Ο Αναγεννησιακός άγιος της ρωσικής εκκλησίας

 


Γράφει ο Γιώργος Εχέδωρος
Το κοσμικό όνομά του ήταν Μιχαήλ Τρίβολης.
Γεννήθηκε στην κατακτημένη από τους Οθωμανούς Ελλάδα, το 1475. Γενέθλια πόλη του, η Άρτα.
Είναι μια σημαντική προσωπικότητα του 16ου αιώνα, ειδικά στην χριστιανική Ρωσία, όπου μετέφερε το αναγεννησιακό πνεύμα της Δύσης, μέσα από τη συνολική στάση της ζωής του.
Είναι γνωστός ως Μακσίμ Γκρέκ ( στα ρωσικά: Максим Грек ή Михаил Триволис), υπέγραφε, μάλιστα, τα χειρόγραφά τους και ως «Μάξιμος ὁ Ἁγιορήτης».
Το ενδιαφέρον που έδειχνε από πολύ νεαρή ηλικία για γνώση της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, των εκκλησιαστικών κειμένων καθώς και της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας τον ώθησε να μεταβεί στην Ιταλία για σπουδές. Μόλις είχε μπει τότε στα δεκαεπτά.

Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και η απόφασή του αυτή ενισχύθηκε από τους γονείς του. Τα χρόνια αυτά όλη σχεδόν η ελληνική χερσόνησος βρισκόταν υπό της Οθωμανικής κυριαρχίας. Είχαν περάσει, περίπου, πενήντα χρόνια που η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους Τούρκους.
Επικρατούσε παντού πνευματικό σκοτάδι. Άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, που κατάφεραν να επιβιώσουν κατέφυγαν σε πόλεις της ιταλικής χερσονήσου, όπου βίωνε την εποχή αυτή η ελπιδοφόρα για την ανθρωπότητα Αναγέννηση.
Ο νεαρός Μιχαήλ Τρίβολης πήγε στη Βενετία, όπου εκεί βρήκε μια ακμαία ελληνική παροικία. Πάνω από πέντε χιλιάδες Έλληνες βρίσκονταν τότε εκεί.
Γνωρίστηκε με τον ξακουστό τυπογράφο της εποχής Άλντο Μανούτιο, όπου είχε εκδόσει δεκάδες ελληνικά βιβλία μεταφρασμένα στη φιλολογική γλώσσα της εποχής που ήταν τα λατινικά.
Η γνωριμία που του έδωσε δύναμη στις πνευματικές αναζητήσεις του ήταν ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης, ο γνωστός Κωνσταντινοπολίτης λόγιος και γραμματικός που αφιέρωσε τη ζωή του στη μετάδοση της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Επί αρκετά χρόνια παρακολούθησε τα μαθήματά του.
Εκείνος όμως που τον ενέπνευσε και τον συγκίνησε περισσότερο ήταν ο Γκιρόλαμο Σαβοναρόλα (Girolamo Sabonarola). Οι φλογεροί λόγοι του δομινικανού ιερωμένου που ήθελε να μετασχηματίσει και να εξανθρωπίσει το απόλυτο της παπικής θρησκευτικής κυριαρχίας, τον συγκλόνισαν κυριολεκτικά. Οι λόγοι του, θα τον καθοδηγούσαν σε όλη του τη ζωή.
Αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή. Το 1507, σε ηλικία τριάντα δύο ετών, γύρισε στην σκλαβωμένη Ελλάδα, με σκοπό να πάει στο Άγιο Όρος. Πράγματι από αυτό το έτος φέρεται ως ενταγμένος στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους με το μοναστικό όνομα «Μάξιμος».
Αφιερώθηκε στη δημιουργία αντιγράφων αρχαίων κειμένων και αμέσως από την επιμονή και την εργατικότητά του ξεχώρισε από το σύνολο των μοναχών.
Ο Μάξιμος ούτε εκεί ήταν γραφτό να παραμείνει. Το 1515 ο Ρώσος Μέγας Πρίγκηπας της Μόσχας,Βασίλειος το Γ’ ζήτησε από τον ηγούμενο να του στείλει κάποιο μοναχό, ονόματι Σάββα, που είχε ξαναπάει παλαιότερα, και είχε κάνει μεταφράσεις εκκλησιαστικών ψαλμών. Ο Βασίλειoς ο Γ’ της Μόσχας ήταν γιος της Σοφίας Παλαιολόγου και του Ιβάν του Γ΄ του Βασιλίγιεβιτς. Ήταν, δηλαδή, γνώστης των πάλαι ποτε βυζαντινών πραγμάτων.
Τα χρόνια όμως είχανε περάσει και ο μοναχός Σάββας ήταν πολύ μεγάλος για τέτοια ταξίδια. Ο ηγούμενος αποφάσισε να στείλει τον καλύτερο και νεότερο μοναχό που θα έδινε λάμψη στη Μονή. Τον Μάξιμο!
Αν και δεν ήξερε λέξη από τη σλαβική εκκλησιαστική γλώσσα, ο ηγούμενος ήξερε πως έστελνε στη Μόσχα έναν άξιο εκπρόσωπο.
Και δεν είχε άδικο…
Ο Μάξιμος στη ρωσική πρωτεύουσα βρήκε την αναγνώριση που αναζητούσε.
Εξοικειώθηκε γρήγορα με την κυριλλική γραφή και τα ρωσικά εκκλησιαστικά κείμενα. Με τη βοήθεια Ρώσων μεταφραστών αλλά και επαγγελματιών αντιγραφέων παρουσίασε την πρώτη εργασία του που ήταν η μετάφραση του «Ψαλτήρος». Η γνωριμία του με το λόγιο Δμίτρι Γερασίμοφ (Dmitry Gerasimov), στάθηκε ως δούρειος ίππος για να εισχωρήσει στο Ρωσικό Ιερατείο αλλά και στο χώρο των πολιτικών αποφάσεων.
Όταν οι μεταφραστικές εργασίες έφθασαν στο πέρας τους αποφάσισε να γυρίσει στο Άγιο Όρος. Τότε συνάντησε την αντίθεση του Βασίλειου του Γ’ στην επιθυμία του αυτή. Ο Ρώσος τσάρος αντιλήφθηκε αμέσως τη ευεργετική παρουσία του Μάξιμου στο ρωσικό ιερατείο και τον έπεισε να παραμείνει.

Κατέκρινε τη μοσχοβίτικη ζωή

Ο αγιορείτης εκτός από τις μεταφραστικές εργασίες του οργάνωσε και την πριγκηπική βιβλιοθήκη και δημιούργησε την πρώτη αρχειοθετημένη συλλογή.
Υπερβαίνοντας τελείως τις μεταφραστικές ασχολίες του, όπως ήταν ανήσυχος και αφού είχε εγκλιματισθεί στο ρωσικό περιβάλλον, άρχισε να κάνει αρνητική κριτική στη «μοσχοβίτικη ζωή» η οποία βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τη χριστιανική ιδεολογία. Με διάφορες παρεμβάσεις του άρχισε να δειγματίζει και να κατακρίνει την ανοχή των αρχών στην έκλυση των ηθών και στην κοινωνική βαρβαρότητα. Με το δημόσιο λόγο του, που αντιτίθετο στη μοσχοβίτικη καθημερινότητα, άρχισε να τον ακολουθεί ένα κοινωνικό ρεύμα που διακατέχονταν από την ίδια λογική. Μαζί του εμφανίστηκαν και διπλωμάτες όπως ο Ιβάν Βέρσεν-Βεκλέμισεφ, ο οποίος αργότερα εκτελέστηκε για την κριτική του προς τον Μεγάλο Πρίγκηπα της Μόσχας και ο Βάσσιαν Πατρικέγιεφ που ήθελε να εφαρμόσει τους εκκλησιαστικούς κανόνες που υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη πριν την άλωση. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένας μεγάλος αναβρασμός στη Ρωσία για την κατάσταση που κυριαρχούσε στο ιερατείο σε όλη τη χώρα. Οι Ρώσοι κληρικοί είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Το ένα ήταν του Νείλου του Σόρα (μοναχός που ίδρυσε μονή κοντά στο ποταμό Σόρα ) και της μονής Στάρτσι (ένα από τα παλαιότερα ορθόδοξα μοναστήρια, στα ρωσικά: стáрец) και το άλλο των πιστών του Ιωσήφ Βολότσκι( Иосиф Волоцкий) που οι οπαδοί του λεγόντουσαν Ιωσηφιανιστές.
Ο Μάξιμος, ως ιδεολόγος, πήρε το μέρος των πρώτων που ακολουθούσαν το δόγμα της μηδενικής περιουσίας των μοναστηριών και της προσήλωσής τους στα εκκλησιαστικά καθήκοντα σε αντίθεση με τους δεύτερους που ζητούσαν περισσότερη εγκόσμια παρουσία καθώς και δικαιώματα των μοναστηριών στην απόκτηση ακίνητης περιουσίας.
Ο Μάξιμος και οι οπαδοί του καταδίκαζαν ανοικτά τις πολιτικές που έρχονταν από το εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό κάνοντας κριτική στον τρόπο ζωής των Ρώσων κληρικών, την καταπίεση των αγροτών και στο σύστημα υποστήριξης των τοπικών αρχών με τη λογική άκρατης φορολόγησης των ανθρώπων της υπαίθρου.
Γύρω στα 1540 ο Μάξιμος έγραψε ένα χειρόγραφο που περιέχει την πρώτη βασική παρουσία της παλιάς Ρωσίας και πως θα έπρεπε να εξελιχθεί μέσα στον υπάρχοντα Νέο Κόσμο. Ήταν ένα καθαρά αναγεννησιακό έργο, που έδινε διεξόδους και προοπτικές στο ρωσικό λαό.

Έπεσε σε δυσμένεια

Οι σχέσεις του Μάξιμου με τον Βάσιαν Πατρικέγιεφ, τον Ιβάν Μπερσέν-Μπεκλεμισεφ και και με τον Τούρκο πρεσβευτή Σκίντερ, καθώς και η διαμάχη του με τον μητροπολίτη της Μόσχας Ντάνιελ που έδωσε διαζύγιο στη σύζυγό του Βασίλειου το Γ’ , Σολωμονία Σαμπούροβα, διαγράψανε το πεπρωμένο του.
Η Σόμπορ (Sobor), η ανατολική, δηλαδή, σύνοδος της ορθόδοξης εκκλησίας που χρησιμοποιεί τη σλαβική γλώσσα σε όλα τα ιερά κείμενα, κατηγόρησε τον Μάξιμο το 1525, για παραποίηση και για δημιουργία αίρεσης μέσα από τις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών κειμένων του, που προέκυψε κυρίως από τη μέτρια γνώση της ρωσικής γλώσσας των αντιγραφέων του.
Οι εχθροί του που κρατούσαν τώρα τα ηνία της εξουσίας τον εξόρισαν στο μοναστήρι του Ιωσήφ Βολοκολάμσκ. Τον έκλεισαν, μάλιστα, σε μπουντρούμι με ρητή εντολή απομόνωσης και απαγόρευσης οποιασδήποτε επικοινωνίας.
Έξι χρόνια μετά, σε μία νέα Σόμπορ (σύνοδο) τον κατηγόρησαν πάλι για τις σχέσεις του με τον Τούρκο Πρεσβευτή, αν και αυτός είχε, πια, πεθάνει. Ο Μάξιμος, από τη συνεχή πίεση, αναγκάστηκε να παραδεχτεί μερικά λάθη, στις μεταφράσεις των έργων του, που έγιναν, όπως του είπαν να δηλώσει, λόγω …οινοποσίας.

Έτσι εξορίστηκε στο Μοναστήρι Ότροχ στην περιοχή Τβέρ κοντά στον ποταμό Βόλγα. Εκεί παρέμεινε τα υπόλοιπα είκοσι έτη της ζωής του.
Παρά τη διαμεσολάβηση των Πατριαρχείων της Αντιόχειας, της Κωνσταντινούπολης και της Ιερουσαλήμ για την απελευθέρωση του οι ρωσικές αρχές απέρριπταν οποιαδήποτε παρέμβαση. Δεν συνηγορούσαν άλλωστε, ούτε ο Ιβάν ο Τρομερός, ούτε ο Μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος, γιατί γνώριζαν την ικανότητα του Μάξιμου να αναστρέφει τις καταστάσεις, ειδικά όταν οι κατηγορίες εναντίον του ήταν τόσο πλαστές και αναληθείς.
Χαρακτηριστική είναι, εξάλλου, η δήλωση Μάξιμου προς τον Τσάρο που ήρθε να προσκυνήσει στο μοναστήρι του Κύριλλου— Μπελοζέρκσυ, παρατώντας τους σκοτωμένους στρατιώτες του, άταφους, στην πεδιάδα.
«Καλές είναι», του είπε, «οι προσευχές, καλύτερη όμως είναι η φροντίδα των νεκρών στρατιωτών που έπεσαν στην μάχη για την κατάκτηση του Καζάν
Ο Μάξιμος ο Έλλην ή Μακσίμ Γκρέκ, ήταν ένας ιδεολόγος, ανθρωπιστής που με το παράδειγμά του δίδαξε ήθος και αγνότητα στις νέες γενεές των Ρώσων.
Πέθανε το 1556 στη μονή της Τρόϊτσε– Σεργίγιεβα Λάβρα.
Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ανατολική Καθολική Εκκλησία τον ανακήρυξαν Άγιο.
Εορτάζεται στις 21 Ιανουαρίου.

Παράκληση ενός αγίου προς όσους επιδίδονται στα φοβερά αμαρτήματα των σοδόμω

Φροντίστε να γνωρίσετε εσείς οι πιο ακόλαστοι, ότι δημιουργηθήκατε κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, προορισμένοι για καλές πράξεις, για να δοξάζετε τον Θεό που σας δημιούργησε, και να δοξαστείτε και εσείς από Αυτόν μέσω των πνευματικών χαρισμάτων, που σας δίδει Αυτός. Αντιθέτως εσείς, τυφλώνοντας και παραπλανώντας τον εαυτό σας με την αισχρή σαρκική επιθυμία σας, όχι μόνο χάνετε αυτό το αξίωμα και την ομορφιά της εικόνας του Θεού, με τα οποία έχετε τιμηθεί, αλλά γίνεστε πιο ανόητοι και πιο άλογοι ακόμη και από τα πιο άλογα ζώα, αφού τολμάτε, ενώπιον των πανάγνων οφθαλμών του Δημιουργού σας, αυτό το θεομίσητο μίασμα. […]

Νομίζω ότι όσοι τολμούν αδιάντροπα αυτό το θεομίσητο μίασμα, θα παραδοθούν σε μαρτύρια ακόμη πιο βαριά από αυτά στα οποία παραδόθηκαν οι αρχαίοι κάτοικοι των Σοδόμων. Ο λόγος είναι ότι εκείνοι έδειξαν ασέβεια προς τον Θεό εν αγνοία τους, πριν ακόμη υπάρξει ο νόμος και πριν δοθεί η εντολή που απαγορεύει αυτό το βδελυρό μίασμα. Αυτοί όμως που, όπως εκείνοι, διαπράττουν τώρα αυτήν την βδελυρή πράξη, δεν αμαρτάνουν εν αγνοία τους, αλλά εξαιτίας της μεγίστης αναισθησίας και ανοησίας τους, εν πλήρει γνώσει της μέλλουσας φοβερής Κρίσεως του Θεού. Γι’ αυτό και θα παραδοθούν σε πιο βαριά μαρτύρια, σύμφωνα με τον τρομερό λόγο του Ευαγγελίου: «Εκείνος ο δούλος, που γνώριζε το θέλημα του κυρίου του και δεν ετοιμάστηκε ούτε έπραξε κάτι προς το θέλημα αυτό, θα φάει πολύ ξύλο», δηλαδή θα δε­χθεί δυνατά και ατέλειωτα βασανιστήρια, ενώ «αυτός που δεν ήξερε και έκανε πράγματα άξια τιμωρίας, θα φάει λίγο ξύλο», δηλαδή θα έχει πιο ελαφρά αιώνια βάσανα. […]

  • Αν όμως, ως ευσεβείς Χριστιανοί, θέλετε να λάβετε την αιωνία απόλαυση των αγαθών που περιμένουν τους αγίους, τότε προσπαθήστε να απομακρυνθείτε όσο γίνεται πιο γρήγορα από αυτήν την αισχρότατη και βρωμερή ηδονή σας και να την μισήσετε. Να παραδώσετε στο αιώνιο ανάθεμα όποιον ισχυρίζεται ότι αυτή είναι αθώα, ακριβώς όπως εκείνον που πολεμά εναντίον του Ευαγγελίου του Σωτήρος Χριστού και διαστρεβλώνει την διδασκαλία Του. Να εξαγνίσετε τον εαυτό σας με ειλικρινή μετάνοια, με θερμά δάκρυα, με κάθε δυνατή ελεημοσύνη και ειλικρινή αδιάλειπτη προσευχή, για να αξιωθείτε να εισέλθετε μαζί με τις σώφρονες παρθένες, που κρατούν αναμμένους τους λύχνους τους, στον νοερό γάμο του Νυμφίου, ο οποίος λέγει: «Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες» από τις ματαιότητες της τωρινής ζωής «και πεφορτισμένοι» από διάφορες αμαρτίες, «καγώ αναπαύσω υμάς».

Ήδη έχω πει πολλές φορές και δεν θα πάψω να το λέω: Να μισήσετε ολόψυχα αυτήν την ατιμία, για να μην είστε υιοί της κατάρας και του αιωνίου ολέθρου. Είσαστε Χριστιανοί και έτσι ονομάζεστε, αφού πήρατε αυτό το έξοχο όνομα από τον Χριστό, τον πάναγνο και πανάγιο Θεό. Να ζείτε λοιπόν αντάξια του Χριστού με κάθε αγιότητα και σωφροσύνη. […] Μην στερείτε λοιπόν από τον εαυτό σας ανόητα αυτήν την χαρισμένη από τον Θεό κληρονομιά των αρρήτων αιωνίων αγαθών για χάρη αυτής της βδελυρής, θεομίσητης και αισχρής ηδονής με αυτό το καταραμένο μίασμά σας. «Μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οις ουκ έστι σύνεσις, εν κημώ και χαλινώ», δηλαδή διά της οργής του Θεού και του μένους του, «τας σιαγόνας άγξαις». Να μην στερηθείτε εξαιτίας της ανυπακοής της ψυχής σας την ελευθερία, όπως αυτοί που δεν θέλουν να τον προσεγγίσουν με αληθινή και πλήρη μετάνοια, η οποία εξαγνίζει τις αμαρτίες στην παρούσα ζωή.

Γιατί η παρούσα ζωή είναι ο χρόνος της πράξεως, δηλαδή της τελέσεως καλών πράξεων, ενώ ο μέλ­λοντας αιώνας είναι ο χρόνος της ανταποδόσεως και όχι της καθάρσεως. Ο ιερός Αυγουστίνος μάς διδάσκει να μην παρασυρόμαστε από τις μάταιες ελπίδες και τα παραπλανητικά λόγια των αιρετικών. Γι’ αυτό ας ακολουθήσουμε πιστά την διδασκαλία του Ευαγγελίου και των αποστόλων και την παράδοση των Πατέρων, ώστε να γίνουμε άξιοι της απολαύσεως των αιωνίων αγαθών διά της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Ιησού Χριστού, στον Οποίο αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση εις αιώνας αιώνων. Αμήν.

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, Λόγοι, τόμος α΄

CC (BY-NC-ND) Lawrence OP
CC (BY-NC-ND) Lawrence OP

Χαίροις Μέγιστε Μάξιμε.(24 Χαιρετιστήριοι Οίκοι εις τον εν Αγίοις Πατέρα ημών Μάξιμον τον Γραικόν, Φωτιστήν της Ρωσίας (+ 1556), Βατοπαιδινόν άμα τε καί Τριαδολαυρεώτην.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός και η τουρκοκρατούμενη Άρτα.

icon_maksim_grek.jpg

πρωτοπρεσβυτέρου Δημητρίου Αθανασίου.

ΜΕΡΟΣ -Α-

Ο Άγιος Μάξιμος γεννήθηκε στην Άρτα το 1470 μ.Χ., αλλά η καταγωγή του ήταν από τον Μωριά και το κοσμικό του όνομα ήταν Μιχαήλ Τριβώλης. Δεν είναι ιστορικά εξακριβωμένο πότε η οικογένεια Τριβώλη εγκαταστάθηκε στην Άρτα. Ενδείξεις υπάρχουν, ότι η οικογένεια Τριβώλη ήταν πλούσια εμπορική οικογένεια, που τα  μέλη της αποτελούσαν στελέχη της αυλής των διαφόρων ηγεμόνων. Οι ενδείξεις αυτές μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι η εγκατάστασή τους στην Άρτα, έγινε πολύ πριν από την κατάληψή της από τους Τούρκους, ίσως από την εποχή των Αγγέλων-Κομνηνών, στην επικράτεια των οποίων υπάγονταν για ορισμένα χρονικά διαστήματα και η Κέρκυρα  και ότι η οικογένεια Τριβώλη διατηρούσε εμπορικές επιχειρήσεις και στην Κέρκυρα και στην Άρτα. Έτσι εξηγείται το γεγονός ότι ο πατέρας του Μιχαήλ (Μαξίμου) Τριβώλη Εμμανουήλ, βρίσκεται μόνιμα εγκατεστημένος στην Άρτα, ενώ ο αδελφός του Δημήτριος στην Κέρκυρα.

Ο Μιχαήλ Τριβώλης την πρώτη μόρφωσή του την πήρε στην Άρτα, όπου ακόμα λειτουργούσε Ελληνικό σχολείο, ενώ το καθαρά ελληνικό περιβάλλον μέσα στο οποίο γεννήθηκε και γαλουχήθηκε του έδωσαν την συνείδηση ότι ήταν Έλληνας. Και η συνείδηση ότι ήταν Έλληνας και ότι ανήκε στον περιούσιο αυτό λαό και ότι μόνο αυτό αρκούσε να του δώσει κύρος, αποδεικνύεται από το ότι σε μια από τις πιο κρίσιμες στιγμές της ζωής του αναφωνεί:

«ΕΛΛΗΝ ΕΙΜΙ ΚΑΙ ΕΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΧΩΡΑ ΕΓΓΕΝΝΗΘΗΝ ΚΑΙ ΑΝΕΤΡΑΦΗΝ ΚΑΙ ΕΚΑΡΗΝ ΜΟΝΑΧΟΣ»

Ο πατέρας του όμως αντιλαμβάνεται ότι η εκπαίδευση του Μιχαήλ δεν μπορούσε να συνεχιστεί στην Ελλάδα και αποφασίζει να τον στείλει να συνεχίσει τις σπουδές του στην Δύση μια και είχε οικονομική ευχέρεια. Αρχικά ο Μιχαήλ πήγε στην Κέρκυρα στον θείο του Δημήτριο, όπου είχε δάσκαλο τον σοφό μαθητή του Πλήθωνα Ιωάννη Μόσχο, που τον εισήγαγε στον πλατωνισμό. Το έτος 1492 εγκαταλείπει την Κέρκυρα, για να ακολουθήσει τον Ιανό Λάσκαρη στην Ιταλία, όπου συνέχισε τις σπουδές του.

Το 1504 εγκαταλείπει την Ιταλία και ξαναγυρίζει στην Άρτα.

«Χρειαζόταν φαίνεται, προτού ξεκινήσει για τον μεγάλο της ζωής του αγώνα, να ξαναζήσει στην πόλη που γεννήθηκε και έζησε τα παιδικά του χρόνια, λες και ο τόπος αυτός θα του έδινε την απαραίτητη για την επιτυχία του σκοπού του δύναμη.

Κατά την διάρκεια της παραμονής του στην Άρτα ο Μιχαήλ είδε με τα ίδια του τα μάτια τι σημαίνει τουρκική κατοχή. Ενώ αυτός πλανιόταν στα πελάγη του επικουρισμού και θαύμαζε τα αριστουργήματα των μεγάλων καλλιτεχνών της Δύσης, οι Τούρκοι κατέστρεφαν στην Άρτα ό,τι ωραίο είχε αφήσει το παρελθόν. Από το πιο ωραίο στολίδι της Άρτας, το μοναδικό σε πρωτοτυπία μνημείο της μεταβυζαντινής Αναγέννησης, τον ΝΑΟ ΤΗΣ ΠΑΡΗΓΟΡΗΤΙΣΣΑΣ, ο κατακτητής αφού πρώτα αφήρεσε το μαρμάρινο δάπεδό της, την ορθομαρμάρωση και πολλούς κίονες τον μετέβαλε σε σταύλο, ενώ ταυτόχρονα μετέτρεψε σε τζαμιά τους ναούς των Ταξιαρχών και του Ιωάννου του Θεολόγου. Αλλά και η ζωή των ραγιάδων κάθε μέρα και χειροτέρευε μια και οι Τούρκοι τους απομυζούσαν ληστρικά» (Ευστ.Πατσαλιάς)

Εκείνη ακριβώς την εποχή μαρτύρησε στην Άρτα ένας νεαρός. Δεν μας διασώθηκε το όνομά του. Ανώνυμος αλλά ένδοξος, ως Άγιος της Εκκλησίας. Το μαρτύριό του περιγράφει με καταπληκτική παραστατικότητα και χάρη ο Όσιος Μάξιμος. Το έγραψε στα Ρωσικά και στην Ρωσία. Ο τίτλος είναι:

«ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΣΗ ΑΥΤΟΠΤΟΥ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΝΕΟΦΑΝΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ». Ο ιστορικός ερευνητής του έργου του Οσίου Μαξίμου μακαριστός Κώστας Τσιλιγιάννης σημειώνει τα εξής σχετικά:

«Μετά την λέξη –αυτόπτου- θα μπορούσαμε μεταφράζοντας ελεύθερα να προσθέσουμε τις λέξεις «που ήταν» ή «που παραβρισκόταν». Αναλύοντας τον τίτλο της διηγήσεως διαπιστώνει κανείς ότι μπορεί η λέξη «αυτόπτης» να μην προσδιορίζει συγκεκριμένο πρόσωπο, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν είναι δυνατόν ο Μάξιμος να απέφυγε από ταπεινοφροσύνη να καταδείξει τον ίδιο τον εαυτό του. Ως Αγιορείτης αλλά και από ιδιοσυγκρασία δεν επιθυμούσε να ταυτιστεί ο διηγηματογράφος με τον αυτόπτη και τελικά με τον ίδιο. Ο ξενιτεμένος Βατοπαιδινός από ταπεινοφροσύνη δεν διασαφηνίζει τη διφορούμενη έκφραση «Μοναχού Μαξίμου Γραικού διήγηση αυτόπτου…» αλλά και στην ανάπτυξη δεν εκφράζεται στο πρώτο πρόσωπο. Στο σημείο αυτό αξίζει να προσθέσω ότι ο Ρώσος μοναχός Moisei, όταν στις αρχές  του ΧΧ αιώνα μετέφραζε από τα σλαυωνικά στα νέα ρωσικά την διήγηση αυτή, τόλμησε να γράψει: «που αυτόπτης ήταν ο Μάξιμος ο Γραικός».

Η έκφραση «νεοφανής μάρτυρας στην ελληνική γη» δηλώνει ότι ο μαρτυρήσας ήταν σύγχρονος του Μαξίμου και από τους πρωτομάρτυρες της τουρκοκρατίας. Είναι σίγουρο πως το μαρτύριο έλαβε χώρα τον καιρό που ο Μάξιμος βρισκόταν στην Ελλάδα. Επίσης η διατύπωση «νεοφανής μάρτυρας» μας οδηγεί στη σκέψη ότι ο νεομάρτυρας είναι σύγχρονος του Μαξίμου και ότι δεν του ήταν άγνωστος γιατί στην περίπτωση αυτή θα έγραφε «νεοφανής άγνωστος μάρτυρας»……»

Βέβαια το ενδεχόμενο να συνέβη το γεγονός του μαρτυρίου όχι στην Άρτα αλλά  σε πόλη της Μακεδονίας ή σε νησί, που τον έστελναν οι γέροντες της Μονής για εράνους ο Κ. Τσιλιγιάννης σημειώνει:

«Σε κανένα γραπτό κείμενο δεν κατονομάζεται έστω και μια συγκεκριμένη μακεδονική πόλη ή τουρκοκρατούμενο νησί που επισκέφτηκε ο Μάξιμος, αφού τα περισσότερα ήταν ενετοκρατούμενα…. Εφόσον δεν υπάρχουν άμεσες ή έμμεσες πηγές-αποδεικτικά στοιχεία- οι υποθέσεις για τον τόπο τελέσεως ενισχύεται με την λογική ανάλυση συγκεκριμένων στοιχείων της διηγήσεως και με την ασφαλή γνώση του τρόπου συγγραφής του Μαξίμου και της μεγάλης ταπεινοφροσύνης του.

Ο Μάξιμος  στα συγγράμματά του μιλά με υπερηφάνεια για την καταγωγή του. Στην «ομολογία πίστεως» έγραφε:

«Είμαι Έλληνας και σε ελληνική γη γεννήθηκα, μορφώθηκα και καλογέρεψα». Στην φράση αυτή «ελληνική γη» όσον αφορά τα δύο ρήματα «γεννήθηκα και μορφώθηκα» είναι η Άρτα και όσον αφορά το ρήμα «καλογέρεψα» είναι το Άγιο Όρος. Όσον αφορά τη διήγηση αυτή δεν είχε νόημα για τους Ρώσους να κατονομάσει και να προσδιορίσει συγκεκριμένα ο Μάξιμος σε ποια πόλη της Ελλάδας τελικά  αναφέρεται. Γίνεται απόλυτα κατανοητό ότι αυτό που επιδίωκε ήταν να υπογραμμίσει ότι το επεισόδιο διαδραματίστηκε σε «ελληνική γη», για να τονίσει ότι η Ελλάδα υπέφερε από τους Αγαρηνούς……»

ΜΕΡΟΣ -Β-

Παραθέτουμε στην συνέχεια την διήγηση του μαρτυρίου του άγνωστου Αρτινού νεομάρτυρα με σχόλια του μακαριστού Κώστα Τσιλιγιάννη. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι η διήγηση αναγράφεται στο αρχικό χειρόγραφο, που υπάρχει στο τμήμα αρχείων της Βιβλιοθήκης της Μόσχας με τον ίδιο ακριβώς τίτλο. Δεδομένου δε ότι η διήγηση περιλαμβάνεται και στην Ιωσιφική συλλογή, η οποία περιέχει αδιαμφισβήτητα έργα του Μαξίμου του Γραικού που, σύμφωνα με την N.V.Sinitsyna, «διορθώθηκε από το χέρι του Μαξίμου και οι επικεφαλίδες μπήκαν με δική του ευθύνη και εντολή», ο τίτλος είναι αναντίρρητα αυθεντικός.

«ΜΟΝΑΧΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΓΡΑΙΚΟΥ ΔΙΗΓΗΣΗ ΑΥΤΟΠΤΟΥ ΣΤΟ ΜΑΡΤΥΡΙΟ ΚΑΠΟΙΟΥ ΝΕΟΦΑΝΟΥΣ ΜΑΡΤΥΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΗ».

“Ήταν κάποιος νέος πολύ ευσεβής, στολισμένος με εξωτερική εμφάνιση και είχε άφθονες ψυχικές αρετές, πιστός χριστιανός. Δεν είχε πλήρη μόρφωση, αλλά κατά νου είχε αξιέπαινα έθιμα. Και συνεχίζει: Ήταν σκλάβος ενός πλούσιου Αγαρηνού και βοσκούσε τα πρόβατα εκείνου σε εύφορα λιβάδια”.

Δίνει έτσι ακριβή στοιχεία για την κοινωνική και πολιτική κατάσταση του νέου, την υποχρεωτική δουλειά και την ανελευθερία του.

Στη συνέχεια προχωρεί αμέσως στο δεύτερο πρόσωπο που πρωταγωνιστεί στο δράμα. Παρουσιάζει την όμορφη κόρη του Τούρκου, που αγαπά παράφορα τον νεαρό βοσκό, ο οποίος όμως αρνείται να την παντρευτεί, αν πρώτα δεν βαπτιστεί χριστιανή.

“Εκείνη, ερωτευμένη και μαγεμένη από την ομορφιά και τη λεβεντιά του χριστιανού νέου, συμφωνεί ν’ αλλαξοπιστήσει. Για χάρη του κάνει τα πάντα και τελικά αποφασίζουν να φύγουν μαζί έξω από την πόλη. Θέλουν να πάνε όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους γονείς και το σπίτι τους”.

Η πλοκή

Ο Μάξιμος, ο θεολόγος Μάξιμος, δεν συνεχίζει την ιστορία του με τον κλασικό τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να συνεχιστεί μια αφήγηση, όπως για παράδειγμα: Μόλις το έμαθε ο Τούρκος κ.λπ., αλλά για κάθε κακή σκέψη και πράξη σκιαγραφεί και αποκαλύπτει το δημιουργό και κύριο πρόξενό της, δηλαδή το Σατανά. Ξεκινά λοιπόν την παράγραφό του ως εξής:

“Αλλ’ ο βλέπων όλα τα καλά με ζηλόφθονο μάτι, δεν άφησε έξω από τα δικά του ζηλόφθονα δίχτυα και αυτή την υπόθεση. . Και συνεχίζει παραβάλλοντας τα ζηλόφθονα δίχτυα και τις μηχανορραφίες του Σατανά με το κατόρθωμα του διαβολικού Τούρκου, που κατάφερε τελικά να τους ανακαλύψει στο δάσος και να τους συλλάβει”.

Παρατηρούμε ότι ο Μάξιμος εκφράζεται με λογοτεχνική διάθεση, χρησιμοποιώντας χαριτωμένες εκφράσεις που θυμίζουν προχριστιανικούς ψαλμούς, όπως π.χ. ο γονέας του κοριτσιού σαν το πεινασμένο θηρίο που κατευθύνεται για κυνήγι μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες τους βρήκε κρυμμένους σε κάποιο δάσος σαν τα άκακα νεαρά ελάφια που κρύβονται από το θηρίο.

Ο JackHaney γράφει ότι ο Τούρκος βρήκε το δούλο και την κόρη του με τη βοήθεια ενός προδότη, όμως τέτοιο πράγμα δεν αναφέρεται πουθενά στη διήγηση. Μάλιστα, ο ίδιος ο Μάξιμος τον αντικρούει με τη φράση του μετά από αλλεπάλληλες προσπάθειες τους βρήκε. Το σημαντικότερο είναι ότι ούτε ο Jack Haney μας πληροφορεί από πού άντλησε τα στοιχεία γι’ αυτόν τον ισχυρισμό. Πιθανώς, το διαπιστώνει ως λογικό ενδεχόμενο, επειδή ο Τούρκος ανακάλυψε τα παιδιά σχετικά γρήγορα.

Υπάρχει όμως και ένα επί πλέον ενδεχόμενο, δηλαδή να είχε ξεκινήσει μια ομάδα Τούρκων ενόπλων ανιχνευτών, υποτακτικών του μπέη, η οποία μετά από προσεκτική και επίμονη έρευνα ανακάλυψε και παρέδωσε τους δύο νέους.

” Ο Αγαρηνός, πνέων μένεα, μόλις τους ανακάλυψε τραυμάτισε βάναυσα με φοβερό ξυλοδαρμό τον νεαρό βοσκό του, γιατί δεν ήξερε ότι τα δύο παιδιά, παρά τον παράφορο έρωτά τους, ήταν ακόμη αγνά.

Ο Τούρκος έδεσε το βοσκό σφιχτά και τον ξανάφερε στο σπίτι του. Εκεί έμεινε άναυδος όταν πληροφορήθηκε από την ίδια του την κόρη ότι ο βοσκός ήταν αγνός και εγκρατής και ότι χάρη σ’ αυτόν παρέμεινε αγνή και ανέγγιχτη. Αμέσως γαλήνεψε και αντιμετώπισε ψύχραιμα την κατάσταση. Θαύμασε τη δύναμη της εγκράτειας του νεαρού υποτακτικού του και μεταβλήθηκε από οργίλος εκδικητής σε πράο υποψήφιο πεθερό.

Προσπάθησε με γλυκά λόγια να κάνει το βοσκό να δεχθεί τις προτάσεις του λέγοντας: Να απαρνηθείς, ώ καλό μου παιδί, τη δική σου πατρική πίστη, να δεχθείς τη δικιά μου και να είσαι όπως εγώ και θα δέσω εσένα με την κόρη μου που επιθυμείς με γάμο, και θα σε κάνω γενικό κληρονόμο όλων των κτημάτων μου.

Αλλά οι προτάσεις του Τούρκου κρίθηκαν απαράδεκτες από το νεαρό βοσκό. Το χριστιανόπουλο, ακούγοντας ότι ο Τούρκος του έδινε την κόρη και την περιουσία με την προϋπόθεση ν’ απαρνηθεί τη χριστιανική πίστη του, σηκώθηκε με ορμή όρθιος και η ύπαρξή του πλημμύρισε ευθύς από το Άγιο Πνεύμα. Φλογίστηκε και φωτίστηκε η αγνή του ψυχή με τη θεϊκή αγάπη και, ως φυσικό επακόλουθο, του γεννήθηκε η υπέροχη και υπέρτατη επιθυμία του μαρτυρίου. Θεία ακτινοβολία τον περιέλουσε και έλαμψε ολόκληρος”.

Ο Μάξιμος θα ήταν σίγουρα πολύ συγκινημένος όταν περιέγραφε τα γεγονότα αυτά. Το δράμα με όλο του το μεγαλείο άγγιζε τα μύχια της θλιμμένης του ψυχής. Στα δικά του μαρτύρια τον ενδυνάμωνε όχι μόνο η αναφορά του στο μαρτύριο του Ελληνόπουλου αλλά και η ανάμνηση του μαρτυρικού θανάτου του Σαβαναρόλα. Ο Μάξιμος συγκλονίστηκε από την απόφαση του αγνού βοσκού, έγραψε υπερήφανα και θαυμαστά λόγια ως απάντηση του νεαρού προς τον Τούρκο αφέντη του: Εξαφανίσου μαζί με την κόρη σου και με όλα τα πλούτη σου απαίσιο σκεύος ολέθριων δαιμόνων. Στο σημείο αυτό διαπιστώνουμε ότι ο Μάξιμος παρεμβαίνει στο λόγο του πρωταγωνιστή, εισάγοντας λεκτικά σχήματα που λογικά δεν θα μπορούσαν ν’ ανήκουν στο γλωσσικό ιδίωμα ενός βοσκού.

Η απάντηση του νέου είναι μαχητική και μακροσκελής και συνεχίζει αποφασιστικά και εμφατικά με τη διατύπωση της ομολογίας πίστεώς του: «Εγώ την πίστη στο Θεό μου θα την διαφυλάξω αγνή, όσο έχω τις δυνάμεις μου, εσένα και τα πλούτη και την κόρη σου, και την ίδια την πλάνη του άθεου Μωάμεθ με χαρά την εξεμώ».

Ο Αγαρηνός εκνευρίσθηκε σφόδρα και όπως ένας λυσσασμένος σκύλος επιτέθηκε κατά του νεαρού και άρχισε να τον κτυπά με γροθιές και κλωτσιές. Ύστερα του έβαλε σχοινί στο λαιμό και δένοντας τα χέρια πίσω τον έσυρε απάνθρωπα και τον παρουσίασε στο δικαστή. Εκεί στο δικαστήριο τον κατηγόρησε ως απαγωγέα και ληστή της κόρης του και ως υβριστή του Μωάμεθ μαζί με άλλες πρόσθετες συκοφαντικές κατηγορίες, που επιβάρυναν καταδικαστικά το δύστυχο νέο.

Οι λόγοι και οι αιτίες της παραπομπής του γενναίου και θεοσεβούς νέου είναι οι ίδιες οι κατηγορίες που του απαγγέλθηκαν: ληστεία, απαγωγή και βλασφημία. Οι δύο πρώτες κατηγορίες όμως δεν θα γίνουν αποδεκτές από τον κατή. Γι’ αυτόν ικανοποιητική, για να προχωρήσει στην καταδίκη του νέου, είναι η τρίτη κατηγορία.

“Στο δικαστήριο ο κατής προσπαθεί να καλοπιάσει και να πείσει τον αξιόλογο νεαρό με υποσχέσεις, γλυκόλογα και δολοπλοκίες. Επιδίωξε να πετύχει τα ακατόρθωτα. Προσπάθησε να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικός από τον προσβεβλημένο Τούρκο πατέρα”.

Ο δεξιοτέχνης του ωραίου λόγου, Μάξιμος, συνεχίζει:

” Προσπαθούσε ο κατής να αφανίσει τον ψυχικό στύλο του εξαίρετου νέου, αλλά συνάντησε σ’ αυτόν αμετακίνητο βουνό, το οποίο και προσπαθούσε να μετακινήσει από τη θέση του και σαν να ήθελε με την βελόνα να ελέγξει τον σκληρότατο αδάμαντα.

Όταν ο κατής βεβαιώθηκε ότι με κανέναν τρόπο, με καμία υπόσχεση και με κανένα επιχείρημα ή και βασανιστήριο, δεν θα μπορούσε να κάμψει την πεποίθηση του εξαίρετου νέου, διέταξε να τον θανατώσουν μαρτυρικά.

Του πέρασαν το σχοινί στο λαιμό. Στη συνέχεια τον σήκωσαν σιγά-σιγά από τη γη και τον κατέβαζαν κάτω απότομα”.

Ο Γρηγόριος Παπαμιχαήλ στο βιβλίο του Μάξιμος ο Γραικός ο πρώτος φωτιστής των Ρώσσων, προσπαθώντας να δώσει απλώς μια περίληψη της διηγήσεως, πραγματοποιεί διπλό λάθος και συγκεκριμένα γράφει στη σελ. 377 για το σημείο αυτό της εξελίξεως:  Δι’ ο και γυμνώσαντες αυτόν εξαπέλυσαν κατ’ αυτού όφιν, όστις περιέβαλε τον τράχηλόν του και παρακάτω ο νεανίας όμως τρίς υπομείνας την πίεσιν του όφεως». Όμως ο Μάξιμος δεν κάνει καμία αναφορά σε φίδι, ούτε και σε βασανιστήρια με φίδι. Λέει καθαρά ότι ο νέος κρεμάστηκε με σχοινί. Η επίμαχη ρωσσική λέξη που βρίσκεται στο αρχαίο σλαυωνικό κείμενο είναι η ούζισιεμ η οποία βεβαίως μπορεί να ερμηνευθεί όφις ή σχοινίον, στη συγκεκριμένη περίπτωση όμως δε στηρίζεται λογικά η άποψη ότι ο νέος δέθηκε επανειλημμένα με φίδια στο δάσος, στο σπίτι, στο δικαστήριο και, κυρίως, κρίνεται εντελώς απίθανη η εκδοχή να δέθηκε και να κρεμάστηκε ψηλά με φίδι μήκους πολλών μέτρων, για τον πρόσθετο λόγο ότι το φίδι δεν θα άντεχε το βάρος του σώματος του νέου σε διαδοχικές ανυψώσεις. Άρα ο Μάξιμος με τη λέξη ουζισιεμ σαφώς εννοεί σχοινί και ο Γρηγόριος Παπαμιχαήλ σφάλλει ως προς την ερμηνεία της λέξεως και ως προς την περιγραφή του μαρτυρίου, το οποίο τροποποιεί στο σημείο αυτό. Επίσης η μαξιμική διήγηση δε στηρίζει τον ισχυρισμό του Γρ. Παπαμιχαήλ για γύμνωση του μάρτυρα.

Όμως το μαρτύριο του βοσκού συνεχίζεται και ο κατής του λέγει: Λυπήσου την ανθηρή νεότητά σου. Του υπενθυμίζει πόσο τρομερό είναι να μαρτυρεί τώρα πάνω στην νεότητά του, στα καλύτερα του χρόνια, και τον πιέζει να επιλέξει τη ζωή με το να αλλάξει την πίστη του. Αλλά ο θαρραλέος νέος είναι πια αποφασισμένος. Έχοντας βαθειά ριζωμένη μέσα του τη χριστιανική πίστη, ψελλίζει την ώρα που τον σφίγγει το σχοινί για να πεθάνει: Ο Χριστός είναι ο Θεός μου και ο Βασιλιάς μου.

Η λύση

“Τρεις φορές μαρτύρησε κατ’ αυτόν τον τρόπο και την τρίτη φορά πέθανε. Η χαρά του μάρτυρα που πραγματοποιεί την υπέρτατη θυσία για το Χριστό, πηγαίνοντας να κατακτήσει την ουράνια ζωή, διακρινόταν εκείνη τη στιγμή στο τελευταίο βλέμμα του θνητού από τη γη προς τον Ουράνιο Πατέρα”.

Η θρησκευτική αποκορύφωση του δράματος: Τρεις φορές ομολόγησε το Χριστό και τρεις φορές πέθανε γι’ Αυτόν είναι μια συγκλονιστική έκφραση που αποκαλύπτει και το μεγαλείο της αγνής ψυχής του.

Το συμπέρασμα – δίδαγμα

Ο Μάξιμος τελειώνει τη μοναδική αυτή διήγηση – μαρτυρία από τη ζωή του στην πατρίδα του με τη διατύπωση ενός τελικού διδάγματος. Σημειώνει ότι αποτελεί ντροπή για τη χριστιανική συμπεριφορά ο παράνομος δεσμός δύο νέων. Και τονίζει ότι σύμφωνα με το ορθόδοξο δόγμα, αν δε συναφθεί νόμιμος γάμος, είναι προτιμότερο, ως ευσεβείς και πιστοί χριστιανοί, να διαλογιζόμαστε και να ζούμε με βάση την αιδώ και την αγνότητά μας.

Η δε φράση να ντρεπόμαστε εμείς οι οποίοι τους τίμιους νόμους του Χριστού βάζουμε κάτω από την απαίσια διαφθορά έχει ιδιαίτερη βαρύτητα για τους Ρώσους εκείνης της εποχής. Είναι προφανές ότι η διήγηση έχει γραφεί ειδικά για να διαβαστεί από το ρωσικό λαό.

Μετά την λογοτεχνική έκρηξη του δράματος τρεις φορές πέθανε γι’ Αυτόν, ακολουθεί ήρεμη βεβαιωτική έκφραση για τη νίκη: της επουράνιας και αιώνιας δόξας κατά της γήινης ματαιοδοξίας και του πνεύματος κατά της ύλης.

Έτσι ο Μάξιμος, με τις τεράστιες λογοτεχνικές του ικανότητες, αλλά και την αδιαμφισβήτητη δεινότητά του στη ρητορική, απλουστεύει τη γενική κατάληξη του δεύτερου σκέλους του συμπεράσματός του, με προφανή σκοπό να διατηρήσει τις θαυμάσιες αναλαμπές και τους υψηλούς τόνους της συγκινητικής φράσεως του μαρτυρίου του αγνού νέου ΤΡΕΙΣ ΦΟΡΕΣ ΠΕΘΑΝΕ ΓΙΑ ΧΑΡΗ ΤΟΥ, ΓΙΑ ΤΟ ΧΡΙΣΤΟ!

Συνεπώς, η διήγηση αυτή δεν έχει απλά και μόνο λογοτεχνικό ενδιαφέρον, έχει κυρίως και ιστορικοθρησκευτική σημασία. Και αυτό γιατί περιγράφει αξιόπιστα το μαρτύριο ενός άγνωστου, πάναγνου και υποδειγματικού νέου, πιστού στις αρχές της ελληνοχριστιανικής παραδόσεως στον καιρό της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα.

(Σχόλια Κ.Τσιλιγιάννη – Επιμέλεια κειμένου: πρωτοπρεσβύτερος Δημήτριος Αθανασίου)

…………………………………………………………………………

Λακεδαιμονίων τον γόνον, και της Άρτης το καύχημα,

τον φωστήρα των Ρώσων και του Άθω αγλάισμα,

τιμήσωμεν συμφώνως οι πιστοί,

βοώντες προς αυτόν ειλικρινώς,

δόξα τω δεδωκότι σοι ισχύν, δόξα τω σε στεφανώσαντι,

δόξα των Ορθοδόξων το νέον καύχημα.

 

Μορφές της Κυριλλομεθοδιανής παράδοσης. Η περίπτωση του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.( Όλγα Μιχαήλοβα-Αλίσα Νταβτιάν)

images

Μορφές της Κυριλλομεθοδιανής παράδοσης.

Η περίπτωση του Αγίου Μαξίμου του Γραικού.( Όλγα  Μιχαήλοβα-Αλίσα  Νταβτιάν)

 

Απόσπασμα από την εισήγηση 

-Το έργο των Αγίων  Κυρίλλου και Μεθοδίου στη διαμόρφωση της Γλώσσας και του Πολιτισμού της Ρωσίας.

Δύο μορφές της κυριλλομεθοδιανής παράδοσης: Βλαδίμηρος Μονομάχος –Μάξιμος Γραικός-

που έγινε σε διημερίδα στην Θεσσαλονίκη  με τίτλο -Δρώμενα και γράμματα Σλαβικού πολιτισμού. Θεσσαλονίκη 2008.

 

Μάξιμος ο Γραικός.

Την άνοιξη του 1553 ο τσάρος Ιβάν ο Δ΄(αργότερα γνωστός ωςΤρομερός) άφησε την πρωτεύουσα του Μόσχα, για ένα προσκυνηματικό ταξίδι.

Το ταξίδι, σε ένα μοναστήρι του μακρινού Βορρά, είχε το σκοπό της ευχαριστίαςmγια την ανάρρωσή του από μια πρόσφατη και παραλίγο μοιραία αρρώστια. Η βασιλική συνοδεία, περιλαμβανομένης της τσαρίνας και του νεογέννητου παιδιού τους, σταμάτησε κατά τη διαδρομή στον Άγιο Σέργιο του μοναστηριού της Αγίας Τριάδας, του πιο ονομαστού της Ρωσίας. Εντός των τειχών του έζησε ένας άνθρωπος σχεδόν θρυλικής φήμης. Ένας Έλληνας μοναχός από τον Άθωνα, πάνω από 80 χρονών, είχε περάσει τα τελευταία τριάντα πέντε χρόνια στη Ρωσία, τα περισσότερα από τα μισά σε μοναστικούς σκοπούς. Για τους μορφωμένους Ρώσους ήταν γνωστός ως ένας λόγιος ευρείας μόρφωσης, ένας γόνιμος συγγραφέας στη γλώσσα τους και ένας άνθρωπος μεγάλης σταθερότητας και θάρρους. Το όνομα του ήταν Μάξιμος-Μαξίμ για τους Ρώσους. O ηλικιωμένος μοναχός και ο νεαρός ηγεμόνας συναντήθηκαν και συζήτησαν. Ο Μάξιμος παρότρυνε τον τσάρο να εγκαταλείψει το προσκύνημα του και να επιστρέψει στη Μόσχα. Ακόμα του εξήγησε ότι έπρεπε να ανακουφίσει τις οικογένειες των Ρώσων στρατιωτών που σκοτώθηκαν στους πρόσφατους πολέμους ενάντια στους Τάταρους παρά να επιμείνει σε αυτό το ξεκάθαρα μακρύ και επικύνδινο ταξίδι.

Και προειδοποίησε τον Ιβάν ότι αν τελικά επέμενε, ο νεογέννητος γιος του θα πέθαινε. Ο τσάρος αρνήθηκε να αλλάξει τα σχέδια του και το παιδί πέθανε στη διαδρομή.

Η ιστορία αυτής της σύντομης συνάντησης ανάμεσα στους-κατά πολλούς-δύο πιο σημαντικούς άντρες της Ρωσίας του 16ου αιώνα έχει ειπωθεί, περίπου είκοσι χρόνια μετά, από έναν ένθερμο θαυμαστή του Μάξιμου, τον αντιφρονούντα πρίγκιπα Αντρέι Κούρμπσκυ που είχε διαφύγει στη Λιθουανία το 1564. Το καλοκαίρι του 1993 ο πρώτος πρόεδρος της Ρωσίας, Μπόρις Γιέλτσιν, κατά την επίσημη επίσκεψή του στην Ελλάδα, αναφέρθηκε στον Άγιο Μάξιμο το Γραικό χαρακτηρίζοντάς τον «φωτιστή» των Ρώσων. Αυτός ο Μάξιμος δεν είναι άλλος από τον κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβόλη, έναν Έλληνα της διασποράς που σύχναζε στις ουμανιστικές σχολές της Ιταλίας στα τέλη του 15ου αιώνα. Η ζωή του έχει το σχήμα δίπτυχου στο οποίο το Άγιο Όρος συνδέει τα δύο φύλλα, της Ιταλίας και της Μοσχοβίτικης Ρωσίας.

Ο Μιχαήλ λοιπόν γεννήθηκε στη Άρτα, την πρωτεύουσα της ελληνικής επαρχίας της Ηπείρου, γύρω στο 1470, από παλιά Βυζαντινή οικογένεια. Είκοσι περίπου χρόνια πριν, η πόλη έπεσε στους Τούρκους και από καιρό η οικογένειά του είχε αποφασίσει να ξενιτευτεί. Το πλησιέστερο καταφύγιο ήταν το νησί της Κέρκυρας, που βρισκόταν τότε υπό την κυριαρχία της Βενετίας. Οι ελληνικές οικογένειες από την κυρίως χώρα συγκεντρώνονταν εκεί για κάποιο διάστημα, οδηγημένες εκεί όχι μόνο με την προοπτική της ασφάλειας αλλά ακόμη και από την παρουσία στο νησί μιας ομάδας διακεκριμένων Ελλήνων λογίων.

Ο Μιχαήλ ήταν πιθανώς γύρω στα δέκα όταν η οικογένειά του μετακινήθηκε από την Άρτα στην Κέρκυρα. Στα είκοσι του, προσπάθησε ανεπιτυχώς να εκλεγεί στο Κυβερνόν Συμβούλιο του νησιού. Το 1492 πήγε στη Φλωρεντία, μετέπειτα πρωταγωνίστρια στις Ελληνικές σπουδές στην Ευρώπη.

Στη Φλωρεντία όπου έμεινε για τρία χρόνια, διαμορφώθηκε ως λόγιος από τη διδασκαλία του Έλληνα φιλόλογου Ιωάννη Λάσκαρη και από την επιρροή του σπουδαίου  Πλατωνιστή Μαρσίλιο Φιτσίνο. Πολλά χρόνια μετά γράφοντας στη Μόσχα, ο Μάξιμος θυμόταν τη Φλωρεντία ως την πιο όμορφη από όλες τις Ιταλικές πόλεις που γνώρισε. Η επίδραση του Πλάτωνα και της «Πλατωνικής Ακαδημίας» της Φλωρεντίας θα έμενε, καλώς ή κακώς για αυτόν, σε όλη τη ζωή του.

Μια άλλη πολλή διαφορετική επίδραση που δέχτηκε στη Φλωρεντία ήταν αυτή του Δομηνικανού μοναχού Σαβοναρόλα. Αργότερα στη Μόσχα έγραψε για τους Ρώσους μια λεπτομερή αναφορά για τη ζωή του Σαβοναρόλα περιγράφοντας τα ξακουστά κηρύγματα του, τη διαμάχη του με τον Πάπα και τη φρικιαστική του εκτέλεση στη Φλωρεντία. Αλλού περιγράφει το Πανεπιστήμιο των Παρισίων και αναγγέλει στους Ρώσους-πιθανότατα πρώτος-την ανακάλυψη της Αμερικής και ακριβέστερα ενός μεγάλου νησιού που ονομάζεται Κούβα.

Το επόμενο στάδιο στη ζωή του Μιχαήλ στην Ιταλία, μετά από σύντομες επισκέψεις στη Μπολώνια, στην Πάδοβα και στο Μιλάνο, τον βρίσκει το 1496 στη Βενετία όπου παρέμεινε τα επόμενα δύο χρόνια. Εκεί γνωρίζει και συνεργάζεται με τον Άλδο Μανούτσι τον εκδότη αρχαιοελληνικών έργων και του Αριστοτέλη. Η μετέπειτα εργασία του ως Μάξιμου και μεταφραστή κειμένων από τα Ελληνικά στα Σλαβονικά υπονοεί ότι εκπαιδεύτηκε στην έκδοση κειμένων: Μια ειδικότητα που όπως θα δούμε, δεν ήταν χωρίς κινδύνους στη Μοσχοβίτικη Ρωσία.

Ήδη ο Μιχαήλ έχει αποκτήσει κάποια φήμη και σε ένα γράμμα του το 1498 αναφέρει διαφορετικές προσφορές επικερδούς απασχόλησης που έχει λάβει πρόσφατα. Την ίδια χρονιά τον βρίσκουμε να εργάζεται για έναν άλλο Ιταλό, τον διακεκριμένο ελληνιστή Τζιανφραντσέσκο Πίκο της Μιραντόλα, ανηψιό του διάσημου Πλατωνιστή Τζιοβάννι Πίκο. Ο Τζιανφραντσέσκο Πίκο δεν ήταν μόνο ένας κλασσικιστής, ένας αληθινός «ελληνομανής», όπως έγραψε ο Μιχαήλ σε έναν φίλο του το Μάρτιο του 1500. Ήταν επίσης ένας πεπεισμένος Χριστιανός, ένας σπουδαστής των πατερικών κειμένων και μεγάλος θαυμαστής του Σαβοναρόλα.

Η επίδραση του Σαβοναρόλα αποδεικνύεται πιο ισχυρή και στον Μιχαήλ που προσεγγίζει το μοναστικό τάγμα των Δομηνικανών. Τελικά απογοητεύεται και εγκαταλείπει τη Δύση.

Το 1505 ή 1506, μετά από μια ακόμη αλλαγή που τα αίτια της παραμένουν μυστηριώδη, βρίσκουμε τον Μιχαήλ, τώρα ως μοναχό Μάξιμο, στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους, πίσω στην Εκκλησία των πατέρων του. Τα δέκα και πλέον χρόνια που πέρασε ο Μάξιμος στο Άγιο Όρος ήταν η πιο καθοριστική περίοδος της ζωής του. Αναμφίβολα εκεί καταδύθηκε στα άδυτα της Βυζαντινής λογοτεχνίας, θρησκευτικής και κοσμικής. Όπως γράφει ο ίδιος, η φιλοσοφία μοιάζει με το κυπαρίσσι που ανατείνεται όμορφο, αλλά άγονο προς τα ύψη, ενώ η χριστιανική αλήθεια μοιάζει με την ταπεινή συκιά που εκτείνει τα κλαδιά της χαμηλά, αλλά δίνει γλυκούς καρπούς.

Ήταν το 1516 όταν η τελευταία περίοδος στη ζωή του Μάξιμου άρχιζε.

Αυτό το έτος, μια πρεσβεία από τον Ηγεμόνα της Μόσχας, Βασίλειο Γ’, που ήταν γιος της Ελληνίδας βασίλισσας Σοφίας, αφίχθη στο Άγιο Όρος. Σκοπός της αντιπροσωπείας ήταν να προσκαλέσει στη Μόσχα έναν ικανό Έλληνα μεταφραστή. Η Ρωσική Εκκλησία, από τη γέννησή της τον 10ο αιώνα και μέχρι τα μέσα του 15ου, υπαγόταν στο Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης. Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, και ιδιαίτερα μεταξύ του 1350 και του1450, η βασιλική βιβλιοθήκη είχε εμπλουτιστεί με έναν μεγάλο αριθμό από Ελληνικά χειρόγραφα φερμένα από το Βυζάντιο.

Στις αρχές του 16ου αιώνα λίγοι Ρώσοι ήταν ικανοί να τα διαβάσουν. Υπήρχε ανάγκη ενός ειδικού να τα ξεδιαλύνει και να τα μεταφράσει στα Σλαβονικά. Ο ηγούμενος πρότεινε τον Μάξιμο εκθειάζοντας τα χαρίσματά του.

Ταξιδεύοντας βόρεια ο Μάξιμος και οι συνοδοί του σταμάτησαν για λίγο στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί πιθανότατα το Πατριαρχείο βρήκε την ευκαιρία να τον ενημερώσει για τα δύο ζωτικά θέματα που κυριαρχούσαν στις σχέσεις του με τη Ρωσία: την επιθυμία να αποκαταστήσει τη δικαιοδοσία του στη Ρωσική Εκκλησία που είχε εκλείψει στα μέσα του 15ου αιώνα και την ελπίδα να λάβει από τη Μόσχα βοήθεια, υλική και πολιτική, για τους Ελληνορθόδοξους υπόδουλους του σουλτάνου.

Ο Μάξιμος – και τώρα πια Μαξίμ για τους Ρώσους – έφτασε στη Μόσχα το Μάρτιο του 1518. Εκεί θα γινόταν ένας πολύπλευρος συγγραφέας.

Η πρώτη του αποστολή αφορούσε τη μετάφραση και το σχολιασμό στο βιβλίο των Ψαλμών, το Ψαλτήριο που αποτελούσε και το πρώτο αναγνωστικό κάθε Ρώσου που ήθελε να μάθει να διαβάζει και να γράφει. Η ανάγκη διόρθωσής του ήταν άμεση, γιατί τα λάθη του είχαν καταστεί αιτία παρερμηνειών και στήριξης αιρετικών απόψεων. Ο ηγούμενος του Βατοπεδίου είχε γράψει στον τσάρο ότι ο Μάξιμος δε γνώριζε Ρωσικά. Έτσι με την άφιξή του, αρχικά στην Κριμαία, ξεκίνησε να μαθαίνει, φθάνοντας μετά από καιρό, να γνωρίζει Ρωσικά αλλά και Σερβικά, Βουλγαρικά και την Εκκλησιαστική Σλαβονική. Σύμφωνα με το Ρώσο κορυφαίο διπλωμάτη και κύριο συνεργάτη του Μάξιμου, Dimitri Gerasimov, ο Μάξιμος μετέφραζε, το συγκεκριμένο έργο, από τα Ελληνικά στα Λατινικά και οι Ρώσοι συνεργάτες του απέδιδαν έπειτα στα Σλαβονικά. Ο Μάξιμος ολοκλήρωσε το έργο αυτό σε δεκαεπτά μήνες. Αυτό ήταν το πρώτο από τα πολλά λογοτεχνικά του έργα στη Ρωσία. Ο Σοβιετικός μελετητής Aleksey Ivanov το 1969, κατέγραψε και έδωσε τις περιλήψεις 365 έργων του Μάξιμου, τα μισά από τα οποία ήταν ανέκδοτα. Καλύπτουν μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων και έχουν χωριστεί από τον Jack Haney, το συγγραφέα του μοναδικού βιβλίου για το Μάξιμο στα Αγγλικά, σε τέσσερις γενικές κατηγορίες: Θεολογία, φιλοσοφία, κρατική διοίκηση και κοινωνικά προβλήματα.

Η κατηγοριοποίηση είναι χρήσιμη παρόλο που αφήνει εκτός δύο σημαντικά είδη έργων: μεταφράσεις από τα Ελληνικά (περισσότερες από 100) και έργα γραμματικής και λεξικογραφίας, πεδία στα οποία ο Μάξιμος ήταν πρωτοπόρος στη Ρωσία. Είναι επιτακτική η ανάγκη μιας κριτικής έκδοσης των γραπτών του Μάξιμου. Η μόνη υπάρχουσα έκδοση, δημοσιευμένη στο Καζάν από το 1859 ως το 1862, δεν ικανοποιεί αυτήν την απαίτηση.

Ο Μάξιμος είχε κάθε λόγο να πιστεύει ότι με τη συμπλήρωση της μετάφρασης των σχολίων στο Ψαλτήριο θα του επιτρεπόταν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Άλλωστε και ο ηγούμενος του Βατοπεδίου είχε ζητήσει ο Μάξιμος και οι δύο άλλοι μοναχοί που τον συνόδευαν να επιστρέψουν με καλή υγεία στον Άθωνα. Πάντως οι μοσχοβίτικες αρχές σαφώς και δεν βιάζονταν να τον επιτρέψουν να γυρίσει στην πατρίδα του. Είχαν άλλα σχέδια για τον Μάξιμο.

Σύντομα του ανέθεσαν και άλλες μεταφράσεις και την αναθεώρηση των υπαρχόντων Σλαβονικών κειμένων των Γραφών και των λειτουργικών βιβλίων, τα οποία βρήκε ανεπαρκή αφού οι προηγούμενοι Ρώσοι μεταφραστές είχαν ελλιπή γνώση της Ελληνικής. Αυτό, παρατήρησε ο Μάξιμος με συγκαταβατικότητα, δεν τον εξέπληξε. Επειδή η Ελληνική γλώσσα, σημειώνει, είναι δύσκολη και περίπλοκη και απαιτεί πολλά χρόνια μελέτης για την πλήρη εκμάθησή της, ειδικά όταν ο σπουδαστής δεν είναι Έλληνας, οξυδερκής και δεν έχει υψηλό κίνητρο. Έγινε προφανές σε αυτόν ότι τα χονδροειδή λάθη που έγιναν από προηγούμενους μεταφραστές, συνδυασμένα με αβλεψίες, οδήγησαν σε παρανοήσεις που στην καλύτερη περίπτωση ήταν παράλογες και στη χειρότερη αιρετικές. Κάποιες από τις πιο φανερές, τις διόρθωσε αυτόβουλα, μην υπολογίζοντας τις μελλοντικές δυσάρεστες συνέπειες. Ο ηγέτης των «ακτημόνων» – δηλαδή αυτών που όπως και ο Μάξιμος πίστευαν ότι τα μοναστήρια δεν έπρεπε να κατέχουν χωριά και δουλοπάροικους – Βασιανός, σημείωνε: «Τώρα, μέσω του Μάξιμου, γνωρίσαμε το Θεό».

Δυστυχώς οι διορθώσεις του, οι απόψεις του για το μοναχισμό και την ορθή αντιμετώπιση των αιρετικών, η αντίθεση του σε δεισιδαιμονίες και στην αστρολογία, η προσήλωσή του στην Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό και το θάρρος της γνώμης του, οδήγησαν στην παραπομπή του σε δίκη με αβάσιμες και ψευδείς κατηγορίες. Εκείνη την εποχή η Ρωσία από τη μια δεχόταν την επιρροή της Δύσης και τις προσπάθειες του Πάπα να προσεταιριστεί τον Μεγάλο Ηγεμόνα της Μόσχας. Είναι χαρακτηριστικό ότι είχαν εμφανιστεί θαυμαστές της Ισπανικής Ιεράς Εξέτασης. Από την άλλη, πλήθος αιρετικών και σκοταδιστικών βιβλίων, προερχόμενα κυρίως από τη Βουλγαρία, γινόταν άκριτα αποδεκτά ως ιερά από τον αμαθή λαό. Σε πολιτικό επίπεδο, η Ρωσία δεν επιθυμούσε να ανοίξει μέτωπο με τους Οθωμανούς, έχοντας ήδη προβλήματα στα δυτικά και ανατολικά της σύνορα. Μοιραία ο Μάξιμος, με μια μικρή ομάδα μορφωμένων ανθρώπων, συγκρούστηκαν με την καθεστηκυία τάξη.

Το χειμώνα του 1524/1525 ο Μάξιμος συνελήφθη. Την σύλληψη του ακολούθησε το Φεβρουάριο η δίκη δύο από τους τακτικούς συνομιλητές του.

Και οι δύο αυτοί Ρώσοι συνεργάτες του Μάξιμου βρέθηκαν ένοχοι για εσχάτη προδοσία. Ο ένας αποκεφαλίστηκε και ο άλλος καταδικάστηκε σε αποκοπή της γλώσσας του. Τον Μάιο του 1525 ο ίδιος ο Μάξιμος πέρασε από δίκη όπου προέδρευε ο ίδιος ο Μεγάλος Ηγεμόνας Βασίλειος ο Γ΄ (Τρίτος) και ο Μητροπολίτης Δανιήλ της Μόσχας που ενεργούσε και ως κύριος κατήγορος.

Μετά από μια καταφανώς προκατειλημμένη δίκη ο Μάξιμος

καταδικάστηκε σε απομόνωση στο μοναστήρι του Βολοκολάμσκ (προπύργιο αυτών που υποστήριζαν ότι τα μοναστήρια μπορούν να κατέχουν ολόκληρα χωριά), αλυσοδέθηκε, του επιβλήθηκε ακοινωνησία και του απαγορεύτηκε να διαβάζει και να γράφει. Η φυλάκιση του θα διαρκούσε είκοσι τρία χρόνια. Το 1531 ξαναδικάστηκε, εν μέρει λόγω της άρνησής του να δηλώσει ένοχος στις παλιότερες κατηγορίες, και καταδικάστηκε σε φυλάκιση σε μοναστήρι στο Τβερ.

Η σκληρή μεταχείριση του Μάξιμου σιγά-σιγά μειώθηκε την δεκαετία του 1530, χάρη στην ανθρωπιά του τοπικού επισκόπου Ακακίου και ιδιαίτερα μετά την απομάκρυνση του Μητροπολίτη Δανιήλ – κύριου διώκτη του Μάξιμου – από τη θέση του το 1539. Αν και ακόμα του απαγορευόταν να κοινωνήσει, του δόθηκαν πίσω τα βιβλία του και του επιτράπηκε να γράφει. Στα μέσα της δεκαετίας του 1540 οι Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως και Αλεξανδρείας έγραψαν στον Ιβάν τον Δ΄- τον Τρομερό -, ζητώντας την απελευθέρωσή του. Ο Μάξιμος επανειλημμένα εκλιπαρούσε τους δεσμοφύλακές του να τον αφήσουν να επιστρέψει στο Άγιο Όρος. Οι άκαρδες ρωσικές αρχές αρνήθηκαν όλες τις αιτήσεις του να του επιτραπεί να επιστρέψει στην πατρίδα του, επικαλούμενες το γεγονός ότι γνώριζε πολλά για τη χώρα τους.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, τα μαρτύρια του έλαβαν τέλος.

Απελευθερώθηκε, πιθανότατα το 1548, όταν ήρθη το επιτίμιο της ακοινωνησίας και του επιτράπηκε να διαμείνει στο μοναστήρι του Αγίου Σεργίου της Αγίας Τριάδας κοντά στη Μόσχα (το σημερινό Ζαγκόρσκ). Πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του διαβάζοντας, γράφοντας και διδάσκοντας. Παρά την εξασθένιση της όρασής του, δίδαξε Ελληνικά σε ένα Ρώσο μοναχό, ενώ λίγο νωρίτερα, είχε γράψει στον κύριο κατήγορό του Μητροπολίτη Δανιήλ, παρηγορώντας τον για την απώλεια της θέσης του και απλώνοντάς του χέρι συμφιλίωσης. Απεβίωσε στο μοναστήρι της Αγίας Τριάδας σε ηλικία ενενήντα ετών.

Η μεταθανάτια μοίρα του Μάξιμου του Γραικού στη Ρωσία ήταν πολύ παράξενη. Οι απόψεις του για πολλά ζητήματα μεγάλου ενδιαφέροντος για τη Ρωσική κοινωνία διέφεραν κατά πολύ από την επίσημη πολιτική, ώστε να τον καταστήσουν πλήρως αποδεκτό, τουλάχιστον στις αμέσως επόμενες γενιές. Είναι αλήθεια ότι η θαυμαστή υπομονή με την οποία άντεξε είκοσι τρία χρόνια σκληρών μαρτυρίων προκάλεσε τον σεβασμό του ως Αγίου και μάρτυρα, ιδιαίτερα από αυτούς τους Ρώσους που διαφοροποιούνταν από την επίσημη εκκλησία. Αυτή την μακραίωνη ευλάβεια και τιμή επικύρωσε η Εκκλησία με την επίσημη ανακήρυξη του ως Αγίου, τόσο από το Οικουμενικό Πατριαρχείο όσο και από το Πατριαρχείο Μόσχας, μόλις το 1988!

Ακόμα είχε κατά τη διάρκεια της ζωής του έναν μικρό κύκλο Ρώσων θαυμαστών, κάποιοι από τους οποίους ήταν διαπρεπείς προσωπικότητες. Είναι ίσως εκπληκτικό ότι βρίσκουμε ανάμεσα τους τον τσάρο Ιβάν τον Τρομερό. Με δική του διαταγή αποφυλακίστηκε. Αλλά παραμένει το γεγονός ότι η επιρροή του Μάξιμου ήταν πάντα περιορισμένη. Είναι αξιοσημείωτο ότι αυτός ο Βυζαντινός λόγιος ήταν αξιοσέβαστος περισσότερο για τις προτάσεις του για το σωστό τρόπο που γίνεται το σημείο του Σταυρού, ενώ οι αναφορές του στην Ελληνική Κλασσική λογοτεχνία στην πλειοψηφία τους αγνοούνταν. Στον πρόλογο των έργων του από την Ακαδημία του Καζάν το 1859 αναφέρεται: « Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μάξιμου. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότητα και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του».

Πρέπει αλήθεια να υπάρχει κάτι συμβολικό στο ρωσικό πεπρωμένο του Μάξιμου. Η απόρριψη ενός ανθρώπου που το βάθος της πνευματικότητάς του και της λογιοσύνης του, αντιπροσώπευε ότι καλύτερο υπήρχε στον πολιτισμό της

μεταβυζαντινής Ελλάδας, σηματοδοτούσε κατά κάποιον τρόπο την απομάκρυνση της Ρωσίας από την αρχαία κληρονομιά του Βυζαντίου. Είναι αλήθεια ότι τον καιρό που ήταν στη Μόσχα, οι ρωσικοί εκκλησιαστικοί κύκλοι ανέπτυσσαν την αυθαίρετη θεωρία της Μόσχας ως Τρίτης Ρώμης που απέδιδε στην πρωτεύουσα τους το ρόλο της εστίας της διεθνούς ισχύος και του κεντρικού εγγυητή για την αληθινή Ορθόδοξη πίστη. Αλλά η στάση του Μάξιμου απέναντι σε αυτή τη θεωρία υπήρξε αμφίσημη. Ως Έλληνας πατριώτης, δέχτηκε ευχαρίστως την

εκδοχή της Μεγάλης Ιδέας του δέκατου έκτου αιώνα – της προοπτικής για μια νικηφόρα είσοδο της Ρωσίας στην Κωνσταντινούπολη, οδηγώντας στην απελευθέρωση του λαού του και την αναζωογόνηση του, κάτω από το σκήπτρο ενός Ορθόδοξου τσάρου. Στην εισαγωγή του στην μετάφραση των σχολίων του Ψαλτηρίου, του πρώτου του έργου που ανέλαβε στη Ρωσία, ο Μάξιμος απευθυνόταν στο Μεγάλο Ηγεμόνα της Μόσχας, Βασίλειο τον Γ΄(Τρίτο) ως εξής:

«Αφήστε τους δυστυχείς Χριστιανούς που ζουν εκεί (στην Ελλάδα) να μάθουν από εμάς ότι ακόμη έχουν βασιλέα, που όχι μόνο κυβερνά σε αναρίθμητους ανθρώπους και κατέχει πλήθος από όλα τα υπόλοιπα που είναι βασιλικά και άξια θαυμασμού, αλλά και που έχει δοξαστεί πάνω από όλους λόγω

της δικαιοσύνης του και της Ορθοδοξίας του, τόσο που μπορεί να παρομοιαστεί με τους Κωνσταντίνο και Θεοδόσιο τους Μεγάλους, που η μεγαλειότητα σας διαδέχεται. Ω, αν μόνο μια μέρα μπορούσαμε να απελευθερωθούμε χάρη σε σας

από την υποταγή στους απίστους και λαμβάνοντας το δικό μας βασίλειο…Ακόμη και τώρα, μπορεί ο Θεός να ευαρεστηθεί να ελευθερώσει τη Νέα Ρώμη (την Κωνσταντινούπολη), που βάναυσα βασανίζεται από τους άθεους Μουσουλμάνους, μέσω της ευσεβούς μεγαλειότητάς σας και να φέρει μπροστά από τον πατρικό σας θρόνο μια κληρονομιά και μπορεί εμείς οι δύστυχοι να λάβουμε διαμέσου σας το φως της ελευθερίας…».

Ίσως ο Μάξιμος πραγματικά πίστευε ότι αυτή η ρητορική θα προωθούσε την υπόθεση της απελευθέρωσης του λαού του. Έγραψε αυτά τα λόγια στις πρώτες του μέρες στη Ρωσία. Η πίστη του ότι η Μόσχα, ως διάδοχος της Κωνσταντινούπολης, ήταν η Τρίτη και τελευταία Ρώμη, αν ήταν ποτέ ειλικρινής, σύντομα βούλιαξε στην πραγματικότητα που έβλεπε γύρω του. Ήταν πολύ Βυζαντινός στην καρδιά ώστε να δέχεται για πολύ αυτό το ευκαιριακό υποκατάστατο της Ανατολικής Ρωμαϊκής οικουμενικής ιδέας, που αναπτυσσόταν στη Ρωσία από τους ορκισμένους αντιπάλους του. Και ήταν πιθανώς πολύ ρεαλιστής ώστε να μην παρατηρήσει πως, στη Ρωσία του δέκατου έκτου αιώνα, μέσα από τον περιορισμό των πολιτιστικών οριζόντων και την αφύπνιση της Realpolitik από τους κυβερνήτες της, η Χριστιανική παγκοσμιότητα του

Βυζαντίου μεταμορφώνονταν και παραμορφώνονταν στα πιο στενά πλαίσια του μοσχοβίτικου εθνικισμού. Αυτός ίσως είναι ο λόγος που το όραμα του Μάξιμου για την Χριστιανική κοινοπολιτεία κατέληξε τελικά απαισιόδοξο. Σε ένα απόσπασμα εμφανώς αλληγορικό, γραμμένο στις αρχές της δεκαετίας του 1540, μας λέει ότι περπατώντας με κόπο σε έναν σκληρό και δύσβατο δρόμο, συνάντησε μια γυναίκα ντυμένη στα μαύρα, που καθόταν στην άκρη του δρόμου και έκλαιγε απαρηγόρητη. Γύρω της υπήρχαν άγρια ζώα, λιοντάρια και

αρκούδες, λύκοι και αλεπούδες. «Ο δρόμος» είπε στο Μάξιμο « είναι ερημωμένος και προεικονίζει αυτούς τους έσχατους και καταραμένους καιρούς». Το όνομά της, του είπε, ήταν Βασιλεία.

Δεν είναι εύκολο να εντοπίσουμε ακριβώς τη θέση που πρέπει να καταλάβει ο Μιχαήλ – Μάξιμος – Μαξίμ στην ιστορία του πολιτισμού καθενός από τους τρεις κόσμους στους οποίους ανήκε. Έζησε σε ένα κοσμοπολίτικο περιβάλλον όπου η Βυζαντινή κληρονομιά, οι υστερομεσαιωνικές Ιταλό Ελληνικές σχέσεις και οι παραδοσιακοί δεσμοί μεταξύ της Ρωσίας, του Αγίου Όρους και της Κωνσταντινούπολης ήταν ακόμα σε κάποιο βαθμό ζωντανοί. Ήταν μια από τις τελευταίες προσωπικότητες αυτού του είδους.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

D.Obolensky, Six Byzantine portraits, Oxford 1988.

E.M.Vereshagin,V.G. Kostomarov, Язык и культура (Language and culture), Moscow 2005.

Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους (Holy Monastery Grigoriou of Mount Athos), Άγιος Μάξιμος ο Γραικός ο φωτιστής των Ρώσων (SaintMaximus the Greek the illuminator of the Russians), 1991.