Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό…

 (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.

alexandropoulos2Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια«καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;
– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»

σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»

alexandropoulos3

Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»

Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό
!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτειάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».

alexandropoulos4

 

 

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

 

 

 

Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975

Ο Αναγεννησιακός άγιος της ρωσικής εκκλησίας

 


Γράφει ο Γιώργος Εχέδωρος
Το κοσμικό όνομά του ήταν Μιχαήλ Τρίβολης.
Γεννήθηκε στην κατακτημένη από τους Οθωμανούς Ελλάδα, το 1475. Γενέθλια πόλη του, η Άρτα.
Είναι μια σημαντική προσωπικότητα του 16ου αιώνα, ειδικά στην χριστιανική Ρωσία, όπου μετέφερε το αναγεννησιακό πνεύμα της Δύσης, μέσα από τη συνολική στάση της ζωής του.
Είναι γνωστός ως Μακσίμ Γκρέκ ( στα ρωσικά: Максим Грек ή Михаил Триволис), υπέγραφε, μάλιστα, τα χειρόγραφά τους και ως «Μάξιμος ὁ Ἁγιορήτης».
Το ενδιαφέρον που έδειχνε από πολύ νεαρή ηλικία για γνώση της αρχαίας ελληνικής φιλολογίας, των εκκλησιαστικών κειμένων καθώς και της κλασικής ελληνικής φιλοσοφίας τον ώθησε να μεταβεί στην Ιταλία για σπουδές. Μόλις είχε μπει τότε στα δεκαεπτά.

Καταγόταν από εύπορη οικογένεια και η απόφασή του αυτή ενισχύθηκε από τους γονείς του. Τα χρόνια αυτά όλη σχεδόν η ελληνική χερσόνησος βρισκόταν υπό της Οθωμανικής κυριαρχίας. Είχαν περάσει, περίπου, πενήντα χρόνια που η Κωνσταντινούπολη αλώθηκε από τους Τούρκους.
Επικρατούσε παντού πνευματικό σκοτάδι. Άλλωστε, όλοι οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, που κατάφεραν να επιβιώσουν κατέφυγαν σε πόλεις της ιταλικής χερσονήσου, όπου βίωνε την εποχή αυτή η ελπιδοφόρα για την ανθρωπότητα Αναγέννηση.
Ο νεαρός Μιχαήλ Τρίβολης πήγε στη Βενετία, όπου εκεί βρήκε μια ακμαία ελληνική παροικία. Πάνω από πέντε χιλιάδες Έλληνες βρίσκονταν τότε εκεί.
Γνωρίστηκε με τον ξακουστό τυπογράφο της εποχής Άλντο Μανούτιο, όπου είχε εκδόσει δεκάδες ελληνικά βιβλία μεταφρασμένα στη φιλολογική γλώσσα της εποχής που ήταν τα λατινικά.
Η γνωριμία που του έδωσε δύναμη στις πνευματικές αναζητήσεις του ήταν ο Κωνσταντίνος Λάσκαρης, ο γνωστός Κωνσταντινοπολίτης λόγιος και γραμματικός που αφιέρωσε τη ζωή του στη μετάδοση της ελληνικής γνώσης στη Δύση. Επί αρκετά χρόνια παρακολούθησε τα μαθήματά του.
Εκείνος όμως που τον ενέπνευσε και τον συγκίνησε περισσότερο ήταν ο Γκιρόλαμο Σαβοναρόλα (Girolamo Sabonarola). Οι φλογεροί λόγοι του δομινικανού ιερωμένου που ήθελε να μετασχηματίσει και να εξανθρωπίσει το απόλυτο της παπικής θρησκευτικής κυριαρχίας, τον συγκλόνισαν κυριολεκτικά. Οι λόγοι του, θα τον καθοδηγούσαν σε όλη του τη ζωή.
Αποφάσισε να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή. Το 1507, σε ηλικία τριάντα δύο ετών, γύρισε στην σκλαβωμένη Ελλάδα, με σκοπό να πάει στο Άγιο Όρος. Πράγματι από αυτό το έτος φέρεται ως ενταγμένος στη Μονή Βατοπεδίου του Αγίου Όρους με το μοναστικό όνομα «Μάξιμος».
Αφιερώθηκε στη δημιουργία αντιγράφων αρχαίων κειμένων και αμέσως από την επιμονή και την εργατικότητά του ξεχώρισε από το σύνολο των μοναχών.
Ο Μάξιμος ούτε εκεί ήταν γραφτό να παραμείνει. Το 1515 ο Ρώσος Μέγας Πρίγκηπας της Μόσχας,Βασίλειος το Γ’ ζήτησε από τον ηγούμενο να του στείλει κάποιο μοναχό, ονόματι Σάββα, που είχε ξαναπάει παλαιότερα, και είχε κάνει μεταφράσεις εκκλησιαστικών ψαλμών. Ο Βασίλειoς ο Γ’ της Μόσχας ήταν γιος της Σοφίας Παλαιολόγου και του Ιβάν του Γ΄ του Βασιλίγιεβιτς. Ήταν, δηλαδή, γνώστης των πάλαι ποτε βυζαντινών πραγμάτων.
Τα χρόνια όμως είχανε περάσει και ο μοναχός Σάββας ήταν πολύ μεγάλος για τέτοια ταξίδια. Ο ηγούμενος αποφάσισε να στείλει τον καλύτερο και νεότερο μοναχό που θα έδινε λάμψη στη Μονή. Τον Μάξιμο!
Αν και δεν ήξερε λέξη από τη σλαβική εκκλησιαστική γλώσσα, ο ηγούμενος ήξερε πως έστελνε στη Μόσχα έναν άξιο εκπρόσωπο.
Και δεν είχε άδικο…
Ο Μάξιμος στη ρωσική πρωτεύουσα βρήκε την αναγνώριση που αναζητούσε.
Εξοικειώθηκε γρήγορα με την κυριλλική γραφή και τα ρωσικά εκκλησιαστικά κείμενα. Με τη βοήθεια Ρώσων μεταφραστών αλλά και επαγγελματιών αντιγραφέων παρουσίασε την πρώτη εργασία του που ήταν η μετάφραση του «Ψαλτήρος». Η γνωριμία του με το λόγιο Δμίτρι Γερασίμοφ (Dmitry Gerasimov), στάθηκε ως δούρειος ίππος για να εισχωρήσει στο Ρωσικό Ιερατείο αλλά και στο χώρο των πολιτικών αποφάσεων.
Όταν οι μεταφραστικές εργασίες έφθασαν στο πέρας τους αποφάσισε να γυρίσει στο Άγιο Όρος. Τότε συνάντησε την αντίθεση του Βασίλειου του Γ’ στην επιθυμία του αυτή. Ο Ρώσος τσάρος αντιλήφθηκε αμέσως τη ευεργετική παρουσία του Μάξιμου στο ρωσικό ιερατείο και τον έπεισε να παραμείνει.

Κατέκρινε τη μοσχοβίτικη ζωή

Ο αγιορείτης εκτός από τις μεταφραστικές εργασίες του οργάνωσε και την πριγκηπική βιβλιοθήκη και δημιούργησε την πρώτη αρχειοθετημένη συλλογή.
Υπερβαίνοντας τελείως τις μεταφραστικές ασχολίες του, όπως ήταν ανήσυχος και αφού είχε εγκλιματισθεί στο ρωσικό περιβάλλον, άρχισε να κάνει αρνητική κριτική στη «μοσχοβίτικη ζωή» η οποία βρισκόταν σε πλήρη αντίθεση με τη χριστιανική ιδεολογία. Με διάφορες παρεμβάσεις του άρχισε να δειγματίζει και να κατακρίνει την ανοχή των αρχών στην έκλυση των ηθών και στην κοινωνική βαρβαρότητα. Με το δημόσιο λόγο του, που αντιτίθετο στη μοσχοβίτικη καθημερινότητα, άρχισε να τον ακολουθεί ένα κοινωνικό ρεύμα που διακατέχονταν από την ίδια λογική. Μαζί του εμφανίστηκαν και διπλωμάτες όπως ο Ιβάν Βέρσεν-Βεκλέμισεφ, ο οποίος αργότερα εκτελέστηκε για την κριτική του προς τον Μεγάλο Πρίγκηπα της Μόσχας και ο Βάσσιαν Πατρικέγιεφ που ήθελε να εφαρμόσει τους εκκλησιαστικούς κανόνες που υπήρχαν στην Κωνσταντινούπολη πριν την άλωση. Την εποχή εκείνη υπήρχε ένας μεγάλος αναβρασμός στη Ρωσία για την κατάσταση που κυριαρχούσε στο ιερατείο σε όλη τη χώρα. Οι Ρώσοι κληρικοί είχαν χωριστεί σε δύο στρατόπεδα. Το ένα ήταν του Νείλου του Σόρα (μοναχός που ίδρυσε μονή κοντά στο ποταμό Σόρα ) και της μονής Στάρτσι (ένα από τα παλαιότερα ορθόδοξα μοναστήρια, στα ρωσικά: стáрец) και το άλλο των πιστών του Ιωσήφ Βολότσκι( Иосиф Волоцкий) που οι οπαδοί του λεγόντουσαν Ιωσηφιανιστές.
Ο Μάξιμος, ως ιδεολόγος, πήρε το μέρος των πρώτων που ακολουθούσαν το δόγμα της μηδενικής περιουσίας των μοναστηριών και της προσήλωσής τους στα εκκλησιαστικά καθήκοντα σε αντίθεση με τους δεύτερους που ζητούσαν περισσότερη εγκόσμια παρουσία καθώς και δικαιώματα των μοναστηριών στην απόκτηση ακίνητης περιουσίας.
Ο Μάξιμος και οι οπαδοί του καταδίκαζαν ανοικτά τις πολιτικές που έρχονταν από το εσωτερικό αλλά και το εξωτερικό κάνοντας κριτική στον τρόπο ζωής των Ρώσων κληρικών, την καταπίεση των αγροτών και στο σύστημα υποστήριξης των τοπικών αρχών με τη λογική άκρατης φορολόγησης των ανθρώπων της υπαίθρου.
Γύρω στα 1540 ο Μάξιμος έγραψε ένα χειρόγραφο που περιέχει την πρώτη βασική παρουσία της παλιάς Ρωσίας και πως θα έπρεπε να εξελιχθεί μέσα στον υπάρχοντα Νέο Κόσμο. Ήταν ένα καθαρά αναγεννησιακό έργο, που έδινε διεξόδους και προοπτικές στο ρωσικό λαό.

Έπεσε σε δυσμένεια

Οι σχέσεις του Μάξιμου με τον Βάσιαν Πατρικέγιεφ, τον Ιβάν Μπερσέν-Μπεκλεμισεφ και και με τον Τούρκο πρεσβευτή Σκίντερ, καθώς και η διαμάχη του με τον μητροπολίτη της Μόσχας Ντάνιελ που έδωσε διαζύγιο στη σύζυγό του Βασίλειου το Γ’ , Σολωμονία Σαμπούροβα, διαγράψανε το πεπρωμένο του.
Η Σόμπορ (Sobor), η ανατολική, δηλαδή, σύνοδος της ορθόδοξης εκκλησίας που χρησιμοποιεί τη σλαβική γλώσσα σε όλα τα ιερά κείμενα, κατηγόρησε τον Μάξιμο το 1525, για παραποίηση και για δημιουργία αίρεσης μέσα από τις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών κειμένων του, που προέκυψε κυρίως από τη μέτρια γνώση της ρωσικής γλώσσας των αντιγραφέων του.
Οι εχθροί του που κρατούσαν τώρα τα ηνία της εξουσίας τον εξόρισαν στο μοναστήρι του Ιωσήφ Βολοκολάμσκ. Τον έκλεισαν, μάλιστα, σε μπουντρούμι με ρητή εντολή απομόνωσης και απαγόρευσης οποιασδήποτε επικοινωνίας.
Έξι χρόνια μετά, σε μία νέα Σόμπορ (σύνοδο) τον κατηγόρησαν πάλι για τις σχέσεις του με τον Τούρκο Πρεσβευτή, αν και αυτός είχε, πια, πεθάνει. Ο Μάξιμος, από τη συνεχή πίεση, αναγκάστηκε να παραδεχτεί μερικά λάθη, στις μεταφράσεις των έργων του, που έγιναν, όπως του είπαν να δηλώσει, λόγω …οινοποσίας.

Έτσι εξορίστηκε στο Μοναστήρι Ότροχ στην περιοχή Τβέρ κοντά στον ποταμό Βόλγα. Εκεί παρέμεινε τα υπόλοιπα είκοσι έτη της ζωής του.
Παρά τη διαμεσολάβηση των Πατριαρχείων της Αντιόχειας, της Κωνσταντινούπολης και της Ιερουσαλήμ για την απελευθέρωση του οι ρωσικές αρχές απέρριπταν οποιαδήποτε παρέμβαση. Δεν συνηγορούσαν άλλωστε, ούτε ο Ιβάν ο Τρομερός, ούτε ο Μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος, γιατί γνώριζαν την ικανότητα του Μάξιμου να αναστρέφει τις καταστάσεις, ειδικά όταν οι κατηγορίες εναντίον του ήταν τόσο πλαστές και αναληθείς.
Χαρακτηριστική είναι, εξάλλου, η δήλωση Μάξιμου προς τον Τσάρο που ήρθε να προσκυνήσει στο μοναστήρι του Κύριλλου— Μπελοζέρκσυ, παρατώντας τους σκοτωμένους στρατιώτες του, άταφους, στην πεδιάδα.
«Καλές είναι», του είπε, «οι προσευχές, καλύτερη όμως είναι η φροντίδα των νεκρών στρατιωτών που έπεσαν στην μάχη για την κατάκτηση του Καζάν
Ο Μάξιμος ο Έλλην ή Μακσίμ Γκρέκ, ήταν ένας ιδεολόγος, ανθρωπιστής που με το παράδειγμά του δίδαξε ήθος και αγνότητα στις νέες γενεές των Ρώσων.
Πέθανε το 1556 στη μονή της Τρόϊτσε– Σεργίγιεβα Λάβρα.
Η Ανατολική Ορθόδοξη Εκκλησία και η Ανατολική Καθολική Εκκλησία τον ανακήρυξαν Άγιο.
Εορτάζεται στις 21 Ιανουαρίου.

Παράκληση ενός αγίου προς όσους επιδίδονται στα φοβερά αμαρτήματα των σοδόμω

Φροντίστε να γνωρίσετε εσείς οι πιο ακόλαστοι, ότι δημιουργηθήκατε κατ’ εικόνα και ομοίωση Θεού, προορισμένοι για καλές πράξεις, για να δοξάζετε τον Θεό που σας δημιούργησε, και να δοξαστείτε και εσείς από Αυτόν μέσω των πνευματικών χαρισμάτων, που σας δίδει Αυτός. Αντιθέτως εσείς, τυφλώνοντας και παραπλανώντας τον εαυτό σας με την αισχρή σαρκική επιθυμία σας, όχι μόνο χάνετε αυτό το αξίωμα και την ομορφιά της εικόνας του Θεού, με τα οποία έχετε τιμηθεί, αλλά γίνεστε πιο ανόητοι και πιο άλογοι ακόμη και από τα πιο άλογα ζώα, αφού τολμάτε, ενώπιον των πανάγνων οφθαλμών του Δημιουργού σας, αυτό το θεομίσητο μίασμα. […]

Νομίζω ότι όσοι τολμούν αδιάντροπα αυτό το θεομίσητο μίασμα, θα παραδοθούν σε μαρτύρια ακόμη πιο βαριά από αυτά στα οποία παραδόθηκαν οι αρχαίοι κάτοικοι των Σοδόμων. Ο λόγος είναι ότι εκείνοι έδειξαν ασέβεια προς τον Θεό εν αγνοία τους, πριν ακόμη υπάρξει ο νόμος και πριν δοθεί η εντολή που απαγορεύει αυτό το βδελυρό μίασμα. Αυτοί όμως που, όπως εκείνοι, διαπράττουν τώρα αυτήν την βδελυρή πράξη, δεν αμαρτάνουν εν αγνοία τους, αλλά εξαιτίας της μεγίστης αναισθησίας και ανοησίας τους, εν πλήρει γνώσει της μέλλουσας φοβερής Κρίσεως του Θεού. Γι’ αυτό και θα παραδοθούν σε πιο βαριά μαρτύρια, σύμφωνα με τον τρομερό λόγο του Ευαγγελίου: «Εκείνος ο δούλος, που γνώριζε το θέλημα του κυρίου του και δεν ετοιμάστηκε ούτε έπραξε κάτι προς το θέλημα αυτό, θα φάει πολύ ξύλο», δηλαδή θα δε­χθεί δυνατά και ατέλειωτα βασανιστήρια, ενώ «αυτός που δεν ήξερε και έκανε πράγματα άξια τιμωρίας, θα φάει λίγο ξύλο», δηλαδή θα έχει πιο ελαφρά αιώνια βάσανα. […]

  • Αν όμως, ως ευσεβείς Χριστιανοί, θέλετε να λάβετε την αιωνία απόλαυση των αγαθών που περιμένουν τους αγίους, τότε προσπαθήστε να απομακρυνθείτε όσο γίνεται πιο γρήγορα από αυτήν την αισχρότατη και βρωμερή ηδονή σας και να την μισήσετε. Να παραδώσετε στο αιώνιο ανάθεμα όποιον ισχυρίζεται ότι αυτή είναι αθώα, ακριβώς όπως εκείνον που πολεμά εναντίον του Ευαγγελίου του Σωτήρος Χριστού και διαστρεβλώνει την διδασκαλία Του. Να εξαγνίσετε τον εαυτό σας με ειλικρινή μετάνοια, με θερμά δάκρυα, με κάθε δυνατή ελεημοσύνη και ειλικρινή αδιάλειπτη προσευχή, για να αξιωθείτε να εισέλθετε μαζί με τις σώφρονες παρθένες, που κρατούν αναμμένους τους λύχνους τους, στον νοερό γάμο του Νυμφίου, ο οποίος λέγει: «Δεύτε πρός με πάντες οι κοπιώντες» από τις ματαιότητες της τωρινής ζωής «και πεφορτισμένοι» από διάφορες αμαρτίες, «καγώ αναπαύσω υμάς».

Ήδη έχω πει πολλές φορές και δεν θα πάψω να το λέω: Να μισήσετε ολόψυχα αυτήν την ατιμία, για να μην είστε υιοί της κατάρας και του αιωνίου ολέθρου. Είσαστε Χριστιανοί και έτσι ονομάζεστε, αφού πήρατε αυτό το έξοχο όνομα από τον Χριστό, τον πάναγνο και πανάγιο Θεό. Να ζείτε λοιπόν αντάξια του Χριστού με κάθε αγιότητα και σωφροσύνη. […] Μην στερείτε λοιπόν από τον εαυτό σας ανόητα αυτήν την χαρισμένη από τον Θεό κληρονομιά των αρρήτων αιωνίων αγαθών για χάρη αυτής της βδελυρής, θεομίσητης και αισχρής ηδονής με αυτό το καταραμένο μίασμά σας. «Μη γίνεσθε ως ίππος και ημίονος, οις ουκ έστι σύνεσις, εν κημώ και χαλινώ», δηλαδή διά της οργής του Θεού και του μένους του, «τας σιαγόνας άγξαις». Να μην στερηθείτε εξαιτίας της ανυπακοής της ψυχής σας την ελευθερία, όπως αυτοί που δεν θέλουν να τον προσεγγίσουν με αληθινή και πλήρη μετάνοια, η οποία εξαγνίζει τις αμαρτίες στην παρούσα ζωή.

Γιατί η παρούσα ζωή είναι ο χρόνος της πράξεως, δηλαδή της τελέσεως καλών πράξεων, ενώ ο μέλ­λοντας αιώνας είναι ο χρόνος της ανταποδόσεως και όχι της καθάρσεως. Ο ιερός Αυγουστίνος μάς διδάσκει να μην παρασυρόμαστε από τις μάταιες ελπίδες και τα παραπλανητικά λόγια των αιρετικών. Γι’ αυτό ας ακολουθήσουμε πιστά την διδασκαλία του Ευαγγελίου και των αποστόλων και την παράδοση των Πατέρων, ώστε να γίνουμε άξιοι της απολαύσεως των αιωνίων αγαθών διά της χάριτος και της φιλανθρωπίας του Ιησού Χριστού, στον Οποίο αρμόζει κάθε δόξα, τιμή και προσκύνηση εις αιώνας αιώνων. Αμήν.

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, Λόγοι, τόμος α΄

CC (BY-NC-ND) Lawrence OP
CC (BY-NC-ND) Lawrence OP
Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.

Μαζί με 82 ακόμα followers