 

 

 

 

 

 

(Πηγή: Αγίου Μαξίμου Γραικού «Λόγοι» τ. α’, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου)

 

Ομιλία εις τον Άγιο Μάξιμο Γραικό! Φίλοι Αγίου Όρους Ευβοίας.

   Δοξολογώντας τον Τριαδικό Θεό, αναπέμπω τις ευχαριστίες μου πρώτα σε Εκείνον και έπειτα στον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Χαλκίδος κ.κ. Χρυσόστομο, ο οποίος μου ανέθεσε αυτήν την τιμητική διακονία. Χαιρετίζω και καρδιακώς προσεύχομαι, όπως στηρίζει η Παναγία τους εργάτες του Περιβολιού της, τους Φίλους Αγίου Όρους Ευβοίας «Παναγία η Πορταΐτισσα».

 Θαυμαστός ο Θεός εν τοις Αγίοις αυτού!

   Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, υπήρξε τέλειος μιμητής του Χριστού, φίλος και αδελφός Του, έζησε την εσταυρωμένη ζωή, βάσταζε τα στίγματα του Κυρίου στο σώμα του.

 Το όνομα Μάξιμος ετυμολογικά σημαίνει Μέγιστος. Η επωνυμία Γραικός αποδεικνύει την συνείδηση ότι ήταν Έλληνας και ότι ανήκε στον περιούσιο αυτό λαό και ότι μόνο αυτό αρκούσε να του δώσει κύρος, γι αυτό αναφωνούσε:

«ΕΛΛΗΝ ΕΙΜΙ ΚΑΙ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΑ ΕΓΓΕΝΝΗΘΗΝ ΚΑΙ ΑΝΕΤΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΕΚΑΡΗΝ ΜΟΝΑΧΟΣ».

   Η θεία Πρόνοια ευδόκησε να δεχθεί ο όσιος Μάξιμος υπερφυσικούς πειρασμούς και ίσως κάποιοι μελετώντας την ζωή του Αγίου, να διερωτηθούν γιατί ο Θεός να επιτρέψει τέτοιου είδους θλίψεις.

  Ο γέροντας Ιωσήφ Βατοπαιδινός  μας λέγει:

1) Άλλοι είναι οι πειρασμοί των αγωνιστών για να προσθέσουν πρόοδο και να προφυλάσσονται από τα βλαβερά και επικίνδυνα,

 2) διαφορετικοί αυτών που απομακρύνονται και πλανώνται, ώστε να πλησιάσουν στον Θεό,

3)  διαφορετικοί  οι πειρασμοί των τελείων για να τους προβάλλει η Εκκλησία ως στήριγμα των πιστών και ως παράδειγμα προς μίμηση.

 Η 3η μερίδα περιλαμβάνει και τον Άγιο Μάξιμο.

   Ο Άγιος με την χάρη του Θεού αναδείχτηκε έτοιμος, ταπείνωσε, κένωσε τον εαυτό του και γι αυτό δοξάστηκε και μετά τον θάνατό του με την άκτιστη, άφθαρτη δόξα του Θεού.

  Ήταν σοφός, λόγιος, αλλά και ακτήμων μοναχός, ποιμένας που αγάπησε τον άνθρωπο και έδωσε όλο το είναι του σε αυτήν την υψηλή διακονία. «Τι γλυκύτερον μέλιτος; και τι ισχυρότερον λέοντος;» Κριτ. ιδ. 18. Σε εποχή πνευματικής πτωχείας, έδωκεν ο Θεός τον Μάξιμο, Καθοδηγητή του Ρωσικού λαού, διά του λόγου του γραπτού τε και προφορικού, ώστε να χορτάσει και να ξεδιψάσει τον λαό του Θεού.

  Ο Άγιος Μάξιμος κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, γεννήθηκε από γονείς ευγενείς και ευσεβείς στην Άρτα το 1470 μ.Χ. από εκείνους διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα αλλά και τα νάματα της πίστεως. Συνεχίζει τις σπουδές του στην Κέρκυρα και στην Ιταλία ολοκληρώνει με θαυμαστή οξύνοια Θεολογία, Φιλοσοφία, Αρχαία Ελληνικά, Λατινικά και ξένες γλώσσες.

  Στα 35 του έρχεται στο περιβόλι της Παναγίας στην Ι.Μ. Βατοπεδίου για 10 έτη, υπηρετεί ταπεινά αποδεικνύει τον σεβασμό και την υπακοή του στους πατέρες. Εξαιτίας της σπουδαίας μόρφωσης και αρετής του, αποκτά κύρος και φήμη σε όλο το Άγιον Όρος.

  Με εντολή της Συνάξεως αποστέλλεται στη Ρωσία. Ο σκοπός να γίνει φορέας ορθοδόξου φρονήματος, μεταφράζοντας και διορθώνοντας Εκκλησιαστικά Κείμενα. Η ευθύτητα του δεν τον απέτρεψαν να σχολιάσει τα κακώς κείμενα Α) Εκκλησίας και Β) Εξουσίας.

Α) Την εποχή αυτή στην πνευματική ζωή της Ρωσίας επικρατούσαν δύο τάσεις σχετικά με τον μοναχισμό. Η μία υποστήριζε ότι τα μοναστήρια δικαιούνταν να έχουν μεγάλη κτηματική  ιδιοκτησία που θα περιλάμβανε χωριά και δούλους χωρικούς. Η άλλη ακολουθούσε την ησυχαστική παράδοση του Αγίου Όρους, φρονώντας ότι οι μοναχοί δεν πρέπει να μπλέκονται σε μέριμνες βιοτικές και να αντιδικούν με τους χωρικούς για πράγματα υλικά.

Ο Μάξιμος –χωρίς να ταχθεί με κανέναν‐ υποστήριζε τις σωστές απόψεις της Ορθοδοξίας για την περιουσία. Τόνιζε πως η Εκκλησία δικαιούται να έχει κτηματική περιουσία για τα απολύτως αναγκαία πράγματα και για τη διενέργεια αγαθοεργιών. Χτυπούσε όμως τον υπερβολικό πλούτο ο οποίος, έλεγε, διαφθείρει τον άνθρωπο και σκοτίζει το νου του.

Β) Αφορμή για την σύγκρουση με την πολιτική ηγεσία δόθηκε όταν ο ηγεμόνας θέλησε να χωρίσει την ευσεβή σύζυγό του Σολομονή, επειδή δεν έκανε παιδιά για να αφήσει διάδοχο, και να παντρευτεί την Λιθουανή ετερόδοξη Ελένη. Ο Μάξιμος αντιτάχθηκε. Αυτή του η στάση προκάλεσε τη δυσμένεια του ηγεμόνα απέναντί του.

Έτσι μεταξύ του 1524‐25 διατάχθηκε η σύλληψή του. Του επιφυλάχθηκε μια θεαματική δίκη. Οι κατηγορίες εναντίον του ήταν χαλκευμένες και ψεύτικες. Τον κατηγόρησαν και του καταλόγισαν αίρεση, μαγεία, κατάκριση και συνωμοσία κατά του ηγεμόνα, κατασκοπεία υπέρ του Τούρκου σουλτάνου, κατάκριση για την αντικανονική διακοπή των σχέσεων της Ρωσικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, κατάκριση εναντίον των μοναστηριών και της Εκκλησίας για τις κτίσεις της σε γη και δούλους χωρικούς και άλλα διάφορα.

Έτσι τον καταδίκασαν σε εγκλεισμό στη μονή Βολοκαλάμσκ ως αιρετικό και ως αμετανόητο αμαρτωλό. Εκεί τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο σε απομόνωση και τον παρέδωσαν στην εκδίκηση των μοναχών που τόσο είχε ελέγξει. Το χειρότερο ήταν ότι του απαγόρευσαν τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή του στις ακολουθίες του Ναού.

Έξι χρόνια πέρασε ο όσιος Μάξιμος σε αυτή τη σκληρή σκλαβιά ανάμεσα σε εχθρικούς προς αυτόν μοναχούς σε ένα υγρό και στενό κελί, όπου υπέμεινε την πείνα, το κρύο, τη δυσωδία, και την στέρηση ασχολίας. Επί πλέον του αφαίρεσαν τα βιβλία και του απαγόρευσαν να γράφει. Η μόνη του παρηγοριά ήταν η θερμή και αδιάλειπτη προσευχή του.

Ο Κύριος όμως δεν τον εγκατέλειψε. Παρουσιάστηκε σε αυτόν άγγελος Κυρίου στη φυλακή ο οποίος τον στερέωσε στην υπομονή λέγοντάς του: «Υπομονή, γέροντα. Με αυτά τα πρόσκαιρα βάσανα θα λυτρωθείς από τα αιώνια». Παρηγορημένος από αυτή την ουράνια επίσκεψη ο Μάξιμος ευχαριστούσε από τα βάθη της καρδιάς του τον Κύριο και εξύμνησε το παράκλητο Άγιο Πνεύμα με ένα Κανόνα τον οποίο βρήκαν γραμμένο με κάρβουνα στον τοίχο του κελιού του. Αρχίζει με τις λέξεις: «ὁ μάννα τὸν Ἰσραὴλ πάλαι ἐν ἐρήμῳ θρέψας…».

Ο Μάξιμος παρέμεινε φυλακισμένος για 23 ολόκληρα χρόνια. Η εκδικητικότητα των κρατούντων δεν κάμφθηκε με τίποτε.

      Η δικαίωσή του

Μόλις το 1548 ο Άγιος Μάξιμος απελευθερώνεται και έρχεται να ζήσει στη μονή Αγίας Τριάδος έξω από την Μόσχα, στο σημερινό Ζαγκόρσκ, την οποία είχε ιδρύσει ο όσιος μοναχός Σέργιος. Ήταν αποκαμωμένος από το βάρος των δεσμών και τη ζοφερή φυλακή, από τις εσωτερικές και εξωτερικές θλίψεις και τα βάσανα. Έτσι έμεινε στη Ρωσία και αναπαύθηκε στα 1560, στις 21 Ιανουαρίου, σε ηλικία 90 χρόνων, αφήνοντας πίσω του ένα τεράστιο συγγραφικό έργο.

Στις πρώτες εικόνες μετά την κοίμησή του αγιογραφείται ως σοφός, αργότερα με φωτοστέφανο ως «άγιος Πατέρας» των Ρώσων. Παριστάνεται με μεγάλα γένια, ασπρομάλλης, κρατώντας βιβλίο ή ειλητάριο με γραμμένη την φράση, «Πίστις χωρίς των έργων νεκρά εστίν», η οποία ερμηνεύτηκε ως αιχμή κατά της τυπολατρίας του κλήρου και της συγκέντρωσης μεγάλης περιουσίας των μοναστηριών, αλλά και κατά της κακοδιοικήσεως του ηγεμόνα της Ρωσίας.

  Αναφέρονται πολλές θαυματουργικές ιάσεις προσώπων που έπασχαν από διάφορες ασθένειες.    Ο άρχοντας Αλέξιος Ιβάνοφ, που ήταν πολύ άρρωστος, δεκαέξι χρόνια μετά την κοίμηση του αγίου Μαξίμου θεραπεύτηκε με τις ευχές του, τρώγοντας κόλλυβα μετά την τέλεση της μνήμης του αγίου.

Το 1561 επί πατριάρχου Νίκωνος κάποιος ήλθε να εκπληρώσει ένα τάμα στην Λαύρα του Αγίου Σεργίου. Μετά την παράκληση που έψαλε στο παρεκκλήσι κουρασμένος κάθισε πάνω στην πλάκα ενός τάφου. Ξαφνικά κάποια δύναμη τον έριξε κάτω και κτύπησε πάρα πολύ. Αφού με δυσκολία πλησίασε, ρωτούσε τους ανθρώπους σε ποιόν ανήκε ο τάφος. Του απάντησαν: «Του μοναχού Μαξίμου του Γραικού». Τότε ζήτησε συγχώρηση από τον άγιο, έκανε παννυχίδα προς αυτόν και έγινε τελείως καλά.

Ο διακονητής Ιωάννης δεν πίστεψε στο θαύμα και με υπερηφάνεια κάθησε πάνω στον τάφο. Τρεις φορές έπεσε κάτω και τραυματίστηκε πολύ σοβαρά στο πρόσωπο. Συναισθάνθηκε το σφάλμα του και παρακάλεσε τον Κύριο στρεφόμενος στην εικόνα του να τον συγχωρήσει. Κοιμήθηκε και είδε κάποιον άγνωστο μοναχό να προσεύχεται προς τον Χριστό. Τον ρώτησε ποιός είναι, και του απάντησε: «Εγώ είμαι ο Μάξιμος ο Γραικός». Τότε ο Ιωάννης του ζήτησε συγχώρηση. Ο άγιος Μάξιμος του είπε με οργή: «Γιατί με ατιμάζεις; Άκουσες ότι την ίδια ημέρα κτύπησε ο άνθρωπος που κάθησε πάνω στον τάφο μου. Ιδού, για την απιστία σου τιμωρήθηκες όπως έπρεπε».

Οι Ρώσοι τον θεωρούν 2ο Φωτιστή τους. «Μέσω Μαξίμου γνωρίσαμε τον Θεό».

Επίσημα η Αγιοκατάταξη του Αγίου Μαξίμου επήλθε το 1988.

  Εκείνο που εντυπωσιάζει στον Άγιο είναι πως κι αν απέθανε ζει, στα βιβλία. Τα συγγράμματα του παραμένουν επίκαιρα. Ζει στο σημερινό γίγνεσθαι της απανταχού γης Ορθοδόξου Εκκλησίας. Απέδειξε περίτρανα, πόσο αξίζει ένας άνθρωπος να εντρυφά στο λόγο του Θεού και να τον διαδίδει. «Μακάριοι οι ακούοντες τον λόγον του Θεού και φυλάσσοντες αυτόν». (Λουκ. ια. 28). Τρισμακάριοι οι εντρυφώντες και διατρανώνοντες αυτόν.

Με το σαφή και χαριέστατο και πνευματικό λόγο του, «απεξέδυσε από τα ειδωλολατρικά στοιχεία την σύγχυση της Πίστεως των ανθρώπων των ήμερων εκείνων και προσέφερε ανόθευτη τη θεία διδασκαλία.

Διδαχές Αγίου:   «Λόγος Ζ΄ – Περί πειρασμών κατά την διάρκεια των ονείρων»

«Επειδή μέσα σου, θεομίσητε (διάβολε), βρίσκεται ο σπόρος κάθε ανομίας, θες να παραπλανήσεις τις ψυχές των ανθρώπων, άλλοτε με την βοήθεια των άστρων και άλλοτε με διαφόρων ειδών μαγείες, όπως με το πέταγμα των πουλιών, την νεφελοσκοπία, τα μάγια με το κριθάρι, το αλεύρι, τα όσπρια, την κίνηση του ματιού η το διάβασμα της παλάμης. Με όλα αυτά, ρίχνεις τους ανόητους στις φλόγες των υποχθονίων βασάνων… Μη με παραπλανάς αναφέροντας τον Δανιήλ και τον Ιωσήφ, πού λόγω της τελείας αρετής τους έλαβαν άνωθεν την σοφία να ερμηνεύουν τα όνειρα, τα οποία είδαν οι άρχοντες με την θεία πρόνοια. Δεν είμαι άξιος ούτε της σκιάς αυτών των αγίων ανδρών εξαιτίας των πτώσεων στην αμαρτία. Αυτοί ομοίαζαν με τους ασωμάτους Αγγέλους, εγώ όμως μόνο ως προς την εξωτερική μου μορφή και την σκέψη μου διαφέρω από τα άλογα ζώα, ενώ τους μοιάζω ως προς όλα τα άλλα, και κυρίως ως προς τα πάθη και τις επιθυμίες μου.                                                                                          Πηγή: Άπαντα Αγίου Μαξίμου Γραικού Λόγοι, Τόμος Α΄

Ο Μάξιμος ήταν ιδιαίτερα δυσαρεστημένος με τον κλήρο.
«Ποιος μπορεί να θρηνήσει πλήρως το σκότος που κάλυψε την γενεά μας! Οι ασεβείς περπατούν σαν λιοντάρια που βρυχούνται και απομακρύνουν από τον Θεό τους ευσεβείς, ενώ οι ποιμένες μας είναι πιο αναίσθητοι και από τις πέτρες. Βολεύτηκαν καλά και σκέπτονται μόνο για το πώς να σώσουν τον εαυτό τους… Δεν υπάρχει κανείς που θα συμβούλευε επιμελώς και θα νουθετούσε τους υβριστές, θα παρηγορούσε τους ταπεινούς, θα προστάτευε τους αδύναμους, θα στηλίτευε όσους αντιστέκονται στον λόγο της ευσεβείας, θα συγκρατούσε τους αισχρούς, θα καθοδηγούσε όσους έφυγαν από την αλήθεια και τον τίμιο τρόπο της χριστιανικής ζωής. Κανείς δεν θα αρνηθεί το αξίωμα του ιερέα από σωφροσύνη, κανείς δεν το ζητεί από θείο ζήλο για να διορθώνει τους άνομους και υβριστές. Αντιθέτως όλοι είναι έτοιμοι να το αγοράσουν δίνοντας μεγάλα δώρα και θέλοντας να ζήσουν τιμώμενοι και ευχαριστημένοι».

Στον ΚΣΤ λόγο του «ΠΕΡΙ ΠΡΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΑΤΑΣΘΑΛΙΩΝ ΤΩΝ ΑΡΧΟΝΤΩΝ»,                   ο Μάξιμος γίνεται στηλιτευτής κάθε ανώτατης εξουσίας. Παριστάνει το κράτος με την μορφή μιας γυναίκας που κάθεται στο σταυροδρόμι. φοράει μαύρο ρούχο, έχει το κεφάλι σκυμμένο μέσα στις παλάμες και τα γόνατά της και κλαίει απαρηγόρητα περιτριγυρισμένη από άγρια θηρία. Στην επίμονη ερώτηση του Μαξίμου περί του ποια είναι η γυναίκα απαντά:
«Εγώ, ω ξένε, είμαι μία από τις ευγενείς και ένδοξες θυγατέρες του Ουρανίου Βασιλέως. Το όνομά μου είναι Βασιλεία, αλλά ονομάζομαι και εξουσία και κυριαρχία και δικαιοσύνη.. Αυτή την υπέροχη ονομασία την έλαβα από τον Ύψιστο επειδή όσοι με κατέχουν θα πρέπει να είναι φρούριο και στήριξη για τους υπηκόους τους και όχι όλεθρος και ακατάπαυστη ατασθαλία. Αυτήν την σημασία έχει το όνομα Βασιλεία.».
«Οι σημερινοί κυβερνήτες από σκληρότητα δεν δέχονται καθόλου τις καλές συμβουλές αυτών που θέλουν το καλό τους. Επειδή αυξήθηκαν υπερβολικά τα πάθη τους, με κατέστησαν τελείως ανίκανη και με ατίμασαν. Ελάχιστοι όμως είναι αυτοί που πραγματικά θα με φρόντιζαν, θα με στόλιζαν. Αυτός ο έρημος δρόμος που βλέπεις, είναι ο τελευταίος ακόλαστος αιώνας, που στερείται ήδη από ευσεβείς βασιλείς, επειδή όλοι ασχολούνται τώρα με τα δικά τους και όχι με τα θεία.                          Δεν έχω τον Νάθαν, που με τη σοφή παραβολή νουθέτησε τον βασιλέα Δαυίδ. Δεν έχω ζηλωτές, σαν τον Ηλία και τον Ελισαίο, που δεν δείλιασαν μπροστά στους ανόμους βασιλείς της Σαμάρειας.  Δεν έχω τον μέγα Ιωάννη τον Χρυσόστομο, που δεν υπέκυψε στην προσβολή και δεν αγνόησε τα ζεστά δάκρυα της άμοιρης χήρας, αλλά στηλίτευσε την φιλαργυρία και την απληστία της βασίλισσας Ευδοξίας. Αφού λοιπόν δεν έχω πλέον αυτούς τους αγωνιστές και ζηλωτές μου, δεν είναι δίκαιο να μοιάζω με χήρα γυναίκα και να κάθομαι στον έρημο δρόμο του τωρινού ακόλαστου αιώνα; Αυτές είναι οι δυστυχίες μου, που αξίζει να προκαλούν πολλούς θρήνους.

Από τα στηλιτευτικά του συγγράμματα κάποια αφορούν τα ήθη της τότε Ρωσικής κοινωνίας.      Σ’ αυτά ελέγχει την εξωτερική επίπλαστη ευλάβεια και την απουσία εσωτερικού πνευματικού αγώνα. Τονίζει ότι οι άνθρωποι παροργίζουν τον Κύριο, όταν ενώ προσφέρουν «καλλίφωνους ύμνους, κωδωνοκρουσίες, και βαρύτιμο στολισμό στις εικόνες, δεν ελεούν τους πτωχούς και τα ορφανά και δεν απέχουν από το ψέμα και τα ελαττώματα.
Σε ένα έργο του με τίτλο «Λόγος ως εκ προσώπου της Θεοτόκου» προς τους πλεονέκτες και γεμάτους με κάθε κακία που ελπίζουν να ευαρεστήσουν με μεγάλους κανόνες, παρουσιάζει την Θεοτόκο να ομιλεί και να λέγει στον Χριστιανό. «Το συχνό σου Χαίρε θα γίνει ευχάριστο σε μένα, όταν απέχεις από το μίσος, το ψεύδος και την κλοπή των ξένων υπαρχόντων, δεν διαφέρεις από τον ειδωλολάτρη, έστω και αν καυχάσαι με το Βάπτισμα. Εγώ δεν σε εισακούω, έστω και αν ψάλλεις αμέτρητους κανόνες και τροπάρια με όμορφη και δυνατή φωνή».
Ο Μάξιμος κατέκρινε τις διάφορες δεισιδαιμονίες, που παρατήρησε στην Ρωσική κοινωνία.           Στον λόγο του «Περί Θείας Προνοίας και κατά των Αστρολόγων» σημειώνει:
«Μοναδικός απλανής αστέρας, ο οποίος σε οδηγεί προς την εργασία των οσίων αρετών, γνώριζε ότι είναι ο θείος και πάντοτε αγνός φόβος. Απ’ αυτόν πάντοτε να κρατείσαι ισχυρά πλέοντας ευθέως προς τον ουράνιο ακύμαντο λιμένα. Έτσι μοναδικός ολέθριος πλανήτης, που σε οδηγεί με μεγάλη ορμή στους κρημνούς και τις αβύσσους των κακών, είναι ο παμμίαρος δαίμων, ο όποιος σε απεδίωξε παλαιά από την Εδέμ με την βρώση του καρπού και τώρα πάλι προσπαθεί να σε αποκόψει από τον Δεσπότη Χριστό, τον Θεό σου, με την ολέθρια διδασκαλία των αστρολόγων…»

Στη συνέχεια παραθέτω έναν βίο Αγίου τον οποίο συνέγραψε, στον οποίο αποδεικνύεται η λογοτεχνική του δεξιοτεχνία.  «ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΣΗ ΑΥΤΟΠΤΟΥ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΝΕΟΦΑΝΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ».

“Ήταν κάποιος νέος πολύ ευσεβής, στολισμένος με εξωτερική εμφάνιση και είχε άφθονες ψυχικές αρετές, πιστός χριστιανός. Δεν είχε πλήρη μόρφωση, αλλά κατά νου είχε αξιέπαινα έθιμα. Και συνεχίζει: Ήταν σκλάβος ενός πλούσιου Αγαρηνού και βοσκούσε τα πρόβατα εκείνου σε εύφορα λιβάδια”.

Στη συνέχεια παρουσιάζει την όμορφη κόρη του Τούρκου, που αγαπά παράφορα τον νεαρό βοσκό, ο οποίος όμως αρνείται να την παντρευτεί, αν πρώτα δεν βαπτιστεί χριστιανή.

“Εκείνη, ερωτευμένη και μαγεμένη από την ομορφιά και τη λεβεντιά του χριστιανού νέου, συμφωνεί ν’ αλλαξοπιστήσει. Για χάρη του κάνει τα πάντα και τελικά αποφασίζουν να φύγουν μαζί έξω από την πόλη. Θέλουν να πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους γονείς και το σπίτι τους”.

“Αλλ’ ο βλέπων όλα τα καλά με ζηλόφθονο μάτι, δεν άφησε έξω από τα δικά του ζηλόφθονα δίχτυα και αυτή την υπόθεση. . Και συνεχίζει παραβάλλοντας τα ζηλόφθονα δίχτυα και τις μηχανορραφίες του Σατανά με το κατόρθωμα του διαβολικού Τούρκου, που κατάφερε τελικά να τους ανακαλύψει στο δάσος και να τους συλλάβει”.

Παρατηρούμε ότι ο Μάξιμος εκφράζεται με λογοτεχνική διάθεση, χρησιμοποιώντας χαριτωμένες εκφράσεις που θυμίζουν προχριστιανικούς ψαλμούς, όπως π.χ. ο γονέας του κοριτσιού σαν το πεινασμένο θηρίο που κατευθύνεται για κυνήγι μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες τους βρήκε κρυμμένους σε κάποιο δάσος σαν τα άκακα νεαρά ελάφια που κρύβονται από το θηρίο.

” Ο Αγαρηνός, πνέων μένεα, μόλις τους ανακάλυψε τραυμάτισε βάναυσα με φοβερό ξυλοδαρμό τον νεαρό βοσκό, γιατί δεν ήξερε ότι τα δύο παιδιά, παρά τον παράφορο έρωτά τους, ήταν ακόμη αγνά.

Ο Τούρκος έδεσε το βοσκό σφιχτά και τον ξανάφερε στο σπίτι του. Εκεί έμεινε άναυδος όταν πληροφορήθηκε από την ίδια του την κόρη ότι ο βοσκός ήταν αγνός και εγκρατής και ότι χάρη σ’ αυτόν παρέμεινε αγνή και ανέγγιχτη. Αμέσως γαλήνεψε και αντιμετώπισε ψύχραιμα την κατάσταση. Θαύμασε τη δύναμη της εγκράτειας του νεαρού υποτακτικού του και μεταβλήθηκε από οργίλος εκδικητής σε πράο υποψήφιο πεθερό.

Προσπάθησε με γλυκά λόγια να κάνει το βοσκό να δεχθεί τις προτάσεις του λέγοντας: Να απαρνηθείς, ώ καλό μου παιδί, τη δική σου πατρική πίστη, να δεχθείς τη δικιά μου και να είσαι όπως εγώ και θα δέσω εσένα με την κόρη μου που επιθυμείς με γάμο, και θα σε κάνω γενικό κληρονόμο όλων των κτημάτων μου.

Αλλά οι προτάσεις του Τούρκου κρίθηκαν απαράδεκτες από το νεαρό βοσκό. Το χριστιανόπουλο, ακούγοντας ότι ο Τούρκος του έδινε την κόρη και την περιουσία με την προϋπόθεση ν’ απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη του, σηκώθηκε με ορμή όρθιος και η ύπαρξή του πλημμύρισε ευθύς από το Άγιο Πνεύμα. Φλογίστηκε και φωτίστηκε η αγνή του ψυχή με τη θεϊκή αγάπη και, ως φυσικό επακόλουθο, του γεννήθηκε η υπέροχη και υπέρτατη επιθυμία του μαρτυρίου. Θεία ακτινοβολία τον περιέλουσε και έλαμψε ολόκληρος”.

Η απάντηση του νέου είναι μαχητική και μακροσκελής και συνεχίζει αποφασιστικά και εμφατικά με τη διατύπωση της ομολογίας πίστεώς του: «Εγώ την πίστη στο Θεό μου θα την διαφυλάξω αγνή, όσο έχω τις δυνάμεις μου, εσένα και τα πλούτη και την κόρη σου, και την ίδια την πλάνη του άθεου Μωάμεθ με χαρά την εξεμώ».

Ο Αγαρηνός εκνευρίσθηκε σφόδρα και όπως ένας λυσσασμένος σκύλος επιτέθηκε κατά του νεαρού και άρχισε να τον κτυπά με γροθιές και κλωτσιές. Ύστερα του έβαλε σχοινί στο λαιμό και δένοντας τα χέρια πίσω τον έσυρε απάνθρωπα και τον παρουσίασε στο δικαστή. Οι λόγοι και οι αιτίες της παραπομπής του γενναίου και θεοσεβούς νέου είναι οι ίδιες οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν: ληστεία, απαγωγή και βλασφημία. Οι δύο πρώτες κατηγορίες όμως δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον κατή. Γι’ αυτόν ικανοποιητική, για να προχωρήσει στην καταδίκη του νέου, είναι η τρίτη κατηγορία.

“Στο δικαστήριο ο κατής προσπαθεί να καλοπιάσει και να πείσει τον αξιόλογο νεαρό με υποσχέσεις, γλυκόλογα και δολοπλοκίες. Επιδίωξε να πετύχει τα ακατόρθωτα. Προσπάθησε να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός από τον προσβεβλημένο Τούρκο πατέρα”.

Ο δεξιοτέχνης του ωραίου λόγου, Μάξιμος, συνεχίζει:

” Προσπαθούσε ο κατής να αφανίσει τον ψυχικό στύλο του εξαίρετου νέου, αλλά συνάντησε σ’ αυτόν αμετακίνητο βουνό, το οποίο και προσπαθούσε να μετακινήσει από τη θέση του και σαν να ήθελε με την βελόνα να ελέγξει τον σκληρότατο αδάμαντα.

Όταν ο κατής βεβαιώθηκε ότι με κανέναν τρόπο, με καμία υπόσχεση και με κανένα επιχείρημα ή και βασανιστήριο, δεν θα μπορούσε να κάμψει την πεποίθηση του εξαίρετου νέου, διέταξε να τον θανατώσουν μαρτυρικά.

Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Στη συνέχεια τον σήκωσαν σιγά-σιγά από τη γη και τον κατέβαζαν κάτω απότομα”.

Η λύση

“Τρεις φορές μαρτύρησε κατ’ αυτόν τον τρόπο και την τρίτη φορά πέθανε. Η χαρά του μάρτυρα που πραγματοποιεί την υπέρτατη θυσία για το Χριστό, πηγαίνοντας να κατακτήσει την ουράνια ζωή, διακρινόταν εκείνη τη στιγμή στο τελευταίο βλέμμα του θνητού από τη γη προς τον Ουράνιο Πατέρα”.

Η θρησκευτική αποκορύφωση του δράματος: Τρεις φορές ομολόγησε το Χριστό και τρεις φορές πέθανε γι’ Αυτόν είναι μια συγκλονιστική έκφραση που αποκαλύπτει και το μεγαλείο της αγνής ψυχής του.

Το συμπέρασμα – δίδαγμα

Ο Μάξιμος τελειώνει τη μοναδική αυτή διήγηση – μαρτυρία από τη ζωή του στην πατρίδα του με τη διατύπωση ενός τελικού διδάγματος. Σημειώνει ότι αποτελεί ντροπή για τη χριστιανική συμπεριφορά ο παράνομος δεσμός δύο νέων. Και τονίζει ότι σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα, αν δε συναφθεί νόμιμος γάμος, είναι προτιμότερο, ως ευσεβείς και πιστοί χριστιανοί, να διαλογιζόμαστε και να ζούμε με βάση την αιδώ και την αγνότητά μας. Είναι προφανές ότι η διήγηση έχει γραφεί ειδικά για να διαβαστεί από το ρωσικό λαό.

Περαιώνοντας την φτωχή ομιλία μου, ζητώ συγγνώμη από τον Όσιο Μάξιμο για την αδικία που του προσφέρω μη καταφέρνοντας να περιγράψω όπως αξίζει στο βάθος αλλά και το ύψος της ζωής του, τους θησαυρούς της σοφίας του. Ελπίζω όμως πως δεν συμφέρει μόνο να γνωρίσουμε τον βίο του Αγίου εξωτερικά, όσο μετράει να τον βιώσουμε πνευματικώς εσωτερικά, τον σκοπό για τον οποίο έζησε και να ακολουθήσουμε το δρόμο του, τις αρετές που θα μας ενώσουν με τον Θεό και θα μας οδηγήσουν στη Βασιλεία των Ουρανών, συντροφιά με τους Αγίους και τους Αγγέλους. Αμήν!

Ως επίλογο θα αναγνώσω στην αγάπη σας, ένα ποίημα το οποίο απαντά στις αντιφάσεις και στις απορίες της ζωής, το οποίο ανταποκρίνεται και στην Σταυρική πολιτεία των Αγίων:

 

Ζήτησα από το Θεό να μου δώσει δύναμη,

κι Αυτός που έδωσε δυσκολίες για να τις ξεπεράσω.

Του ζήτησα σοφία,

κι Αυτός μου έδωσε προβλήματα να μάθω να λύνω.

Του ζήτησα θάρρος,

κι Αυτός μου έδωσε κινδύνους να ξεπερνώ.

Του ζήτησα αγάπη,

κι Αυτός μου έδωσε προβληματικά άτομα να βοηθώ.

Του ζήτησα χάρες

κι Αυτός μου έδωσε ευκαιρίες να εκμεταλλευτώ.

Απ’ ότι ζήτησα δεν πήρα τίποτα – τίποτα από αυτά που ήθελα

Πήρα όμως τα πάντα – αυτά που πραγματικά χρειαζόμουνα.

Η προσευχή μου εισακούστηκε!

 

 

Εφημέριος Ι.Ν. Παναγίας Παραβουνιώτισσας

 

π. Χαράλαμπος Ραμαντανάκης