Λόγος ΛΕ΄: Επιστολή παρηγορητική (Άγιος Μάξιμος Γραικός)

Δεν παύει ποτέ ο άρχων του κακού, ο ανθρωποκτόνος και μισάνθρωπος διάβολος, εξαιτίας του μεγάλου φθόνου του, να καταπολεμά και να πλανά με κάθε τρόπο τους ανθρώπους επιθυμώντας να τους καταστρέψει, επειδή θεωρεί τον όλεθρο των ανθρώπων χαρά και θρίαμβό του, μολονότι γνωρίζει ο ανόσιος ότι με αυτόν τον τρόπο ετοιμάζει γι’ αυτούς πολύ μεγάλα και πικρά βάσανα.

Αυτή είναι, ευγενέστατε ηγεμόνα Δημήτριε, η έχθρα και η μανία του εναντίον μας. Ποιος στέρησε τον γενάρχη μας από τον μακάριο και αγγελικό βίο στον παράδεισο του Θεού; Αυτός είναι που διά του τρομερού όφεως αποπλάνησε την προμήτορά μας Εύα και δι’ αυτής τον πρωτόπλαστο Αδάμ και συνεπώς ολόκληρο το άθλιο γένος των ανθρώπων [1] και εισήγαγε και τον σωματικό και τον πνευματικό θάνατο [2]. Ο θάνατος αυτός συνεχιζόταν μέχρι την ενανθρώπηση του Δημιουργού και Σωτήρος μας Ιησού Χριστού, με την φιλάνθρωπη και θεϊκή έλευση του οποίου καταλύθηκε η πλάνη του εχθρού. Αποδυναμώθηκε το κράτος του πνευματικού θανάτου, όταν ο Σωτήρας μας κατέβηκε στον Άδη και κατέλυσε το σκότος του, που είναι η στέρηση του φωτός της ζωής εν Θεώ.

Ποιος γέμισε με φθόνο και φόνο την απάνθρωπη ψυχή του ακολάστου Κάιν που με το αδελφικό χέρι έχυσε το ενάρετο αίμα του αδελφού του [3]; Προφανώς ο ίδιος ο θεομάχος ο διάβολος ζήλεψε αυτόν τον ενάρετο, αφού τον διέκρινε από την θυσία την ευάρεστη στον Θεό, τον Κύριο και Διδάσκαλο των ανθρώπων, τον μόνο που μπορεί να διδάξει τους ανθρώπους, πως να εξιλεωθούν ενώπιον του Δημιουργού. Ποιος οδήγησε ολόκληρο τον πρώτο κόσμο στον κατακλυσμό; Δεν είναι ο ίδιος, αφού τους προέτρεψε με την ακόρεστη και κτηνώδη πλάνη και με κάθε αισχρή πράξη να εξοργίσουν τον Δημιουργό τους [4]; Ποιος χώρισε σε διάφορες δια­λέκτους την μία και μόνη μέχρι τότε γλώσσα; Δεν είναι ο ίδιος ο κάκιστος, που συμβούλευσε τους ανθρώπους να κτίσουν τον πανύψηλο πύργο [5], ώστε, αν ο Θεός τους έστελνε άλλη μία φορά τον κατακλυσμό, να μην μπορεί να τους πνίξει, επειδή οι ανόητοι ήλπισαν να υπερνικήσουν την παντοδύναμη ισχύ του Θεού με την ανθρώπινη σκέψη; Ποιος πούλησε ως σκλάβο τον δισέγγονο του πιστού γενάρχη Αβραάμ, τον πάγκαλο Ιωσήφ, όταν ήταν στην παιδική ηλικία, με τα χέρια των αδελφών του στους Ισμαηλίτες [6]; Ήταν ο ίδιος, ο κάκιστος, που προσπάθησε να καταστρέψει τον ενάρετο, φοβούμενος να μην αυξηθεί δι’ αυτού η γενεά του πιστού Αβραάμ και να μην απλωθεί αυτή σε όλη την οικουμένη με την ευλογία του Αβραάμ, του Ισαάκ και του Ιακώβ, δηλαδή με την αληθινή θεογνωσία, σύμφωνα με την υπόσχεση που έδωσε ο Θεός στον μακάριο Αβραάμ: «Η μην ευλογών ευλογήσω σε, και πληθύνων πληθυνώ το σπέρμα σου… και ενευλογηθήσον­ται εν τω σπέρματί σου πάντα τα έθνη» [7]. Εδώ ως «ευλογία» ο Δημιουργός εννοεί την αλάνθαστη θεογνωσία και την δωρεά του Αγίου Πνεύματος, για το οποίο ο άγιος Απόστολος Παύλος λέγει: «Ου γαρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας, εν ω κράζομεν· αββά ο πατήρ» [8]. Και ο πιστός Απόστολος Πέτρος λέγει: «Μετανοήσατε, και βαπτισθήτω έκαστος υμών επί τω ονόματι Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και λήψεσθε την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Υμίν γαρ εστιν η επαγγελία» [9]. Από τα λόγια αυτά του αποστόλου είναι φανερό ότι αυτό που υπόσχεται ο Θεός στον Αβραάμ και σε όλους τους λαούς, οι οποίοι θα πίστευαν στον Χριστό, που επρόκειτο να σαρκωθεί αργότερα, δεν είναι ο πλούτος και η αφθονία των εφήμερων αγαθών, αλλά η καθαρή θεογνωσία, η αλήθεια και το πλήρωμα κάθε αρετής του Αβραάμ διά του Αγίου Πνεύματος.

Και ποιος αυτόν τον ενάρετο Ιώβ, για τον οποίο ο ίδιος ο Ύψιστος έδωσε μαρτυρία ότι είναι άμεμπτος και θεάρεστος [10], τον έβαλε να κάθεται στην κοπριά χωρίς ένδυμα, γυμνό, στερημένο από κάθε περιουσία, άστεγο, σαν έναν απλό άνθρωπο, χωρίς υπηρέτες και διασκέδαση, γεμάτο κοπριά ολόκληρο, από το κεφάλι ως τα πόδια [11]; Δεν ήταν ο ίδιος ο θεομίσητος που τον συκοφάν­τησε στον Ύψιστο λέγοντας: «Μη δωρεάν Ιώβ σέβεται τον Κύριον» [12]; Και ποιος ήταν που έριξε στον λάκκο τον προφήτη Δανιήλ και τον έκλεισε μαζί με λιοντάρια [13], ενώ έριξε δεμένους τους τρεις εφήβους στην κάμινο του πυρός; Δεν ήταν αυτός ο ασεβής, που κέντρισε με την ζήλεια τις καρδιές των Περσών αξιωματούχων εξαιτίας της ιδιαίτερης τιμής, την οποία οι άγιοι αξιώθηκαν από τους βασιλείς τους [14]; Ποιος ήταν αυτός που ανάγκασε τον εκλεκτό του Θεού και τον χριστό του Δαυίδ να περιπλανιέται πολλά χρόνια από έναν τόπο στον άλλο και από έναν λαό στον άλλο; Δεν ήταν ο ίδιος που παρακίνησε εναντίον του τον φθονερό Σαούλ, τον βασιλέα του Ισραήλ [15];

Ποιος ήταν αυτός που αποκεφάλισε τον πιο μεγάλο από τους προφήτες, τον Ιωάννη τον Πρόδρομο; Δεν ήταν αυτός, που έστειλε τον φθόνο εναντίον του στην κακή και αισχρή Ηρωδιάδα [16]; Ποιος ήταν αυτός που σταύρωσε τον ίδιο τον Σωτήρα και Κύριο της ζωής μας και τον σκότωσε κατά την ανθρώπινη φύση και όχι κατά την Θεότητα, που είναι αθάνατη και απαθής; Δεν είναι ο ίδιος ο αντίθεος που όπλισε με φθόνο και οργή τις ψυχές των θεο­μάχων Γραμματέων και Φαρισαίων; Δεν ήταν αυτός που γέμισε όλη την οικουμένη με τα αίματα των μαρτύρων, χρησιμοποιώντας τους απίστους βασιλείς της παλαιάς Ρώμης, που έτρεφαν μεγάλη έχθρα κατά των πιστών του Χριστού;

Έχοντας αυτόν τον άσπονδο εχθρό, τον λυσσασμένο διώκτη και φθονερό κυνηγό των ψυχών μας, ευγενή ηγεμόνα και κύριέ μου Δημήτριε, ας μην απορούμε με τις δυστυχίες που μας βρίσκουν. Είναι αδύνατο για οποιονδήποτε άνθρωπο που ήλθε σε αυτόν τον κόσμο, ακόμη και αν έφθανε αυτός σε μεγάλη ευτυχία, να διάγει αυτήν την πολύπαθη ζωή χωρίς διάφορες θλίψεις. Ο αψευδής μάρτυς αυτού είναι εκείνος ο ψαλμωδός [17], που λέγει: «Ποία του βίου τρυφή διαμένει λύπης αμέτοχος; Ποία δόξα έστηκεν επί γης αμετάθετος; Πάντα σκιάς ασθενέστερα. Πάντα ονείρων απατηλότερα. Μία ροπή και ταύτα πάντα θάνατος διαδέχεται». Επίσης και ο μακάριος Δαυίδ λέγει: «Πολλαί αι θλίψεις των δικαίων, και εκ πασών αυτών ρύσεται αυτούς ο Κύριος» [18].

Αν όμως οι δίκαιοι κατά την κρίση του Θεού υποφέρουν από πολλές θλίψεις, πως τότε εγώ, ο τόσο αμαρτωλός, να καταφέρω να περάσω αυτήν την ζωή χωρίς θλίψεις και πίκρες; Και το εννοώ αυτό για την περίπτωση που υπάρχει κάποια μέριμνα του δικαίου Κριτή για την σωτηρία μου. Ξέρω όμως και είμαι απόλυτα πεπεισμένος, ότι Αυτός μεριμνά για την σωτηρία όλων, όσοι πιστεύουν σε Αυτόν, και διευθετεί τα πάντα προς όφελος των ψυχών μας.

Ας μη θλιβόμαστε και απελπιζόμαστε υπερβολικά. «Μακάριος ο άνθρωπος, ον αν παιδεύσης, Κύριε, και εκ του νόμου σου διδάξης αυτόν του πραΰναι αυτόν αφ’ ημερών πονηρών» [19], λέγει η Αγία Γραφή. Και μία άλλη διδαχή λέγει: «Υιέ, μη ολιγώρει παιδείας Κυρίου, μηδέ εκλύου υπ’ αυτού ελεγχόμενος· ον γαρ αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» [20]. Και ο μακάριος Παύλος λέγει: «Ει παιδείαν υπομένετε, ως υιοίς υμίν προσφέρεται ο Θεός· τις γαρ εστιν υιός ον ου παιδεύει πατήρ; Ει δε χωρίς εστε παιδείας, ης μέτοχοι γεγόνασι πάντες, άρα νόθοι εστέ και ουχ υιοί» [21]. Και λίγο παρακάτω λέγει: «Πάσα δε παιδεία προς μεν το παρόν ου δοκεί χαράς είναι, αλλά λύπης, ύστερον δε καρπόν ειρηνικόν τοις δι’ αυτής γεγυμνασμένοις αποδίδωσι δικαιο­σύνης» [22].

Ευγενέστατε κύριέ μου, ηγεμόνα Δημήτριε! Συγχώρεσέ με για όνομα του Κυρίου, επειδή από μεγάλη πνευματική αγάπη, που τρέφω σε όλους, τόλμησα να γράψω σύντομα στην ευγένειά σου αυτήν την μικρή παρηγορία. Από ό,τι υπέφερα ο ίδιος κατά την διάρκεια πολλών ετών, έμαθα και διδάσκω και τους άλλους να έχουν την ίδια υπομονή στις απρόσμενες πίκρες, που τους στέλνουν οι άρρητες βουλές του Θεού για τα διάφορα αμαρτήματά μας. Επειδή όλοι μας ως άνθρωποι αμαρτάνουμε καθημερινά παραβαίνοντας τις εντολές του Θεού ενώπιον του δίκαιου Κριτή, που θα ανταποδώσει στον καθένα ανάλογα με τις πράξεις του.

Να σε φυλάξει ο Κύριος πάντοτε εν υγεία σώματος και ψυχής και να σε σώσει από τις παρούσες θλίψεις. Αμήν. Για όνομα του Θεού, μην θλίβεσαι, αλλά έχε θάρρος, ενδυνάμωσε την καρδιά σου και να είσαι κοντά στον Κύριο με ευγνωμοσύνη, με πίστη, χωρίς αμφιβολίες και σταθερή ελπίδα. Υποκλίνομαι στην ευγένειά σου, ο πτωχός προσκυνητής σου.

 

 

Παραπομπές:

1. Βλ. Γέν. 3,1-7. 2. Πρβλ. Σοφ. Σολ. 2,24. 3. Βλ. Γέν. 4,3-8. 4. Βλ. Γέν. 6,5-8. 7,1-24. 5. Βλ. Γέν. 11,1-9. 6. Βλ. Γέν. 37,25-30. 7. Γέν. 22, 17-18. 8. Ρωμ. 8, 15. 9. Πράξ. 2, 38-39. 10. Πρβλ. Ιώβ 1,1. 11. Πρβλ. Ιώβ 1,12-2,8. .12 Ιώβ 1, 9. 13. Βλ. Δαν. 6,5-24. 14. Βλ. Δαν. 3,8-50. 15. Βλ. Α´ Βασ. 18,1 κ.ἑξ. 16. Πρβλ. Ματθ. 14,3-12. Μάρκ. 6,17-29. 17. Βλ. ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Νεκρώσιμος ακολουθία. 18. Ψαλμ. 33, 20. 19. Ψαλμ. 93, 12-13. 20. Παρ. 3, 11-12. 21. Εβρ. 12, 7-8. 22. Εβρ. 12, 11.

 

(ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ ΛΟΓΟΙ, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου)

ΛΟΓΟΣ ΛΒ΄: Επιστολή προς τον ιερέα Σίλβεστρο

 

ΛΟΓΟΣ ΛΒ΄
Επιστολή προς τον ιερέα Σίλβεστρο [1]

Στον τιμιότατο των ιερέων του Υψίστου, τον στολισμένο με κάθε ικανότητα στην γνώση και την κατανόηση της Αγίας Γραφής, τον έξοχο διανοητή, κύριο Σίλβεστρο, τον ευεργέτη μου, ο άχρηστος γνωστός μοναχός υποκλίνεται πολλές φορές ταπεινότατα.

Θεωρώ αξιοκατάκριτο εκ μέρους μου να κρύβω από εσένα αυτό, που μου ενέπνευσε το Άγιον Πνεύμα για τη στερέωση της αληθείας της ορθόδοξης χριστιανικής πίστεώς μας. Τολμώ όμως να το κάμω υπακούοντας τα λόγια του τροπαρίου, που λέγει, «Του κρύψαντος το τάλαντον, την κατάκρισιν ακούσασα, ψυχή μου, μη κρύπτε λόγον Θεού· κατάγγελε τα θαυμάσια Αυτού» [2], καθώς και ακούγοντας τα λόγια του αποστόλου, που ανυψώθηκε ως τον τρίτο ουρανό: «Συ ούν, τέκνον μου, ενδυναμού εν τη χάριτι τη εν Χριστώ Ιησού, και α ήκουσας παρ’ εμού διά πολλών μαρτύρων, ταύτα παράθου πιστοίς ανθρώποις, οίτινες ικανοί έσονται και ετέρους διδάξαι» [3].

Να δεχθείς από εμένα με αγάπη τα παρακάτω λόγια, και αν, αφού τα διαβάσεις, φανούν στην μεγάλη σοφία σου σωστά, απόδωσε την δόξα σε Αυτόν που με φώτισε, αν όμως βρείς μέσα τους κάποιο σφάλμα, να με διορθώσεις, σε παρακαλώ, με την σοφία που διαθέτεις.

Εάν ο Απόστολος Παύλος, εκλεκτό δοχείο του Χριστού, θεώρησε δίκαιο να θέσει στην κρίση του Πέτρου και του Ιακώβου το Ευαγγέλιο που εκήρυττε στα έθνη, για να βεβαιωθεί ότι το εκήρυττε ορθώς και όπως έλεγε, «μήπως εις κενόν τρέχω η έδραμον» [4], εγώ ο ανόητος και αγράμματος, ακόμη περισσότερο πρέπει να ζητήσω την γνώμη σου, που είσαι τόσο πολυμαθής και ελεήμων προς αυτούς που ζητούν βοήθεια, όπως άκουσα από όλους. Γι’ αυτό και τόλμησα με καλή ελπίδα να στραφώ στην ευσπλαγχνία σου, για να ευδοκήσεις να υπενθυμίσεις στον ευσεβή τσάρο και αυτοκράτορα Πασών των Ρωσιών για τα παιδιά του μακαρίτη Νικήτα, υιού του Μπόρις. Να ελεήσει ο άρχοντας και να δείξει την ευσπλαγχνία του προς αυτά, επειδή βρίσκονται σε μεγάλη ένδεια και ανάγκη. Έχουν μεγάλο χρέος και τρεις αδελφές, για τις οποίες δεν έχουν προίκα, για να τις παντρέψουν. Δείξε ευσπλαγχνία, εν ονόματι του Θεού, βοήθησέ τους, αφού είσαι τόσο φιλεύσπλαγχνος. Σε παρακαλώ, τιμιότατε ιερέα, να βοηθήσεις την πολύπαθη χήρα και τα ορφανά της, να σβήσεις με την δροσιά της ευσπλαγχνίας σου την θλίψη τους και να στεγνώσεις τα πικρά δάκρυα που χύνουν ασταμάτητα. Να είσαι προστάτης των χηρών και πατέρας των ορφανών, όπως εκείνος ο ενάρετος και πολύπαθος. Ας μην λησμονήσουμε ο,τι είπε ο απόστολος: «Θρησκεία καθαρά και αμίαντος παρά τω Θεώ και πατρί αύτη εστίν, επισκέπτεσθαι ορφανούς και χήρας εν τη θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από του κόσμου» [5]. Να σε φυλάει πάντοτε με την αγαθότητά του ο Κύριος και Θεός μας Ιησούς Χριστός.

 

Παραπομπές:

1. Ο Σίλβεστρος υπηρετούσε ως πρωθιερέας στον ανακτορικό Καθεδρικό Ναό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο. Ανήκε στον κύκλο των εκλεκτών του ηγεμόνα-τσάρου Ιβάν Δ´ του Τρομερού και είχε τρομερό κύρος στους αυλικούς και εκκλησιαστικούς κύκλους της Μόσχας.
2. Δοξαστικόν των Αίνων της Μεγάλης Τρίτης, Τριώδιον.
3. Β΄ Τιμ. 2, 1-2.
4. Γαλ. 2, 2.
5. Ιακ. 1, 27.

πηγη.πεμπτουσια

ΛΟΓΟΣ ΛΔ΄: Επιστολή προς τον διάκονο Γρηγόριο

Επιστολή προς τον διάκονο Γρηγόριο.

Κύριέ μου, αδελφέ μου εν Κυρίω, διάκονε του Χριστού, Γρηγόριε! Αν γνωρίζεις το αμάρτημά σου και διορθωθείς, μην απορείς, για όνομα του Χριστού, με την ανοησία μου. Η καρδιά μου ασθενεί πνευματικά, επειδή ατακτείς τόσο απρεπώς και μάλιστα ενσυνείδητα. Κατ’ αυτές τις άγιες ημέρες, άφησες τα ιερά, «άτινά εστι του Θεού» [1], και εορτάζεις κοσμικά για να ευχαριστήσεις τον λάρυγγα και την κοιλία σου, που είναι φθαρτά.

Που είναι ο φόβος του Θεού και η μνήμη του θανάτου και εκείνων των τρομερών βασάνων, τα οποία θα είναι στην Κρίση του Χριστού; Η λησμόνησες εκείνον που είπε, «μέθυσοι βασιλείαν Θεού ου κληρονομήσουσι» [2], όπως και την εντολή του Θεού που λέγει, «προσέχετε δε εαυτοίς μήποτε βαρηθώσιν υμών αι καρδίαι εν κραιπάλη και μέθη και μερίμναις βιοτικαίς» [3] και τα υπόλοιπα που γνωρίζεις; Έτσι λοιπόν, Γρηγόριε, τηρείς τις εντολές του Χριστού, τους νόμους και τους κανόνες των Πατέρων; Η δεν θυμάσαι ότι Αυτός θα μας κρίνει αυστηρώς κατά τις εντολές Του; Μπορεί όμως να πείς: Αφού καλοί άνθρωποι με παρακίνησαν, μπορούσα να τους παρακούσω; Γρηγόριε! Και ο Χριστός, κατά την γνώμη σου, δεν είναι καλός, ο οποίος με όλη την Αγία Γραφή σε καλεί στην ουράνια ευωχία; Τι πιο χρήσιμο, πες μου, είναι για μας, αν έμεινε μέσα σου ακόμη έστω και μία σταγόνα χριστιανικής λογικής, ο Χριστός με όλους τους αγίους Του και την ουράνια ευωχία η οι θνητοί άνθρωποι και τα διαβολικά γλέντια; Μην απορείς με αυτόν τον λόγο μου, διότι δεν είναι ο δικός μου, αλλά του αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου. Αν, παρόλο που ο Χριστός σε αποκάλεσε άλας της γης, διαπράττεις ατασθαλίες, τότε με τι θα αλατιστεί η γη; «Υμείς εστε το άλας της γης· εάν δε το άλας μωρανθή, εν τίνι αλισθήσεται; Εις ουδέν ισχύει έτι, ει μη βληθήναι έξω» από την βασιλεία των ουρανών «και καταπατείσθαι υπό των ανθρώπων» [4]. Γρηγόριε! Θυμήσου το ρηθέν: «Εκείνος δε ο δούλος, ο γνούς το θέλημα του κυρίου εαυτού και μη ετοιμάσας μηδέ ποιήσας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς» [5]. Αν πιστεύεις σε αυτόν τον λόγο, να διορθωθείς ενώπιον του φοβερού Κριτή, αν όμως δεν πιστεύεις, θα το δείς ο ίδιος.

 

1. Α΄ Κορ. 6, 20.
2. Α΄ Κορ. 6, 10.
3. Λουκ. 21, 34.
4. Ματθ. 5, 13.
5. Λουκ. 12, 47-48.

Προσευχή προς την Υπεραγία Θεοτόκο (Άγιος Μάξιμος Γραικός)

38703309_1458534770956960_1322610396841902080_n

Λόγος ΜΒ΄: Προσευχή προς την Υπεραγία Θεοτόκο (Άγιος Μάξιμος Γραικός)

Εσένα, που υπερέχεις των ασωμάτων θείων τάξεων με την ασύγ­κριτη αγνότητα, εσένα ικετεύω, πολυύμνητη, να εξαγνίσεις την αισχρή ψυχή μου από τις άνομες σκέψεις, που γεννιούνται εντός μου εξαιτίας της μακρόχρονης ροπής προς τις σαρκικές επιθυμίες. Επιθυμίες που ο πονηρός δαίμονας δεν σταματά να σπέρνει, ταράσσοντας, μολύνοντας και διασπώντας την διά­νοιά μου με αισχρές και πονηρές σκέψεις, επειδή φθονεί την σωτηρία της ψυχής μου. Γι’ αυτό, σε ικετεύω, Παναγία, μην με περιφρονείς, καθώς βυθίζομαι ελεεινά σε αυτόν τον βρωμερό βούρκο, αλλά καθάρισέ με από αυτήν την δυσοσμία με το ευωδιαστό μύρο των δεήσεών Σου και διάλυσε με το γλυκύτατο φως της θείας αγάπης Σου όλο το σκοτάδι της ψυχής μου. Με το χαλινάρι του αγνού φόβου, που πάντοτε υπάρχει μέσα μου, συγκράτησε στον αιώνα την κίνηση της μαινομένης σάρκας, για να μπορέσω να ικετεύω πάντοτε με καθαρή καρδιά τον Σωτήρα μου, ο οποίος είναι πάν­αγνος κατά την φύση Του, και να ζητήσω την συγχώρεση για όλες τις ανομίες, με τις οποίες Τον εξόργισα ζώντας σαν άλογο κτήνος και διαπράττοντας κάθε άνομη πράξη. Δεν φοβήθηκα όμως ούτε την φοβερή Κρίση Του ούτε το αιώνιο πυρ, ούτε το αδιαπέραστο σκότος, ούτε τον αεικίνητο σκώληκα, ούτε τον φοβερό βρυγμό των οδόντων, αλλά σαν ατίθασο άλογο δάγκωσα το χαλινάρι και κάλπασα μακριά –ουαί!– από τον καλό ποιμένα και άρχοντά μου, που δεν λυπήθηκε την ψυχή Του, αλλά την παρέδωσε σε επαίσχυντο θάνατο, περνώντας διά της φιλανθρωπίας Του από αναρίθμητα πάθη, για να με απελευθερώσει από τα πάθη που υποτάχθηκα, και να ανακτήσω την δόξα που έχασα. Τι άβυσσος γενναιοδωρίας και φιλανθρωπίας του Κυρίου για τον καταδικασμένο!

Πράγματι πόσο ανώτερο είναι από κάθε ιδέα και λόγο, προκαλεί δε μεγάλο θαυμασμό, αλλά και τρόμο σε όσους έχουν τις σκέψεις τους γεμάτες με τον φόβο του Θεού και πιστεύουν αρκετά ότι, αν ο Θεός δώσει εντολή να Τον ακολουθήσουν, πρέπει να κλείσουν το στόμα τους με το χέρι της πίστεως χωρίς καμμία αντίρρηση, σαν αμίλητο νήπιο, που με αγάπη και φόβο υπακούει στις εντολές της μητέρας του, καθώς βρίσκεται δίπλα της. Αυτός που δημιούργησε και συνέχει τα πάντα, είναι Φως εκ του Φωτός και Ήλιος εκ του Ηλίου, ο Θεός-Λόγος, που ταυτίζεται με Εκείνον που τον γέννησε, ο οποίος ελέγχει τα όρια ζωής και θανάτου, από το βλέμμα του Οποίου σείεται η γη, ενώ η θάλασσα φεύγει ταραγμένη από το πρόσωπό Του. Αυτός καταδικάστηκε για τους αδίκους και τους δούλους, για τους χοϊκούς ανθρώπους που σαν την σκιά πλανώνται λίγο χρόνο και έπειτα σαπίζουν γρήγορα στον τάφο!

Να τρομάξετε ακούγοντας όλα αυτά, όλα τα όντα! Για όλα ευδόκησε Αυτός να πάθει με το θνητό σώμα Του, που δέχθηκε ασπόρως από εσένα, Παναγία, για να με απομακρύνει από την αρχαία πλάνη, να με απελευθερώσει από το έργο των δαιμόνων και να με κάμει μέτοχο της δόξας του, από την οποία εξέπεσα κατά άθλιο τρόπο εξαιτίας της παραφροσύνης μου, αφού έστρεψα την ακοή μου στον ολέθριο όφι –αλλοίμονο!– και όχι στον Κύριο. Αν δεν τα είχα κάνει όλα αυτά, δεν θα είχα καταστρέψει τον ίδιο τον εαυτό μου ούτε θα είχα γίνει αίτιος των ασυγκρίτων βασάνων του Κυρίου των πάντων. Γι’ αυτό και με περιμένουν τα βαρύτατα βάσανα, αν δεν επιδιώξω μετάνοια αντάξια της ανομίας μου. Η παράβαση της ζωοποιού εντολής Του, σύμφωνα με την οποία ζούσα σαν θεός με απλότητα στον παράδεισο, έγινε αιτία πολλών αμετρήτων βασάνων.

Αγαθός και γενναιόδωρος κατά την φύση Του, η μάλλον όντας ο ίδιος η γενναιοδωρία και η αγαθότητα, εξαιτίας της οποίας Αυτός ευδόκησε εξαρχής, αφού πήρε χώμα από την γη για να πλάσει εμένα κατά την εικόνα Του και να με κοσμήσει λαμπρά με τιμή, δόξα και άφθαρτη ζωή ως κτίσμα του Θεού, δεν θέλησε να με περιφρονήσει, όταν εξαιτίας του φθόνου του όφεως απομακρύνθηκα από την θεία δόξα. Και όταν ο αποστάτης δούλος ασθένησε και γελοιοποιήθηκε από τον πλάνο διάβολο, ο Κύριος λόγω της αγαθότητάς Του ευδόκησε να γίνει δούλος σύμφωνα με την άρρητη βουλή Του, την οποία μόνο ο ίδιος κατανοούσε, για να δεχθεί φιλανθρώπως με την μορφή ανθρώπου όλα αυτά, εκτός από την κακία, που είναι οικεία στον δούλο, ακόμη και τον εκούσιο θάνατο ως άνθρωπος και να απελευθερώσει κατ’ αυτόν τον τρόπο τον δούλο απ’ ό,τι τον είχε κυριεύσει, δηλαδή από την φθορά των παθών στολίζοντάς τον και πάλι με την ομορφιά της πρότερης αφθαρσίας. Να τον δοξάζετε, πιστοί, ενώ εσείς, οι κακοί, να εξαφανιστείτε ή να αποκτήσετε τον νηφάλιο νου και, αφού διώξετε την κάθε κακία από μέσα σας, με πίστη να δεχθείτε το θείο μυστήριο!

Η πίστη σας δεν είναι κακό δημιούργημα της σκέψεως και του ανθρωπίνου νου, ούτε ολέθρια και θεομίσητη απάτη των ψυχοφθόρων δαιμόνων, όπως ήταν τα αρχαία ιερά των Ελλήνων, τα απατηλά και αισχρά. Η πίστη μας είναι η αποκάλυψη των θείων μυστηρίων, που διά της ευδοκίας και της ευσπλαγχνίας του Θεού μας έλαμψε από τους υψηλοτάτους θησαυρούς, και είναι η κτήση του όντως Όντος, το φως και η ζωή, που δίδει σε όσους πιστεύουν σε Αυτόν την άρρητη αγαθότητα του Θεού, την αιωνία κατοικία και απόλαυση καθώς και τους ίδιους τους ουρανούς μαζί με τους κατοίκους τους. Γι’ αυτό τα μυστήριά της υπερβαίνουν κάθε κατανόηση των σοφών, αφού γι’ αυτούς είναι γερά περιφραγμένα και σφραγισμένα από παντού με τις άρρηκτες σφραγίδες της πλήρους αγνοίας. Όπως κατερχόμενος Αυτός στην γη κάλυψε τον τρόπο της καταβάσεώς Του με το σκότος της αγνοίας, έτσι και ανεβαίνοντας πάλι από την γη στα ουράνια ύψη «έθετο σκότος αποκρυφήν αυτού», όπως έχει ειπωθεί. Αυτοί, που έχουν καθαρό νου προσεγγίζουν μόνο με την πίστη το θείο μυστήριο. Αντιθέτως, γι’ αυτούς που καθοδηγούνται από αισχρή και κακοήθη συνήθεια και από το μάταιο καύχημα της ελληνικής σοφίας και υπεραίρον­ται με το θράσος του νου τους, αυτό το μυστήριο αποτελεί ισχυρό εμπόδιο και θολώνει τον νου, όπως ο ήλιος τα μάτια των ασθενών και το φως της ημέρας τις νυχτερίδες. Ένας τέτοιος άνθρωπος μοιάζει με κάποιον, ο οποίος βγάζει το φαρμάκι κακοήθους γαστρικού υγρού, ενώ το θείο μυστήριο της πίστεως, το οποίο η καρδιά δέχεται με θερμή αγάπη, το θάλπει και το τρέφουν τα δίκαια έργα της και χαρίζει αμέσως την υγεία και το θείο φως, απομακρύνοντας από την ψυχή κάθε κακία. Αν είσαι σώφρων και ευήθης και φροντίζεις για την ευσέβεια, τότε μην ζητάς από τον Κύριο να σου εξηγήσει τους λόγους και τις αιτίες, επειδή το καθετί που προέρχεται από Αυτόν υπερβαίνει τον νου και τον λόγο.

Έτσι να δεχθείς με πίστη όλες τις συμβουλές Του και να τις εκτιμάς με όλη την ψυχή σου, να τις προσκυνάς με φόβο, να θεωρείς και να αποκαλείς πάντοτε ενώπιόν Του τον εαυτό σου σκόνη, χώμα και άνυδρη γη. Και πράγματι είσαι σκουλήκι και χώμα, βρεγμένο με λίγο νερό, μολονότι περιέχεις μέσα σου τον νου, μία θεία ουσία, όπως το μαργαριτάρι μέσα στο κογχύλι. Τότε θα καταλάβεις το σκότος της ανοησίας, όταν θα απομακρύνει από μέσα σου το θείο φως, ενώ θα εισέλθει το φως του Παρακλήτου και θα σε φωτίσει σαν την χαραυγή, και το θείο μυστήριο θα γλυκάνει τον λαιμό σου περισσότερο από το μέλι και την κηρήθρα. Μακάριος είναι οποίος φύγει από αυτήν την ζωή, αφού το δεχθεί με αταλάντευτη πίστη στην καρδιά του. Εσύ ο ίδιος θα ζήσεις πράγματι ως θεός εις τους αιώνας, απολαμβάνοντας με αυτό την θέα και την συνομιλία με τον Θεό.

Εγώ όμως, Κυρία Δέσποινα, τρέμω πολύ, φοβούμαι και υποφέρω διαρκώς από τις οξείες ασθένειες μέσα στην ψυχή μου και τρομάζω, όταν σκέπτομαι ότι τα αποτελέσματα της δικαίας κρίσεως του Θεού δεν με βρήκαν μέχρι τώρα. Με τα δικά μου χέρια κάρφωσα τον Δημιουργό μου, τον γυμνό· τον σταύρωσα και Του προσέφερα ξίδι αναμεμιγμένο με χολή εξαιτίας της μεγάλης απανθρωπιάς μου, όταν Αυτός δίψασε, και με την λόγχη διαπέρασα τα θεία πλευρά Του, χωρίς να λυπηθώ –αλλοίμονό μου!– ούτε τον νεκρό, και Του επέφερα διάφορες στενοχώριες, χλευασμούς, εμπτυσμούς, ταπείνωση και χτυπήματα.

Πόσο ανεξάντλητη είναι η αγαθότητα του Κυρίου και πόσο μεγάλη είναι η σκληρότητα του άκαρδου δούλου! Κάθε ζωντανή ύπαρξη ταρασσόταν συμπονώντας τον πάσχοντα για την ανθρωπότητα, ενώ εγώ, ο αχάριστος, δεν μπορούσα να χορτάσω με τους πόνους που Του επέφερα, αλλά επιτέθηκα, λόγω της μεγάλης μου απανθρωπιάς, ακόμη και κατά του νεκρού, που δεν ανέπνεε πλέον. Έπρεπε να κατανοήσω το αμάρτημά μου και να πάω να κρυφτώ ζωντανός στους σκοτεινούς γκρεμούς της γης. Δεν διαψεύσθηκε όμως ο Πάνσοφος, όταν είπε: «Ανθ’ ών πυριφλεγή στύλον, οδηγόν μέν αγνώστου οδοιπορίας, ήλιον δε αβλαβή φιλοτίμου ξενιτείας παρέσχες», παραμένοντας στο κακό.

Αλλοίμονό μου! Αλλοίμονό μου! Πώς να ξεφύγω από τα βάσανα που με περιμένουν; Ποιος γκρεμός της γης θα με κρύψει από το πρόσωπο του Θεού; Αλλά δείξε μου έλεος, σε ικετεύω, Δέσποινά μου, και ικέτευσε υπέρ εμού στον Κύριο να είναι εύσπλαγχνος για τα αμαρτήματα που έκανα εξαιτίας της μεγάλης μου ανοησίας, και να μετανοήσω γι’ αυτά. Έτσι θα με απελευθερώσει από τα μελλοντικά βάσανα και από τα δόντια του φοβερού όφεως, ο οποίος με κατάπιε ολόκληρο και με κρατάει γερά στα δίχτυα του, αφού με περιέπλεξε με άσχημα κουρέλια, με τα κακά του λέπια, από τα οποία γεννιούνται αμέτρητα πλοκάμια, που δαγκώνουν σαν έχιδνες την ψυχή μου. Κάνε μου την χάρη από την γενναιοδωρία σου, Δέσποινα, που προστρέχω σε εσένα και γλύτωσέ με από την αισχρή βία. Είμαι πιστός δούλος σου και ελπίζοντας σε σένα, Δέσποινα, υποτάχθηκα με χαρά στον ζυγό του μοναχισμού, για να μπορέσω κατ’ αυτόν τον τρόπο να αποφύγω τα ατελείωτα βάσανα, που με περιμένουν. Αξίωσέ με να υποφέρω μέχρι τέλους τον ζυγό της καλής και τελείας καλλιεργείας του χωραφιού που μου ανέθεσε ο Κύριος, για να αξιωθώ να παραλάβω από το χέρι Του την αμοιβή, που δίδεται στους εργάτες της τελευταίας ώρας εξίσου με τους εργάτες της πρώτης ώρας. Έτσι θα ακούσω και εγώ τότε την φωνή, που καλεί τους αξίως εισερχομένους στον γάμο, να συμμετάσχω της χαράς του Κυρίου, την οποία αξιώνονται όσοι ύφαναν για τον εαυτό τους με τις δίκαιες πράξεις, την φωτεινή ενδυμασία και με τις άσβηστες λαμπάδες υποδέχονται κατά την νύχτα τον Νυμφίο.

Σε ικετεύω, Παναγία μητέρα του Υψίστου, η μόνη παρηγοριά της ψυχής μου, ελπίδα και γλυκύτητα, θεία σκέπη, φως, προστασία και σωτηρία! Αξίωσέ με να το λάβω διά των αγίων προσευχών Σου! Είσαι, Δέσποινά μου, η αρχή της σωτηρίας μου. Ευδόκησε λοιπόν να τελέσεις και το ευτυχές τέλος και κάμε με μέτοχο της άφθαρτης δόξας του αγαπημένου Υιού Σου, Παναγία μου. Έτσι με την μεσιτεία σου να αξιωθώ να δοξάσω τον μόνο έναν ομοούσιο και τρισυπόστατο Θεό, τον άναρχο Πατέρα, τον άναρχο Υιό και το παντοδύναμο Πνεύμα, στον Οποίο αρμόζει προσκύνηση, δόξα, τιμή και κράτος εις τους αιώνας. Αμήν.

 

(ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ ΛΟΓΟΙ, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου)

 

(Πηγή ηλ. κειμένου: pemptousia.gr)

ΛΟΓΟΣ ΛΑ΄: Επιστολή προς τον Ιωάννη, υιό του Βασιλείου, τσάρο Πασών των Ρωσιών

 

Προς τον ευσεβέστατο, λαμπρότατο και θεοφύλακτο μεγάλο και ένδοξο αυτοκράτορα Πασών των Ρωσιών και άλλων λαών κύριο Ιωάννη, υιό του Βασιλείου. Εγώ, ο ελεεινός μοναχός, αγιορείτης, θαυμαστής του δυνατού βασιλείου σου, τολμώ να σου απευθύνω αυτά τα λόγια με πόνο καρδιάς και ζεστά δάκρυα. Ο κοινός Άρχων των πάντων, Σωτήρας των ανθρώπων και ιατρός των ψυχών και των σωμάτων δεν μέμφθηκε ούτε εκείνη την αιμορροούσα γυναίκα, που έκλεψε λαθραία την ίαση της πολυετούς ασθένειάς της, αλλά αντιθέτως την επήνεσε για την μεγάλη πίστη της [1]. Επίσης άκουσε με ευμένεια και την Χαναναία που Τον παρακάλεσε να θεραπεύσει την κόρη της και δεν την απεστράφη [2]. Και επειδή μάλιστα, αν και την παρομοίωσε με σκυλί, εκείνη υπέμεινε με μεγάλη ταπείνωση την προσβολή, την ελέησε και είπε: «ω γύναι, μεγάλη σου η πίστις! Γενηθήτω σοι ως θέλεις» [3]. Αλλά και εκείνον τον λεπρό, που Τον προσκύνησε και ζήτησε την κάθαρση, δεν τον άφησε χωρίς ίαση, αλλά του είπε εύσπλαγχνα: «Θέλω, καθαρίσθητι» [4].

Και εγώ ο άσωτος, γνωρίζοντας την φιλανθρωπία και την ευσπλαγχνία εκείνου του άρχοντος, τολμώ και προσπίπτω με ελπίδα στα βασιλικά πόδια σου ικετεύοντας το ευσεβές κράτος σου. Δείξε έλεος και θεράπευσε την πολυετή ασθένεια της ακόλαστης ψυχής μου, που υποφέρει από την έλλειψη της ήσυχης και σωτήριας διαμονής στο Άγιον Όρος, όπου επί δέκα χρόνια εργάσθηκα με την ψυχή και το σώμα μου ελπίζοντας να αφήσω εκεί τα οστά μου. Δεν είμαι πλέον καθόλου χρήσιμος στην ευσεβή και ένδοξη πόλη της Μόσχας. Ο,τι θελήσατε να λάβετε από μένα, τον αμαρτωλό, το ελάβατε ήδη. Εννοώ τον ανεξάν­τλητο και σωτήριο θησαυρό του νού, που συνίσταται στην συλλογή ερμηνειών σε εκατόν πενήντα θεοπνεύστους ψαλμούς. Να ευδοκήσει το ευσεβές κράτος σου να ανταμείψει την μετάφραση που εξεπόνησα, δίδον­τας μου την απελευθέρωση από την πολυετή βίαιη κράτηση, την οποία υφίσταμαι, και την άδεια να φύγω για το Άγιον Όρος. Η δικαιοσύνη το ζητεί, και αυτό αρμόζει και είναι χρήσιμο για το ευσεβές κράτος σου, να με αφήσεις να φύγω με ειρήνη και να επιστρέψω εκεί, από όπου με πήρε κατόπιν γραπτής εντολής και βασιλικής διαταγής ο αείμνηστος πατέρας σου και άρχοντάς μου, ο μέγας ηγεμόνας Πασών των Ρωσιών Βασίλειος, υιός του Ιωάννου. Το ζητεί η δικαιοσύνη, επειδή κλήθηκα από αυτόν και δεν έφερα αντίρρηση στην τσαρική διαταγή του. Αυτό αρμόζει, επειδή πέρασα πολλές δυσκολίες και υπέστην πολλές κακουχίες καθ’ οδόν, πριν φθάσω εδώ. Και είναι χρήσιμο, επειδή, αφού κάμεις αυτήν την χάρη και με αφήσεις να επιστρέψω στους πατέρες και αδελφούς μου, οι οποίοι σε σέβονται και σε αγαπούν, το ευσεβές κράτος της μεγαλειότητάς σου θα αποκομίσει ασύγκριτα περισσοτέρους καρπούς από τις προσευχές τους, ώστε να φυλάξει την τσαρική μεγαλειότητά σου ο Βασιλέας και Κύριος των όλων εις τον αιώνα, με κάθε ειρήνη και ησυχία, και να την στερεώσει με ένδοξες νίκες εναντίον κάθε εχθρού και πολεμίου.

Επειδή λοιπόν έχουμε την εντολή από τον Κύριο «Ουκ οφθήση ενώπιόν μου κενός» [5], εσύ αξιώθηκες από Αυτόν να γίνεις τσάρος, βασιλέας και άρχων επί της γης, για να κυβερνάς την κληρονομία Του, τους ορθοδόξους, με κάθε αλήθεια, μεριμνώντας γι’ αυτούς θεοπρεπώς. Γι’ αυτό και εγώ, αδύναμος στον νού και ενδεής θαυμαστής του κράτους σου, προσφέρω με ελπίδα την μικρή προσφορά μου, τους λόγους μου, από τους οποίους το θεο-φύλακτο κράτος σου μπορεί να πειστεί πόσο καλοπροαίρετος υπηρέτης της ευσεβούς Ρωσίας ήμουν εγώ ο αμαρτωλός, και έτσι παραμένω και θα παρα-μείνω ως το τέλος της ζωής μου.

1. Βλ. Ματθ. 9,20-22.
2. Βλ. Ματθ. 15,21-28.
3. Ματθ. 15, 28.
4. Μάρκ. 1, 40-41.
5. Eξ. 23,15.

Ο ‘Αγιος Μάξιμος ο Γραικός απαντά στον π. Βασίλειο Θερμό και στους ομόφρονές του.

Λόγος ΙΘ΄ – Προς όσους επιδίδονται στα φοβερά αμαρτήματα των Σοδόμων, τα οδηγούντα στον όλεθρο και την αιώνια κόλαση

«Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου, σύνεσις δε αγαθή πάσι τοίς ποιούσιν αυτήν»[1], λέγει ο θείος ψαλμωδός. Και ποιός είναι αυτός πού οδηγείται από τον φόβο του Κυρίου, διδάσκει ο ίδιος ο ψαλμωδός λέγοντας σε άλλο χωρίο: «Μακάριος ανήρ ο φοβούμενος τον Κύριον, εν ταίς εντολαίς αυτού θελήσει σφόδρα»[2], δηλαδή θα τις αγαπήσει, θα κατευθύνει με ζήλο την ζωή του σύμφωνα με αυτές και θα διδάσκεται από αυτές, όπως πάλι λέγει ο ίδιος: «Ως ηγάπησα τον νόμον σου, Κύριε· όλην την ημέραν μελέτη μου εστιν»[3]. Και αλλού πάλι λέγει: «Ως γλυκέα τώ λάρυγγί μου τα λόγιά σου, υπέρ μέλι τώ στόματί μου»[4].

Έχουν αγαθό νου αυτοί πού έχουν οδηγό τους τον φόβο του Κυρίου, δηλαδή εκτελούν έμπρακτα τις άγιες εντολές Του. Αντιθέτως, όσοι τις παραβαίνουν δεν έχουν αγαθό νού, αλλά μεγάλη ανοησία, και επιφέρουν στον εαυτό τους αιώνιο όλεθρο, όπως λέγει ο ίδιος προφήτης: «Μακράν από αμαρτωλών σωτηρία, ότι τα δικαιώματά σου ουκ εξεζήτησαν»[5]. Επίσης λέγει: «Εξουδένωσας πάντας τους αποστατούντας από των δικαιωμάτων σου, ότι άδικον το ενθύμημα αυτών»[6].

Αν όμως ο Θεός εξουδενώνει τους αποστατούντας από «τών δικαιωμάτων του», τότε είναι φανερό ότι θα καταλήξουν στην αιωνία καταστροφή. Και ποιοί είναι αυτοί πού θα χαθούν περισσότερο από όλους, αν όχι όσοι με την μεγάλη τους ανοησία νομίζουν ότι δεν θα καταδικαστούν οι άνομοι το ίδιο όπως και οι παλαιότεροι ασεβείς, οι κάτοικοι των Σοδόμων, τους οποίους η κρίση του Θεού κατέστρεψε μαζί με τις πόλεις τους διά πυρός και σιδήρου[7]; Αυτούς έχει κάνει παράδειγμα για όσους θα θελήσουν αργότερα να δείξουν ασέβεια, όπως αυτοί, στους οποίους αναφέρεται ο απόστολος Πέτρος στην Β΄ Επιστολή του[8].

Γι’ αυτό θα έπρεπε κυρίως οι χριστιανοί, επειδή αυτοί έχουν την φοβερή απόδειξη της οργής του Θεού, όχι μόνο να σιχαίνονται αυτό το αηδιαστικό για τον Θεό μίασμα, πού περισσότερο από όλες τις άλλες ανομίες εξοργίζει τον Ύψιστο, αλλά και να καίνε με το πύρ και να αναθεματίζουν όσους το διαπράττουν και δεν το θεωρούν έγκλημα. Όμως, αυτό το θεομίσητο μίασμα προκαλεί την ασυγ­κράτητη οργή του Θεού εναντίον των ορθοδόξων ως καταραμένων από τον Θεό, ο οποίος λέγει, «και μετά άρσενος ου κοιμηθήση κοίτην γυναικείαν· βδέλυγμα γάρ εστι»[9], καθώς και εναντίον εκείνων πού δεν το σταματούν. Εκείνοι λοιπόν δεν θα είναι άξιοι της χριστιανικής ευλογίας, αλλά θα την χάσουν, σύμφωνα με την εντολή του αποστόλου πού λέγει: «Εάν τις αδελφός ονομαζόμενος η πόρνος η πλεονέκτης η ειδωλολάτρης η λοίδορος η μέθυσος η άρπαξ, τώ τοιούτω μηδέ συνεσθίειν»[10]. Αν αυτό το μίασμα δεν ήταν τόσο μισητό στον Θεό, δεν θα έκαιγε Αυτός με ασυγκράτητη οργή την πόλη των Σοδομιτών και δεν θα μετέτρεπε την γή τους σε δύσοσμη λίμνη προς παραδειγματισμό και στηλίτευση της βδελυρής πράξεώς τους. Πόσο αισχρό υπήρξε το μίασμα του αμαρτήματος των Σοδόμων το έδειξε και ο θείος απόστολος Παύλος στην προς Ρωμαίους Επιστολή του λέγοντας: «Διό και παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εν ταίς επιθυμίαις των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν του ατιμάζεσθαι τα σώματα αυτών εν αυτοίς, οίτινες μετήλλαξαν την αλήθειαν του Θεού εν τώ ψεύδει, και εσεβάσθησαν και ελάτρευσαν τη κτίσει παρά τον κτίσαντα, ός εστιν ευλογητός εις τους αιώνας· αμήν. Διά τούτο παρέδωκεν αυτούς ο Θεός εις πάθη ατιμίας· αί τε γάρ θήλειαι αυτών μετήλλαξαν την φυσικήν χρήσιν εις την παρά φύσιν, ομοίως δε και οι άρσενες αφέντες την φυσικήν χρήσιν της θηλείας εξεκαύθησαν εν τη ορέξει αυτών εις αλλήλους, άρσενες εν άρσεσι την ασχημοσύνην κατεργαζόμενοι και την αντιμισθίαν ην έδει της πλάνης αυτών εν εαυτοίς απολαμβάνοντες»[11]. Και αν σε αυτήν την ζωή ο Θεός παρέδωσε «τάς επιθυμίας των καρδιών αυτών εις ακαθαρσίαν του ατιμάζεσθαι», είναι σαφές ότι και στην μέλλουσα ζωή θα τις φυλακίσει στα αιώνια βάσανα και στα αβάσταχτα μαρτύρια, μαζί με τους παλαιοτέρους συνεργούς τους, τους κατοίκους των Σοδόμων.

Τί ακολασία, τι ανόητη και πρωτοφανής πορνεία! Ελάτε στον εαυτό σας, ακόλαστοι, και δείτε σε ποιά αισχρή ηδονή έχετε παραδοθεί! Απομακρυνθείτε όσο γίνεται πιο γρήγορα από αυτήν, όσο η άρρητη Χάρη του Θεού σας δίδει ακόμη καιρό για μετάνοια! Παραμένοντας με την θέλησή σας στην ατιμία, είναι δυνατό να μην καταλαβαίνετε ότι σκάβετε τον βόθρο με τις ακαθαρσίες, παίρνετε από εκεί την δύσοσμη κοπριά, την τρώτε και την καταπίνετε; Τί πρωτοφανής αναισθησία και ασωτία! Τί αβάσταχτα μαρτύρια θα υποστείτε! Κάνοντας ο ένας επάνω στο σώμα του άλλου τόσο βδελυρή ακολασία, πού δεν συμβαίνει ούτε στα άλογα ζώα, γίνατε πιο άλογοι από τα πιο άλογα. Φροντίστε να γνωρίσετε λοιπόν εσείς οι πιο ακόλαστοι, ότι δημιουργηθήκατε κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού[12], προορισμένοι για καλές πράξεις, για να δοξάζετε τον Θεό πού σας δημιούργησε, και να δοξαστείτε και εσείς από Αυτόν μέσω των πνευματικών χαρισμάτων, πού σας δίδει Αυτός. Αντιθέτως εσείς, τυφλώνοντας και παραπλανώντας τον εαυτό σας με την αισχρή σαρκική επιθυμία σας, όχι μόνο χάνετε αυτό το αξίωμα και την ομορφιά της εικόνας του Θεού, με τα οποία έχετε τιμηθεί, αλλά γίνεστε πιο ανόητοι και πιο άλογοι ακόμη και από τα πιο άλογα ζώα, αφού τολμάτε, ενώπιον των πανάγνων οφθαλμών του Δημιουργού σας, αυτό το θεο­μίσητο μίασμα, πού δεν υπάρχει ούτε καν στα άλογα ζώα.

Νομίζω ότι όσοι τολμούν αδιάντροπα αυτό το θεομίσητο μίασμα, θα παραδοθούν σε μαρτύρια ακόμη πιο βαριά από αυτά στα οποία παραδόθηκαν οι αρχαίοι κάτοικοι των Σοδόμων. Ο λόγος είναι ότι εκείνοι έδειξαν ασέβεια προς τον Θεό εν αγνοία τους, πριν ακόμη υπάρξει ο νόμος και πριν δοθεί η εντολή πού απαγορεύει αυτό το βδελυρό μίασμα. Αυτοί όμως πού, όπως εκείνοι, δια­πράττουν τώρα αυτήν την βδελυρή πράξη, δεν αμαρτάνουν εν αγνοία τους, αλλά εξαιτίας της μεγίστης αναισθησίας και ανοησίας τους, εν πλήρει γνώσει της μέλλουσας φοβερής Κρίσεως του Θεού. Γι’ αυτό και θα παραδοθούν σε πιο βαριά μαρτύρια, σύμφωνα με τον τρομερό λόγο του Ευαγγελίου: «Εκείνος δε ο δούλος, ο γνούς το θέλημα του κυρίου εαυτού και μή ετοιμάσας μηδέ ποιήσας προς το θέλημα αυτού, δαρήσεται πολλάς», δηλαδή θα δεχθεί δυνατά και ατέλειωτα βασανιστήρια, ενώ «ο μή γνούς, ποιήσας δε άξια πληγών, δαρήσεται ολίγας»[13], δηλαδή θα έχει πιο ελαφρά αιώνια βάσανα. Γι’ αυτό ο παλαιός αείμνηστος αυτοκράτορας Ιουστινιανός αξίζει μεγάλους επαίνους, αφού, εμπνευσμένος από μεγάλο ζήλο προς τον Θεό, παρέδωσε σε διάφορα βασανιστήρια όσους διέπρατταν αυτό το μίασμα κατά την διάρκεια της βασιλείας του. Αλλά και ένας δόγης της ένδοξης πόλης της Βενετίας αξίζει επαίνους, πού επίσης εμπνευσμένος από ζήλο προς τον Θεό οδήγησε στην πυρά πολλούς τέτοιους, συμπεριλαμβανομένου και του γιού του, τον οποίο κατήγγειλε ένας βιασμένος από αυτόν έφηβος. Ο δόγης δεν έδειξε κανένα έλεος και προς αυτόν, αλλά, όπως λέγει η παράδοση, τον κρέμασε χρησιμοποιών­τας χρυσή αλυσίδα.

Υπάρχει και ένα στοιχείο, πού έχω από την αντίπαλη πλευρά και το θεωρώ ως το πιο αξιόπιστο. Γι’ αυτόν τον λόγο θα μιλήσω και γι’ αυτό πού είχα ακούσει από τους Αγαρηνούς. Διότι, αν και αποδέχονται αυτό το μίασμα, όσοι από αυτούς είναι πιο σώφρονες, ισχυρίζονται πώς όσοι το διαπράττουν δεν θα δούν το πρόσωπο του Θεού, δηλαδή θα καταδικαστούν σε όλεθρο χωρίς καμμία δίκη και κρίση. Ακούτε και ντραπείτε, άφρονες, πού θεωρείτε αυτό το θεομίσητο μίασμα ως αθώο. Και αν καμμία θεόπνευστη γραφή, πού απειλεί με αιώνιο μαρτύριο, δεν μπορεί να σας διορθώσει, τότε τουλάχιστον να συνέλθετε με αυτήν την γνώμη των Αγαρηνών και να αποφύγετε αυτήν την θεομίσητη πλάνη. «Δράξασθε παιδείας, μήποτε οργισθή Κύριος και απολείσθε εξ οδού δικαίας. Όταν εκκαυθή εν τάχει ο θυμός αυτού, μακάριοι οι πεποιθότες επ’ αυτώ»[14]. Αδελφοί, «φοβερόν το εμπεσείν εις χείρας Θεού ζώντος»[15]. Και πώς να μην είναι φοβερό, αφού είναι αδύνατο να κρυφθείτε από Αυτόν κάπου, σύμφωνα με τα λόγια του εναρέτου Δαυίδ: «Πού πορευθώ από του πνεύματός σου και από του προσώπου σου πού φύγω;», δηλαδή από την οργή και από τον δίκαιο θυμό Σου. «Εάν αναβώ εις τον ουρανόν, σύ εκεί εί, εάν καταβώ εις τον άδην, πάρει· εάν αναλάβοιμι τάς πτέρυγάς μου κατ’ όρθρον και κατασκηνώσω εις τα έσχατα της θαλάσσης, και γάρ εκεί η χείρ σου οδηγήσει με, και καθέξει με η δεξιά σου»[16]. «Και μή φοβηθήτε από των αποκτενόντων το σώμα, την δε ψυχήν μή δυναμένων αποκτείναι· φοβήθητε δε μάλλον τον δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη»[17]. Όταν όμως ακούτε για την γέεννα, μην την θεωρείτε καθαρτήριο πύρ, όπως ισχυρίζονται οι κακόβουλοι Λατίνοι, οι οποίοι ακολουθούν τον αιρετικό Ωριγένη, αλλά να γνωρίζετε ότι αυτή είναι το αιώνιο πύρ, πού θα βασανίζει τους απίστους και αμετανοήτους αμαρτωλούς στους αιώνες των αιώνων αναλόγως με τα αμαρτήματά τους. Επειδή ο Κύριος δεν είπε ότι «τόν δυνάμενον και ψυχήν και σώμα απολέσαι εν γεέννη» θα καθαρίσει, αλλά «απολέσει», δηλαδή θα τον βασανίζει ατελείωτα και θα τον παραδώσει σε αιωνία απώλεια. Αν εσείς προτιμάτε να καταλήξετε σε αυτόν τον όλεθρο και σε αυτά τα βασανιστήρια στον ατελεύτητο αιώνα, τότε συνεχίστε να απολαμβάνετε αυτήν την βδελυρή και αισχρή ηδονή σας, όπως ο δύσοσμος χοίρος τις λάσπες και τον βούρκο.

Αν όμως ως ευσεβείς χριστιανοί θέλετε να λάβετε την αιωνία απόλαυση των αγαθών πού περιμένουν τους αγίους, τότε προσπαθήστε να απομακρυνθείτε όσο γίνεται πιο γρήγορα από αυτήν την αισχρότατη και βρωμερή ηδονή σας και να την μισήσετε. Να παραδώσετε στο αιώνιο ανάθεμα όποιον ισχυρίζεται ότι αυτή είναι αθώα, ακριβώς όπως εκείνον πού πολεμά εναντίον του Ευαγγελίου του Σωτήρος Χριστού και διαστρεβλώνει την διδασκαλία Του. Να εξαγνίσετε τον εαυτό σας με ειλικρινή μετάνοια, με θερμά δάκρυα, με κάθε δυνατή έλεημοσύνη και ειλικρινή αδιάλειπτη προσευχή, για να αξιωθείτε να εισέλθετε μαζί με τις σώφρονες παρθένες, πού κρατούν αναμμένους τους λύχνους τους, στον νοερό γάμο του Νυμφίου[18], ο οποίος λέγει: «Δεύτε προς με πάντες οι κοπιώντες» από τις ματαιότητες της τωρινής ζωής «και πεφορτισμένοι» από διάφορες αμαρτίες, «καγώ αναπαύσω υμάς»[19].

Ήδη έχω πεί πολλές φορές και δεν θα πάψω να το λέω: Να μισήσετε ολόψυχα αυτήν την ατιμία, για να μην είστε υιοί της κατάρας και του αιωνίου ολέθρου. Είσαστε χριστιανοί και έτσι ονομάζεστε, αφού πήρατε αυτό το έξοχο όνομα από τον Χριστό, τον πάναγνο και πανάγιο Θεό. Να ζείτε λοιπόν αντάξια του Χριστού με κάθε αγιότητα και σωφροσύνη, ευχαριστημένοι με την δοσμένη σε σας από τον αγαθό Δημιουργό έλξη προς το γυναικείο φύλο. Μην μοιάζετε στους ασεβείς Ισμαηλίτες, οι οποίοι προέρχονται από την δούλη Αγαρ[20] και δεν έχουν μερίδιο στην ουράνια κληρονομιά μαζί με τον Ισαάκ, τον υιό της ελεύθερης[21]. Μην στερείτε λοιπόν από τον εαυτό σας ανόητα αυτήν την χαρισμένη από τον Θεό κληρονομιά των αρρήτων αιωνίων αγαθών για χάρη αυτής της βδελυρής, θεομίσητης και αισχρής ηδονής με αυτό το καταραμένο μίασμά σας. «Μή γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οίς ουκ έστι σύνεσις, εν κημώ και χαλινώ», δηλαδή διά της οργής του Θεού και του μένους του, «τάς σιαγόνας άγξαι»[22]. Να μην στερηθείτε εξαιτίας των ανυπακοής της ψυχής σας την ελευθερία, όπως αυτοί πού δεν θέλουν να τον προσεγγίσουν με αληθινή και πλήρη μετάνοια, η οποία εξαγνίζει τις αμαρτίες στην παρούσα ζωή. Γιατί η παρούσα ζωή είναι ο χρόνος της πράξεως, δηλαδή της τελέσεως καλών πράξεων, ενώ ο μέλλοντας αιώνας είναι ο χρόνος της ανταποδόσεως και όχι της καθάρσεως. Ο ιερός Αυγουστίνος μας διδάσκει να μην παρασυρόμαστε από τις μάταιες ελπίδες και τα παραπλανητικά λόγια των αιρετικών. Γι’ αυτό ας ακολουθήσουμε πιστά την διδασκαλία του Ευαγγελίου και των αποστόλων και την παράδοση των Πατέρων, ώστε να γίνουμε άξιοι της απολαύσεως των αιωνίων αγαθών διά της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Ιησού Χριστού, στον Οποίο αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση εις αιώνα αιώνων. Αμήν.

Πηγή: Άπαντα Αγίου Μαξίμου Γραικού, Αγίου Μαξίμου Γραικού Λόγοι, Τόμος Α΄, Μετάφραση: Μάξιμος Τσυμπένκο – Τιμόθεος Γκίμον, Έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος 2011.

——————————————————————————–

[1]. Ψαλμ. 110, 10.

[2]. Ψαλμ. 111, 1.

[3]. Ψαλμ. 118, 97.

[4]. Ψαλμ. 118, 103.

[5]. Ψαλμ. 118, 155.

[6]. Ψαλμ. 118, 118.

[7]. Βλ. Γέν. 18,20-21. 19,24-25.

[8]. Πρβλ. Β´ Πέτρ. 2,6.

[9]. Λευϊτ. 18, 22.

[10]. Α΄ Κορ. 5, 11.

[11]. Ρωμ. 1, 24-27.

[12]. Βλ. Γέν. 1,26.

[13]. Λουκ. 12, 47-48.

[14]. Ψαλμ. 2, 12-13.

[15]. Εβρ. 10, 31.

[16]. Ψαλμ. 138, 7-10.

[17]. Ματθ. 10, 28.

[18]. Πρβλ. Ματθ. 25,1-10.

[19]. Ματθ. 11, 28.

[20]. Βλ. Γέν. 16,11-15.

[21]. Πρβλ. Γαλ. 4,22-23.

[22]. Βλ. Ψαλμ. 31, 9.

Πεμπτουσία