Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός ὡς θεματοφύλακας τῆς Χριστιανικῆς παράδοσης, Neža Zajc (Σλοβενία)

 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ

Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός κατατάσσεται στους πιο ονομαστούς αρχαίους συγγραφείς της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο βίος και τα συγγράμματά του έχουν γίνει αντικείμενο έρευνας από ιστορική, επιστημονική και κοινωνικό-πολιτική άποψη. Επίσης από τους Ρώσους μελετητές προβλήθηκε ο ρόλος που έπαιξε ο λόγιος Έλληνας στην Ιστορία της Ρωσίας, ιδιαίτερα δε στα γεγονότα που διαμόρφωσαν το αυτοκέφαλο της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρ᾿ όλα αυτά το τεράστιο έργο του δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως ακόμα. Όπως σχεδόν καθόλου δεν έχει μελετηθεί η μοναχική εμπειρία του Αγιορείτου ασκητού Μαξίμου, την οποία απέκτησε στη Μονή Βατοπαιδίου. Ενώ κυρίως αυτά τα βιώματα καθόρισαν την μετέπειτα πνευματική πορεία του Αγίου και επηρέασαν τα μέγιστα το περιεχόμενο των συγγραμμάτων του.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός (κατά κόσμο Μιχαήλ Τριβώλης) γεννήθηκε, ως γνωστόν, στην Άρτα, πρώην πρωτεύουσα της Ηπείρου. Οι πρώτες του σπουδές αφορούσαν την Βυζαντινή και Ευρωπαϊκή γραμματεία. Είναι σημαντικό το γεγονός, ότι ακόμα και στα νιάτα του ο Άγιος είχε αποκτήσει ορισμένες πνευματικές γνώσεις, στις οποίες παρέμεινε πιστός σ᾿όλη τη ζωή του. Η κοσμοθεωρία του νεαρού φιλοσόφου, τόσο στην αρχή της πορείας του, όσο και αργότερα, διαμορφωνόταν στο περιβάλλον του πολιτιστικού κινήματος της Ελληνικής Διασποράς, που αποτελούνταν τότε από σπουδαία πρόσωπα, που συνέβαλαν στην ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής διανόησης. Καθώς όμως άρχισαν να επικρατούν όλο και περισσότερο τα ιδεώδη της Αναγέννησης, ο Μιχαήλ Τριβώλης ακολουθώντας τους διδασκάλους του, οι οποίοι προέβλεψαν την απώλεια της Χριστιανικής συνείδησης στη Δυτική Ευρώπη, σύντομα έφυγε από την Ιταλία.

Το 1506 ο Μιχαήλ εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μετονομασθείς Μάξιμος. Κατά τα δέκα χρόνια της παραμονής του στον Άθωνα, απέκτησε πείρα εκκλησιαστικής ζωής όχι μόνο εντός, αλλά και εκτός του Αγίου Όρους. Έτσι διακονώντας τον Άγιο Πατριάρχη Νήφωνα Β΄, τον συνόδευε στα ταξίδια σε άλλες Χριστιανικές χώρες. Επίσης ασχολήθηκε αργότερα με την διοργάνωση των εκκλησιαστικών σχέσεων της Μονής με άλλα εξωτερικά Ορθόδοξα ιδρύματα. Μεταξύ των Αγιορειτών πατέρων, όπως φαίνεται, είχε φήμη ενός από τους πιο έμπειρους καλλιγράφους. Κανένας δεν αμφισβητούσε το κύρος του επειδή είχε λάβει μόρφωση και γνώσεις στην Ιταλία (αυτό δηλαδή που συνέβη αργότερα στην Ρωσία), γι᾿αυτό τον εμπιστεύονταν να αντιγράφει τόσο αρχαία, όσο και πολύτιμα επίσημα έγγραφα, όπως π.χ. ένα του 11ου αιώνα για τη Μονή Κωνσταμονίτου και το χρυσόβουλο Ανδρονίκου Β΄ του Παλαιολόγου προς την Μονή Βατοπαιδίου του 1301, του οποίου αντίγραφο έφερε μαζί του στην Μόσχα. Από την περίοδο της εν Αγίω Όρει διαμονής του Μαξίμου σώζονται μερικοί εκκλησιαστικοί ύμνοι και επιγράμματα εις τιμήν του Προφήτου Ιωάννου του Προδρόμου, του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου κ.ά. Σ᾿αυτούς φαίνεται η αγάπη του Οσίου προς τους Αγίους, όπως επίσης το πόσο εμπνεόταν από τη ζωή και τους άθλους τους. Τέλος, δικαιολογημένη θα είναι η άποψή μας, ότι ακριβώς κατά τη διάρκεια των εργασιών του με τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των Μονών του Αγίου Όρους, θα έγινε και η πρώτη γνωριμία του Αγίου με την Σλαβονική γλώσσα.

Η κοσμοθεωρία του Αγίου διατυπώθηκε πληρέστερα στα συγγράμματά του κατά την περίοδο της δραστηριότητός του στη Ρωσία, όπου ο Όσιος μετέβη το 1518 κατόπιν πρόσκλησης του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας Βασιλείου Γ΄. Ο Μάξιμος ο Γραικός στα έργα του συνδύασε άριστα και αρμονικά την μόρφωση που έλαβε στην Ιταλία, με την μοναχική πείρα την οποία απέκτησε στη Μονή Βατοπαιδίου, βάσει της επιμελούς μελέτης της αρχαίας Χριστιανικής Αγιοπατερικής κληρονομιάς. Ο Όσιος συχνά αναφέρεται στους θεολογικούς όρους των πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, κυρίως στα συγγράμματά του τα οποία στη ρωσική επιστήμη αποκαλούνται «πολεμικά». Σ᾿ αυτά ο Μάξιμος έλεγχε τα λάθη που τα έβρισκε στα ρωσικά λειτουργικά βιβλία και τις εκφράσεις που του θύμιζαν τις αρχαίες χριστιανικές αιρέσεις, σαν αυτές των Αρείου, Ευτυχούς και Νεστορίου. Επίσης ο Άγιος ανεδείχθη εξαιρετικός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παράδοσης.Αυτό φαίνεται τόσο από τα άρθρα, όπου αποκαλύπτει το νόημα αγιογραφικών χωρίων και εκφράσεων, όσο και από αυτά που αφιερώνονται στα θέματα μοναχικής ζωής ή ερμηνεύουν κάποιες εικονογραφικές παραστάσεις. Ακόμα στις μεταφράσεις των Πατερικών κειμένων που έκανε, πρόσθετε ορισμένα δικά του σχόλια, χωρίς να ξεφύγει ποτέ από το πνεύμα της παραδοσιακής Χριστιανικής διδασκαλίας. Τέλος, πρέπει να αναφερθούμε και στη λειτουργική κληρονομιά της ρωσικής περιόδου του βίου του Αγίου Μαξίμου, δηλαδή τις προσευχές και τους ύμνους του. Περισσότερααπό αυτά δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμα και υπάρχουν μόνο στα χειρόγραφα.

Μια από τις πιο σημαντικές, κατά τη γνώμη μας, χαρακτηριστικές πτυχές της θεολογίας Μαξίμου του Γραικού, την οποία βλέπουμε βαθειά χαραγμένη στα έργα του, είναι το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Όσιος υπερασπίστηκε την αγιότητά Της και αγωνίστηκε για το να τιμάται η Παναγία σωστά. Κατά τον Μάξιμο η ομολογία της Θεοτόκου είναι αναφαίρετο μέρος ομολογίας της Ορθοδόξου Πίστεως. Για τον Άγιο η σάρκωση του Υιού του Θεού, συνδέεται άρρηκτα με την Θεομήτορα, χωρίς δε την σάρκωση ήταν ανέφικτη η σωστή ομολογία και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Αυτή η θεολογική άποψή του πηγάζει από την αρχαία εκκλησιαστική γραμματεία και τις εικαστικές τέχνες (π.χ. αγιογραφίες των κατακομβών της βόρειας Ρώμης), τον Ακάθιστο, την θεμελιώδη βυζαντινή υμνογραφία σαν αυτή Κοσμά του Ιεροσολυμίτου και Ιωσήφ του Υμνογράφου. Η μεγάλη αγάπη και οι προσευχές του προς την Παναγία, αναμφιβόλως βοήθησαν αργότερα τον Άγιο να επιβιώσει πνευματικά στις αφόρητα δύσκολες στιγμές της παραμονής του στη Ρωσία. Νομίζουμε, ότι η πρεσβεία και η προστασία της Παναγίας αόρατα συνόδευε τον Όσιο Μάξιμο σ᾿όλες τις κύριες φάσεις της ζωής του.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερόμασταν στην διόρθωση των λειτουργικών βιβλίων από τον Άγιο Μάξιμο. Τα σχετικά έργα του, όπως και το γεγονός της δημιουργίας μιας πρωτότυπης γλώσσας στη ρωσική γραμματεία, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Ρωσικής Ορθόδοξης θεολογίας και έθεσαν υποδειγματικό γραμματικό θεμέλιο για την διαμόρφωση της μετέπειτα γλώσσας της πεζογραφίας στην Ρωσία.

Εν κατακλείδι, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σας και στο εξής γεγονός: Παρόλο που ο Άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός εργάστηκε στην τόσο δύσκολη ιστορική περίοδο, όπως ήταν η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και ο ίδιος ανατράφηκε στο περιβάλλον της νέας  νοοτροπίας και των διασήμων εκπροσώπων εκείνης της εποχής, ανεδείχθη πραγματικός τηρητής, φύλακας και άξιος εκφραστής της Ορθοδόξου Αγιοπατερικής κληρονομιάς, θεολογίας και δογματικής, όπως και αυθεντικός φορέας αρχαίας Αγιορείτικης μοναχικής παράδοσης.

πηγη.ΜΑΞΙΜΟΛΟΓΙΑ

Advertisements

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό…

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό… (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.

alexandropoulos2Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια «καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;
– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»

σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»

alexandropoulos3

Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»

Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό
!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτειάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».

alexandropoulos4

 

 

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

 

 

 

Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα

Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
«Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες» όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα

Στο Πριγκιπάτο της Μόσχας στα 1518 μ.Χ. –μόλις 65 χρόνια μετά την Άλωση της Κων/λης- καταφθάνει ο Μάξιμος, ο επονομαζόμενος ο Γραικός, μοναχός και λόγιος απ’ το Άγιο Όρος, προσκεκλημένος απ’ τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! για να επιβλέψει τη διόρθωση των ιερών εκκλησιαστικών βιβλίων των Ρώσων.
Tην προσωπικότητα του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556) επιλέγει ο συγγραφέας Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008) να ιστορήσει, διότι κατά την προσωπική μου γνώμη, αισθάνεται πολύ αλληλέγγυος μαζί της, αν και τους χωρίζουν σχεδόν 500 χρόνια. Είναι κι οι δυο Έλληνες που βρέθηκαν –για διάφορους λόγους ο καθένας- να ζουν στη μακρινή Μόσχα για πάρα πολλά χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής τους και ν’ ασχολούνται κι οι δυο με τα Γράμματα. Ο Μάξιμος μεταφράζοντας ελληνικά κείμενα στα ρώσικα και γράφοντας πλήθος επιστολών ενώ ο συγγραφέας Μ. Αλεξανδρόπουλος μεταφράζοντας κι ερμηνεύοντας τη ρώσικη λογοτεχνία[2] στα ελληνικά γράφοντας διάφορες μελέτες, όταν βρέθηκε -μετά τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940- ως πολιτικός πρόσφυγας[3] στη Ρωσία, εργαζόμενος στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο[4] της Μόσχας. Και για τους δυο είχε απαγορευτεί η επιστροφή στην πατρίδα για πολλά χρόνια, μόνο που ο Μ. Αλεξανδρόπουλος πρόφτασε να επιστρέψει   και να πεθάνει  στην  Ελλάδα, ενώ  ο   Μάξιμος πέθανε στην ξενιτιά με τη νοσταλγία της πατρίδας του να τον κατατρύχει.    Βέβαια ο στόχος του συγγραφέα –όπως δηλώνεται στο Σημείωμα της Α! έκδοσης του έργου στα ρώσικα- δεν περιορίζεται στη μυθιστορηματική βιογραφία του Μάξιμου Γραικού αλλά φιλοδοξεί να ζωντανέψει «τον άνθρωπο και την εποχή του […] και συγκεκριμένα το δημιουργικό πυρετό που ζούσε τότε η Ρωσία […] που η παλιά τάξη αποσυρόταν απ’ το ιστορικό προσκήνιο και στη θέση της ερχόταν ένας καινούργιος κόσμος». Αυτά που εξιστορούνται στο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου, του Γραικού»  αποτελούν κεφάλαια της ρώσικης ιστορίας, αναφέρει ο συγγραφέας, αλλά σχετίζονται και με την ελληνική ιστορία, αφού ο Μάξιμος, ως φορέας του ελληνικού ορθόδοξου πνεύματος, μεταλαμπαδιάζει αυτό στο νεοσύστατο τότε εθνικό κράτος της Μοσχοβίας.
Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, ένα άλλο κοινό σημείο του Μάξιμου και του συγγραφέα θα μπορούσε να είναι ότι κι δυο βίωσαν στη Μόσχα ένα διαφορετικό μετασχηματισμό της ρωσικής κοινωνίας και του κράτους. Η στημένη δίκη του Μάξιμου ίσως θύμιζε στον Αλεξανδρόπουλο τις στημένες δίκες επί Στάλιν, χάριν του Σοβιετικού μετασχηματισμού της ρωσικής κοινωνίας. Πως λοιπόν να μη συγκινηθεί ο συγγραφέας απ’ τη σεβάσμια μορφή του Μάξιμου, που όπως κι αυτός, βρέθηκαν  κι δυο μέσα στη δίνη των ιστορικών-πολιτικών γεγονότων της εποχής τους, τα οποία σημάδεψαν τη ζωή τους;

Το Βυζάντιο λοιπόν στα πλαίσια της βυζαντινής διπλωματίας του, είχε ήδη εκχριστιανίσει τα ρωσικά φύλα απ’ την εποχή της εμφάνισης τους στην περιοχή του Κιέβου, κατά τον 9ο και 10ο αιώνα μ.Χ. επί ηγεμονίας της Όλγας πρώτα και του Βλαδίμηρου αργότερα, ο οποίος γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είχε νυμφευτεί τη βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β!Βουλγαροκτόνου. Μετά την ίδρυση της Μόσχας (1156 μ.Χ.) και την πτώση της Κων/λης (1453 μ.Χ.) εμφανίζεται η θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης δηλ. ως της μόνης και τελευταίας πρωτεύουσας του χριστιανισμού. Με την πολιτικοθρησκευτική αυτή θεωρία το ισχυρό τώρα πια ρωσικό κράτος της Μόσχας προσπαθεί να παρουσιαστεί ως συνεχιστής της Βυζαντινής κληρονομιάς και να επιβληθεί στους άλλους χριστιανικούς λαούς. Έχει ανάγκη λοιπόν να μεταφραστούν στη ρώσικη γλώσσα πολλά ιερά βιβλία των πατέρων της Εκκλησίας και να διευκρινιστούν τα ασαφή σημεία των κειμένων τους. Ζητούν λοιπόν απ’ την ξακουστή μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους έναν ικανό μοναχό να επιβλέψει το έργο αυτό.

Τελικά στέλνεται ο Μάξιμος, κατά κόσμο Μιχαήλ Τριβώλης, που είχε γεννηθεί στην Άρτα, γύρω στα 1470. Ο Μάξιμος, αφού σπούδασε στην Κέρκυρα και Ιταλία, εργάστηκε στις ιταλικές πόλεις τον καιρό της Αναγέννησης μεταφράζοντας αρχαία χειρόγραφα και τυπώνοντας εκεί τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, πολύγλωσσος, πνεύμα ανήσυχο, γοητεύεται από τον Ιερώνυμο Σαβαναρόλα[1] εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ενδύεται το μοναχικό σχήμα και μονάζει σ’ ένα μοναστήρι καθολικών. Απογοητεύεται όμως, ξαναφορά το λαϊκό ένδυμα αλλά τον επόμενο χρόνο ενδύεται ξανά το μοναχικό σχήμα κι αποφασίζει να μονάσει οριστικά στην ορθόδοξη μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, αναζητώντας εκεί τη βαθύτερη αλήθεια που θα έδινε νόημα στη ζωή του. Η μοίρα όμως θέλησε να ζήσει στη Ρωσία, τα τελευταία 40 χρόνια της ζωής του, στην αρχή ως τιμώμενο πρόσωπο αλλά αργότερα ως διωκόμενο από τη θρησκευτική και κοσμική εξουσία.

Ο Μάξιμος ο Γραικός λοιπόν φθάνει στη Μόσχα το 1518 κι αφού έμαθε σύντομα τα ρώσικα, εργάζεται επικεφαλής μιας ομάδας αντιγραφέων και βάζει σε σειρά και τάξη τα ρώσικα βιβλία. (σ.101) Οι Ρώσοι αναγνωρίζουν ότι δεν είχαν συνείδηση, μέχρι τότε, του θησαυρού των βιβλίων που είχαν. Ο Μάξιμος συντάσσει καταλόγους όλων των συγγραμμάτων τους για να γνωρίζουν, ποια είναι μεταφρασμένα απ’ τα γραίκικα, ποια απ’ τα λατινικά, ποια απ’ τα σέρβικα και βουλγάρικα και ποια έργα πρέπει να αποχτήσουν ακόμα. Διευκρινίζει ότι τα σφάλματα που περιείχαν τα ιερά τους βιβλία οφείλονταν ή στους μεταφραστές που δεν γνώριζαν καλά τη γλώσσα που μετάφραζαν ή σε κάποιους άλλους που νόθευσαν εκ των υστέρων τα ιερά βιβλία με κανόνες ψεύτικους για να δικαιολογήσουν την αρπακτική διάθεση των μοναστηριών που θησαύριζαν αρπάζοντας τα κτήματα των φτωχών ή προσφέροντας εκδούλευση στους μπογιάρους (φεουδάρχες) για να τα χαρίσουν στις μονές. Ο Μάξιμος ο Γραικός αποκαλύπτοντας τα λάθη αυτά έρχεται σε σύγκρουση με το εκκλησιαστικό κατεστημένο, το οποίο κατέχει μεγάλα κτήματα, δάση κι ολόκληρα χωριά.

Ο πρίγκιπας Βασίλειος Γ! στην αρχή τηρεί στάση ουδετερότητας, διότι επιθυμεί να πάρει απ’ τα μοναστήρια κτήματα και να τα μοιράσει στους στρατιώτες του, που πολεμούν για να μεγαλώσουν τα σύνορα του κράτους και να δοξάσουν τη χώρα του. Αργότερα όμως αλλάζει γνώμη, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το πρόβλημα διαδοχής του, αφού η επί 26 χρόνια σύζυγος του, Σολομονίδα, δεν του είχε χαρίσει κανένα τέκνο. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του αποφασίζει τελικά να κλειστεί η Σολομονίδα «με τη θέληση της» σε μοναστήρι κι αυτός να νυμφευτεί την Ελένη Γκλίνσκι! Ο Μάξιμος κι ο μητροπολίτης Μόσχας διαφωνούν με την παρατυπία του γάμου, ο Βασίλειος Γ! εκλέγει νέο μητροπολίτη Μόσχας, τον Δανιήλ, χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κων/λης, όπως απαιτούσε το εθιμοτυπικό. Ο Δανιήλ με ασήμαντες αφορμές διαβάλλει το Μάξιμο στα μάτια πολλών και τελικά με τη σύμφωνη γνώμη του Βασιλείου, τον παραπέμπει σε δίκη το 1525 και σε δεύτερη δίκη το 1531! Το κατηγορητήριο το συντάσσει ο ίδιος ο Δανιήλ κατηγορώντας το Μάξιμο για ηθελημένες παρερμηνείες των ιερών κειμένων, για μάγια και για συνεννόηση με Γραικούς που ασκούσαν φιλοτουρκική πολιτική κατά των συμφερόντων του ρωσικού κράτους (σελ.251-255). Η απολογία του Μάξιμου(σελ.256-263) αποστομώνει ηθικά και πολιτικά τους διώκτες του αλλά η απόφαση είχε ήδη παρθεί, πριν τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο Μάξιμος φυλακίζεται ισόβια, να ζει έγκλειστος σε διάφορες μονές και βασανίζεται φρικτά. Εντύπωση προκαλεί ο εγκλεισμός του μέσα σε πηγάδι, όπου του έριχναν ζεματιστό νερό, από πάνω ή το γέμιζαν με καπνούς καίγοντας άχυρα και σβουνιές πάνω στο στόμιο του! Ο Μάξιμος μέσα από τη φυλακή γράφει πλήθος επιστολών και νουθεσιών, οι οποίες κυκλοφορούν παράνομα στον έξω κόσμο βρίσκοντας απήχηση στον κατώτερο κλήρο και στο ρώσικο λαό. Ο συγγραφέας αφιερώνει την ενότητα «Ασμάτιο υμνητικό» στο έκτο δάκτυλο δηλ. στην πένα του Μάξιμου, στο πάθος του να γράφει, το οποίο τον βοήθησε να αντισταθεί στο διωγμό που υπέστη για 30 περίπου χρόνια! Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια ο πρίγκιπας Βασίλειος Γ! πεθαίνει στα 1533, η Ελένη Γκλίνσκι δηλητηριάζεται, ο Δανιήλ πεθαίνει, νέα πρόσωπα έρχονται στην εξουσία που με τις έριδες τους ταλανίζουν το Πριγκιπάτο, η ιστορία του Μάξιμου ξεχνιέται, ώσπου ο 17χρονος Ιβάν Δ!, ο γιος του Βασιλείου Γ! και της Ελένης Γκλίνσκι, ανακηρύσσεται Τσάρος, Πασών των Ρωσιών, ο πρώτος που έλαβε τον τίτλο του τσάρου στη ρωσική ιστορία!

Ο Ιβάν Δ! ο επονομαζόμενος Τρομερός, έχει πολλά σχέδια για την αναμόρφωση της Ρωσίας, μεταξύ των οποίων και την αγιοποίηση ορισμένων ηθικών προσωπικοτήτων για να αποκτήσει η Ρωσική εκκλησία μεγαλύτερη αίγλη ανάμεσα στον χριστιανικό κόσμο! Έτσι ο Μάξιμος στα τελευταία χρόνια της ζωής του αποκαθίσταται, επανακτά την ελευθερία του, όχι όμως και το ποθητό δικαίωμα του να γυρίσει στην πατρίδα του, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ίδιου αλλά και του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον Ιβάν Δ! Η εξουσία φοβάται μη τυχόν ο Μάξιμος δυσφημίσει τη χώρα στο εξωτερικό, διότι ήξερε πολλά και βίωσε πολλά κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στη Ρωσία. Έτσι ο Μάξιμος παραμένει χωρίς τη θέληση του σ’ αυτή τη μακρινή χώρα και μετά το θανατό του ανακηρύσσεται  Άγιος για να πλουτίσει το πάνθεον των Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας!

Από τιμώμενο πρόσωπο…διωκόμενο κι από διωκόμενο…Άγιος, χάριν των πολιτικών σκοπιμοτήτων! Έτσι η εξουσία μεταχειρίζεται τις ηθικές και πνευματικές προσωπικότητες, σαν του Μάξιμου του Γραικού! Οι αιώνες περνούν, κι όταν κατά το 19ο αιώνα οι Ρώσοι λόγιοι άρχισαν να μελετούν την πνευματική τους παράδοση ανακαλύπτουν, μεταξύ των άλλων διανοητών, την αξία και την επικαιρότητα του έργου του Μάξιμου Γραικού και τον κατατάσσουν στην εθνική τους κληρονομιά, αφού ειλικρινά αγάπησε και πόνεσε για τον τόπο τους συμβάλλοντας  τα μέγιστα στην πνευματική τους ανάπτυξη.

Πραγματικά ο Μάξιμος ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα με υψηλό ήθος, βαθιά πνευματικότητα, ακλόνητη πίστη στην Ορθοδοξία. Ένας εκπρόσωπος του θρησκευτικού ουμανισμού στη Ρωσία του 16ου αιώνα! Ο Μάξιμος δεν ήταν ο μοναχός, ο αφοσιωμένος μόνο στη μελέτη των ιερών κειμένων αλλά συνάμα αφουγκραζόταν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες του έξω κόσμου. Δεν διστάζει να πάρει θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της εποχής του, όταν του ζητηθεί. Υπερασπίζεται με παρρησία κι ευγένεια ψυχής τις θέσεις του κι ενισχύει τα επιχειρήματα του με χωρία από τους Πατέρες της Εκκλησίας φέρνοντας συχνά σε δύσκολη θέση τους συνομιλητές του, ακόμα κι αν βρίσκονται στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.

Αποκαλυπτικοί της προσωπικότητας του είναι οι διάλογοι που έχει με το Ρώσο λόγιο Θεόδωρο Καρπώφ (σ.182-186), τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! (σ.116-117), τον Ιβάν Δ!, στους οποίους εκφράζει τις απόψεις του για το ρόλο της εξουσίας, για τον τρόπο που η Ιταλική Αναγέννηση αφομοιώνει την αρχαία ελληνική γραμματεία και την αξία της Ορθοδοξίας, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Λέει χαρακτηριστικά «δεν θα αρνηθώ εγώ τα καλά της εξωτερικής παιδείας. Ο ίδιος μαθήτεψα σ’ αυτήν  πολλά χρόνια, δεν είμαι τόσο αχάριστος […] απ’ τα αρχαία κείμενα (οι εκπρόσωποι της Ιταλικής Αναγέννησης) κράτησαν τις χρήσιμες γνώσεις…γι αυτό αν έλθουν (αυτές) σε αντιφωνία με τις άλλες, τις ανώτερες γνώσεις, τότε βλάπτουν δεν ωφελούν [..] ο ένθερμος ζήλος μου για την αλήθεια αναπτερώνει τις δυνάμεις μου. Όσο να ψάχνεις, όσα και να βρεις στο τέλος τίποτα δεν μένει […] αλίμονο, αν λείψει απ’ τον άνθρωπο ο θείος φόβος. Αλίμονο στους βασιλείς και στα βασίλεια, αν δεν μπορέσουμε να εμφυσήσουμε την πίστη, πως υπάρχει κι άλλος βασιλεύς ισχυρότερος απ’ τους βασιλείς της γης, κριτής δικαιότερος που τα βλέπει όλα».

 

Η Ιστορία είναι διαρκώς παρούσα καθόλη τη διάρκεια της  εξιστόρησης του βίου του Μάξιμου Γραικού. Ο Μάξιμος καλείται στη Μόσχα, τον καιρό που το κράτος της Μοσχοβίας ενσωματώνει σ’ αυτό τις ρωσικές περιοχές που μέχρι τότε ήταν αυτόνομες ηγεμονίες, θέτοντας έτσι τις βάσεις ενός ενοποιημένου εθνικού ρωσικού κράτους, το οποίο από δω και πέρα θα κάνει σιγά-σιγά ισχυρή την παρουσία του στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι περίοδοι της ρωσικής ιστορίας εκτυλίσσονται στην αρχή γύρω απ’ το κράτος του Κιέβου -όταν εκχριστιανίστηκαν- στη συνέχεια γύρω απ’ το κράτος της Μόσχας –όταν ιδρύουν το εθνικό τους κράτος- για να περάσουν  μετά δυο αιώνες, κατά το 18ο αιώνα στην περίοδο γύρω απ’ την Αγία Πετρούπολη, η οποία ιδρύεται το 1703, επί Μεγάλου Πέτρου στη Βαλτική θάλασσα[5].

Το κράτος της Μόσχας λοιπόν, κατά το 16ο αιώνα βρίσκεται σ’ ένα δημιουργικό πυρετό. Οι Ρώσοι ζουν τη δική τους Αναγέννηση! Η καστρόπολη του Κρεμλίνου, μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του 1547,ανοικοδομείται. Κτίζονται ναοί, μ’ έναν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό τύπο που ξεχωρίζει για τους χρυσωμένους τρούλους του. Μόνο η λάμψη και η στερεότητα του χρυσού είναι ικανή να συμβολίσει την αίγλη και την ισχύ της βασιλείας του Ιβάν Δ! Εικονογραφούνται ναοί πάνω στα πρότυπα της βυζαντινής αγιογραφίας. Διακοσμείται η Χρυσή Αίθουσα των Ανακτόρων της Μόσχας (σ.297-299) με σκηνές απ’ τα ανδραγαθήματα της τσαρικής δυναστείας των Ρούρικ, που στόχο έχουν να εκφράσουν αφενός τη χριστοπροσήλωση της δυναστείας κι αφετέρου την καταγωγή της πρώτα απ’ το Βυζάντιο (αφού το Βυζάντιο χάρισε στο Βλαδίμηρο Μονομάχο, τον φερόμενο ως εγγονό του βυζαντινού αυτοκράτορα Κων/νου Μονομάχου, το στέμμα, με το οποίο από δω και πέρα θα στέφονται οι ηγεμόνες της Ρωσίας) κι έπειτα απ’ το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο (αφού ο ιδρυτής της δυναστείας, Ρούρικ, καταγόταν απ’ τον Προύσο, αδελφό του Αυγούστου).

Η καλλιτεχνική αξία των έργων δεν συμβαδίζει βέβαια με τη διαστρέβλωση της Ιστορίας που επιχειρείται χάριν των πολιτικών σκοπιμοτήτων του Ιβάν Δ!, όπως δεν συμβαδίζει και το ηθικό του ανάστημα με το πολιτικό του μέγεθος. Ο Ιβάν Δ! δεν επέλεξε μόνο τον τίτλο του τσάρου -εκ του καίσαρ- για τον εαυτό του αλλά έντυσε και τον τίτλο αυτόν με ολόκληρο ιδεολόγημα, καθιστώντας τον σύμβολο της απολυταρχικής εξουσίας του. Δεσμοί αίματος με βυζαντινούς και Ρωμαίους αυτοκράτορες, πρώτος εκχριστιανισμός τους απ’ το μαθητή του Χριστού, πρωτόκλητο Αντρέα, γεγονός που τους καθιστά ισότιμους με Βυζάντιο και Ρώμη!          Ακόμα η ρωσική Αναγέννηση έχει να επιδείξει πλήθος λογίων που συναθροίζονται στο μοναστήρι του αρχαγγέλου Μιχαήλ, το επονομαζόμενο η Αυλή των Θαυμάτων, το οποίο αναδεικνύεται σιγά-σιγά σε πνευματικό κέντρο της εποχής. Εκεί τα μορφωμένα αρχοντόπουλα της Μόσχας συγκεντρώνονται γύρω από τον Μάξιμο για να συζητήσουν με τον κοσμογυρισμένο αγιορείτη μοναχό τις πνευματικές τους ανησυχίες, σχηματίζοντας έτσι την πρώτη ομάδα των Ρώσων ανθρωπιστών.

Ένα ακόμα σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι οι σχέσεις των Ρώσων με τους Γραικούς. Οι επιγαμίες Βυζαντινών πριγκιπισσών με Ρώσους ηγεμόνες, οι εμπορικές σχέσεις, οι σχέσεις της Μητρόπολης της Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/λης, η εγκατάσταση Γραικών στη Ρωσία και  οι Φαναριώτες διπλωμάτες του Σουλτάνου είναι τα σημεία που φέρνουν σε επαφή Γραικούς και Ρώσους.

Η Ζωή Παλαιολογίνα, ανιψιά του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, νυμφεύεται τον Ιωάννη Γ! (Ιβάν) και μετονομάζεται[6] σε Σοφία, με προξενιό που σχεδιάζει ο Βησσαρίων απ’ τη Ρώμη. Η νύφη ερχόμενη στη Μόσχα συνοδεύεται από την ακολουθία της, επικεφαλής της οποίας τίθεται ο Γιώργος (Γιούρι) Τραχανιώτη[7], ο οποίος διορίζεται μέγας Λογοθέτης του ρωσικού κράτους μέχρι που πέφτει σε δυσμένεια για κάποιες επιλογές του που δεν συμβάδιζαν με τα συμφέροντα του κράτους της Μοσχοβίας. Εν παρενθέσει, ο νεώτερος αδελφός του Θεόδωρος Τραχανιώτης δούλευε στην υπηρεσία του Σουλτάνου! O tempora, o mores, θα αναφωνούσε κάποιος σήμερα!

Επίσης εντύπωση προκαλούν τα κίνητρα του γάμου Σοφίας- Ιβάν Γ!  Οι Παλαιολόγοι, μετά την πτώση του Βυζαντίου φιλοξενούνται στη Ρώμη κι ως ενωτικοί έχουν καλές σχέσεις με τον Πάπα. Στόχος τους πάντα η απελευθέρωση της Κων/λης, την οποία επιδιώκουν είτε με τη βοήθεια του Πάπα είτε με τη βοήθεια των Ορθοδόξων Ρώσων. Ο Βησσαρίων, μια αμφιλεγόμενη μορφή, βυζαντινός λόγιος, υπέρ της Ένωσης των Εκκλησιών που κατέφυγε στη Δύση κι έγινε καρδινάλιος του Πάπα σχεδιάζει το προξενιό εξυπηρετώντας αφενός τα σχέδια των Παλαιολόγων κι αφετέρου του Πάπα που ήθελε να φέρει τη Ρωσία στο λατινικό θρήσκευμα! Η Σοφία όμως, μια δυναμική μορφή, αποστασιοποιείται από τα σχέδια του Βησσαρίονα και του Πάπα, και χωρίζει σε φατρίες τους μπογιάρους για να μπορεί η βασιλική εξουσία να τους ελέγχει καλύτερα, περιορίζοντας έτσι την εξουσία των ευγενών.

Το κράτος της Μόσχας όμως προσπαθεί να χαράξει τη δική του εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με τα εθνικά του συμφέροντα. Ο γάμος του Ρώσου ηγεμόνα με την ανιψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κων/νου Παλαιολόγου, σηματοδοτεί την εμφάνιση του Ρώσου ηγεμόνα ως συνεχιστή της Βυζαντινής κληρονομιάς, προσθέτοντας ένα ακόμα επιχείρημα στη θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης, η οποία εμφανίζεται τότε. Η ρωσική εξουσία έρχεται σε σύγκρουση  με τους Γραικούς, όταν αυτοί επιδιώκουν τη σύγκρουση Σουλτάνου και Μόσχας για να απελευθερωθεί έτσι η Κων/λη, και να την πάρουν πίσω οι Γραικοί! Η Μόσχα όμως επιθυμεί τη φιλία με τον Σουλτάνο, διότι είναι ο μόνος που μπορεί να επηρεάσει τους Τατάρους και να εμποδίσει τις συνεχείς επιδρομές τους στη ρωσική επικράτεια. Έτσι γίνονται καχύποπτοι απέναντι στους Γραικούς, που νομίζουν ότι συνεργάζονται με τους Φαναριώτες δραγουμάνους της Υψηλής Πύλης και με τους οποίους είναι αναγκασμένοι να διαπραγματεύονται και τους οποίους κατηγορούν για διγλωσσία κι αλλαξοπιστία.

Μέσα σ’ αυτό το διεθνές κλίμα, οι Ρώσοι ηγεμόνες Ιβάν Γ!, ο γιος του Βασίλειος Γ! κι ο εγγονός του Ιβάν Δ! καταφέρνουν να επιβληθούν στους εχθρούς τους, εξωτερικούς κι εσωτερικούς, να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σ’ όλα τα ρωσικά φύλα, να ισχυροποιήσουν την κεντρική τους εξουσία και να κάνουν το ρωσικό κράτος υπολογίσιμη δύναμη! Ο Ιβάν Δ! μάλιστα κατάφερε να πάρει απ’ το  Οικουμενικό Πατριαρχείο το Πατριαρχικό Σιγίλιο, το οποίο αναγνώριζε τον Ιβάν Δ! άξιον του τσαρικού τίτλου, ομολογούσε ότι η τσαρική δυναστεία έλκει την καταγωγή της από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και μάλιστα πάνω στο Πατριαρχικό Σιγίλιο έβαλαν[8] τη βούλα τους κι οι άλλοι ιεράρχες κι η Ιερά Σύνοδος όλης της Ορθόδοξης Ανατολής, αναγνωρίζοντας έτσι το νέο ρόλο της Ρωσίας στον κόσμο, γεγονός που δικαιολογεί από τότε και το ρόλο της ως ομοδόξου προστάτιδας δύναμης στους υπόδουλους Έλληνες.

 

Τελικά  ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με το έργο αυτό μας αποκαλύπτει έναν άγνωστο πλούτο –έστω για τους πολλούς- της ιστορικής και λογοτεχνικής μας παράδοσης, φροντίζοντας να ενσωματώσει στο μύθο του και την κρίση της Ιστορίας σχετικά με την προσωπικότητα του Μάξιμου Γραικού. Αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο (σ.264-284) με τις κρίσεις των Ρώσων ιστορικών κι άλλων λογίων, ακόμα κι Ελλήνων, σχετικά με τη δράση του Μάξιμου στη Ρωσία και τις κατηγορίες εναντίον του. Ακόμα αναφέρει στον πρόλογο της ρωσικής έκδοσης του μυθιστορήματος του, ότι οι καινούργιες ρωσικές ιστορικές μελέτες, που είδαν το φως μετά τη συγγραφή του έργου, δεν αναιρούν τη μορφή του Μάξιμου έτσι όπως βγαίνει από το μυθιστόρημα. Έτσι  ο συγγραφέας ισχυροποίησε το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος του και ζωντάνεψε τη δράση του  Μάξιμου μέσα στην εποχή του χαρίζοντας μας ένα αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα.

Σούλη Αγγελική

Βάρκιζα,10-1-2009

Υ.Γ

Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο «Στη Σόνια». Πρόκειται για τη σύζυγο του Σόνια Ιλίνσκαγια, γνωστή κι από τις μελέτες της στο έργο του  Κωνσταντίνου Καβάφη.

Το έργο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου Γραικού» γράφτηκε το 1967-69 στα ελληνικά κι εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1976 απ’ τις εκδόσεις «Δίφρος» και το 1982 από τη «Σύγχρονη Εποχή».

Το 1980 μεταφράστηκε στα ρώσικα, όπου κι εκδόθηκε.

 

[1] Ιστορία Ελλην. Έθνους, Τομ.Ι, σ.110-113

[2] Εξώφυλλο (αυτί οπισθόφυλλου)

[3] Εξώφυλλο (αυτί εμπροσθόφυλλου)

[4] Εξώφυλλο (αυτί εμπροσθόφυλλου)

[5] Επίμετρο βιβλίου, γραμμένο από το Γ. Τσακνιά

[6] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι σ.251

[7] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι, σ Ο Τραχανιώτης αναφέρεται ως Ταρχανιώτης

[8] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι σ.

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ένας συνεπέστατος αγωνιστής της Ορθοδοξίας

 

Από τη μελέτη του παρόντος Τόμου διαφαίνεται ότι ο άγιος Μάξιμος ο Γραικός υπήρξε μία από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της εποχής του. Απέβη μέγας ευεργέτης του ρωσικού λαού, αφού μεταλαμπάδευσε εκεί το ελληνικό πνεύμα και τη βιωμένη Ορθοδοξία του Βυζαντίου. Παράλληλα, με τις πραγματείες και τα κηρύγματά του αγωνίστηκε να αποκαθάρει τον εκκλησιαστικό βίο της Ρωσίας από τις δεισιδαιμονίες, τις θρησκευτικές πλάνες και τις κοινωνικές αδικίες. Ακόμη αγωνίστηκε και προσπάθησε να αποτρέψει τον κλήρο και τους μοναχούς από την πλουτοκρατία και πνευματική αδιαφορία, η οποία και τους χαρακτήριζε.

agmax-graikosΗ συμβολή του στην υπεράσπιση της Ορθοδόξου πίστεως και στον φωτισμό του ρωσικού λαού υπήρξε πολύ μεγάλη. Όπως διαφαίνεται από τη μελέτη των λόγων του παρόντος Τόμου ο Μάξιμος υπήρξε ένας άκρως αντιλατινικός Θεολόγος, ο οποίος άσκησε οξεία πολεμική κατά των αλλοθρήσκων (ιουδαϊσμός, ειδωλολατρική πλάνη, ισλαμισμός) και των ετεροδόξων (Ρωμαιοκαθολικοί, Προτεστάντες, Αρμένιοι) και γενικώς στηλίτευσε την αίρεση, την πλάνη και γενικότερα την παραποίηση της χριστιανικής αλήθειας. Με σκληρές εκφράσεις αντιμετωπίζει τις αιρετικές αποκλίσεις του ρωμαιοκαθολικισμού και του προτεσταντισμού, τις απάνθρωπες θέσεις του ισλαμισμού, την ειδωλολατρία και κάθε τι που αντιβαίνει στην εξ αποκαλύψεως ευαγγελική αλήθεια.
Αν και σπούδασε στη Δύση, ήταν αντίθετος με το πνεύμα του δυτικού Ουμανισμού, ο οποίος απολυτοποιεί την οριζόντια διάσταση και απορρίπτει την κατακόρυφη στο όνομα της παντοδυναμίας του ανθρώπου. Ένας τέτοιος Ουμανισμός στερεί από τον άνθρωπο ένα ασφαλές βάθρο ζωής και αφήνει την ψυχή του ανικανοποίητη στις πιο βαθειές μεταφυσικές απαιτήσεις και ανάγκες. Αδυνατεί να θεμελιώσει την αξία του ανθρώπου και να μας πείσει για ποιό λόγο πρέπει να τον αγαπάμε. Ο Μάξιμος ήταν εκφραστής του Χριστιανικού Ουμανισμού, όπου ο Θεάνθρωπος είναι το μέτρο των ανθρωπίνων πραγμάτων.
Αυτή η μεγάλη προσωπικότητα του ιστ΄ αιώνα ενσάρκωνε το ασκητικό ήθος του Αγίου Όρους, το αυστηρό και παραδοσιακό. Διακρίθηκε για την άριστη θεολογική του κατάρτιση, την ακριβολόγο δογματική διατύπωση, τη βιβλική και πατερική θεμελίωση των λόγων του.
Στους εικοσιοκτώ λόγους του παρόντος Τόμου φανερώνεται μία νεοπατερική μορφή, ένας ιδεώδης μοναχός, ένας συνεπέστατος αγωνιστής της Ορθοδοξίας, ο οποίος δεν θυσιάζει την αλήθεια στην καιρική σκοπιμότητα, αλλά ασκεί δριμύτατη κριτική στην εκκοσμίκευση, στον συγκρητισμό, στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και προτρέπει στην ορθοπραξία, στη μετάνοια, στην κοινωνική αλληλεγγύη και κυρίως στην κάθαρση των αισθήσεων από το συσκοτισμό της καθημερινότητας. Μόνο με αυτές τις προϋποθέσεις, πιστεύει ο άγιος Μάξιμος ότι θα αξιωθούμε της θέας της θαβωρείου φωτοχυσίας και της θεώσεως της υπάρξεώς μας στην ατέρμονη αιωνιότητα, «όπου ήχος καθαρός εορταζόντων».
Αυτός ο μεγάλος άγιος και φωτιστής των Ρώσων πρέσβευε αυτό, που για την χριστιανική κοινωνιολογία αποτελεί βασική και αναντίρρητη αλήθεια· ότι η διόρθωση του κακού αρχίζει και θεμελιώνεται στην προσωπική μετάνοια του κάθε ανθρώπου και ότι η αλλαγή του κόσμου θα γίνει με την χριστοποίηση των θεσμών και των δομών του παρόντος.(ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ-Β ΤΟΜΟΣ ΑΠΑΝΤΩΝ)

Οι κατηγορίες που αντιμετώπισε ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός

Ο δεύτερος τόμος των Απάντων του αγίου Μαξίμου του Γραικού, του Φωτιστού των Ρώσων, περιλαμβάνει λόγους του που γράφτηκαν στη Ρωσία κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του στη Μονή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο Ότροτς της Επισκοπής Τβερ[1], μετά το έτος 1534.
Ο Μητροπολίτης Μόσχας Δανιήλ, ο οποίος είχε ταχθεί υπέρ της διατηρήσεως της κτηματικής περιουσίας των μοναστηριών ως θεωρουμένης ιεράς και απαραχωρήτου, ήλεγξε με τους συνεργάτες του τα μεταφρασμένα από τον Μάξιμο λειτουργικά βιβλία, με κύριο στόχο να αποδειχθεί ότι ο αγιορείτης μοναχός διετύπωσε αιρετικές διδασκαλίες και προσέβαλε το ρωσικό κράτος. Για τους κατηγόρους του αγίου Μαξίμου αιρετικές αποκλίσεις θεωρούνταν ακόμη και οι απλές παραλείψεις λέξεων, οφειλόμενες σε αβλεψίες των αντιγραφέων.
Στον Α΄ Λόγο του, ο οποίος φέρει τον τίτλο ομολογία Πίστεως, ο άγιος Μάξιμος προσπαθεί να αποδείξει στους κατηγόρους του ότι είναι ορθόδοξος μοναχός και αποδέχεται τα δόγματα της αμωμήτου πίστεως, όπως αυτά διατυπώθηκαν από τις Οικουμενικές Συνόδους. Χαρακτηριστικά γράφει: «με τη χάρη του Θεού μας Ιησού Χριστού είμαι κατά πάντα Ορθόδοξος Χριστιανός και σέβομαι δια πάντα το θεοφύλακτο ρωσικό κράτος».

agiosmaximosgreekΑντικρούοντας το πρώτο σκέλος των κατηγοριών, ότι δηλαδή εκφράζει αιρετικές διδασκαλίες, ο Μάξιμος ομολογεί την πίστη του στον Ένα και Τριαδικό Θεό, στη μία Θεότητα, η οποία αδιαίρετα διαιρείται σε υποστάσεις και ασύγχυτα ενώνεται με την άναρχη θεία ουσία. Ο Μάξιμος πιστεύει στη Θεότητα του Δευτέρου Προσώπου της Αγίας Τριάδος, που γεννήθηκε ως τέλειος άνθρωπος, ων τέλειος Θεός, που υπάρχει και λατρεύεται σε μια υπόσταση και δύο φύσεις, δύο ενέργειες και δύο βουλήσεις. Τονίζει ιδιαιτέρως ότι η Θεότητα παρέμεινε αμέτοχη στο πάθος, αφού η θεία φύση είναι ανώτερη από τη φθορά και τον πόνο. Ομολογεί την πίστη του στο τρίτο πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος, στο Άγιο Πνεύμα, το οποίο κηρύσσει ως Θεό και εκπορευόμενο μόνο από τον Πατέρα. Με σεβασμό αναφέρεται στις Οικουμενικές Συνόδους, που δογμάτισαν τα της ορθοδόξου πίστεως. Ως γνήσιος αγιορείτης μοναχός, τρέφει ιδιαίτερο σεβασμό στο σεπτό και πανακήρατο πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου, την Προστάτιδα και Υπέρμαχο όλων των Ορθοδόξων Χριστιανών. Παράλληλα, αναφέρεται σε θέματα ορθοπραξίας, όπως στην αποφυγή της κερδοσκοπίας, της τοκογλυφίας, της αδικίας και της αρπαγής ξένων έργων και περιουσιών.
Στο δεύτερο σκέλος των εναντίον του κατηγοριών, δηλαδή της προσβολής του ρωσικού κράτους, τις θεωρεί ψευδείς και ανυπόστατες, αφού ο ίδιος αγαπά εκ βαθέων το θεοφύλακτο ρωσικό κράτος, σέβεται τον ηγεμόνα Ιωάννη, γιο του Βασιλείου, τον αδελφό του ηγεμόνα Γεώργιο και αγωνίζεται για την πνευματική προαγωγή της Ρωσίας.
Σχετικά με ορισμένους αδόκιμους μεταφραστικούς όρους, όπως π.χ. «εκάθισας» και «καθίσας» για τους οποίους κατηγορήθηκε ότι στερεί τον Μονογενή Υιό και Λόγο του Θεού από τη θέση Του εκ δεξιών του Πατρός, αποκαλύπτει ότι δεν φταίει ο ίδιος, αλλά οι Ρώσοι μεταφραστές Δημήτριος και Βλάσιος, οι οποίοι τον μετέφρασαν από τη λατινική στη ρωσική, αφού ο ίδιος δεν είχε ακόμη επαρκή γνώση της ρωσικής.
Οι Λόγοι Β΄, Γ΄ καί Δ΄ είναι αντιρρητικοί κατά των Ιουδαίων. Είναι γνωστό ότι οι Ιουδαίοι αρνούνται το μεγάλο γεγονός της Θείας του Σωτήρος ενανθρωπήσεως και σχετικοποιούν τη σημασία των μεσσιανικών προφητειών ως τεκμήριο της θεότητος του Χριστού. Ο άγιος Μάξιμος είναι ιδιαίτερα αυστηρός στα κείμενα του Σαμουήλ του Ιουδαίου, τα οποία μετέφρασε ο Νικόλαος Γερμανός από τη λατινική στη ρωσική.
Με βιβλική και πατερική θεμελίωση, ο Μάξιμος τεκμηριώνει τη θέση ότι ο Ιησούς Χριστός είναι το πλήρωμα του νόμου και των προφητών, ο επηγγελμένος Μεσσίας, αφού «εν αυτώ κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολ. 3,10) και καλεί τους Ιουδαίους να αναθεωρήσουν τις εσφαλμένες θέσεις τους για τον Ιησού Χριστό. Τους προτρέπει να αναγνωρίσουν τον Χριστό ως Θεό, να απομακρυνθούν από την απιστία τους, γιατί χωρίς αυτή την προϋπόθεση και η προσευχή και η νηστεία και οι θυσίες και η περιτομή όπως βέβαια και η τήρηση του Σαββάτου, είναι μάταιες.

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ

Οι άγ. Νήφων (διδάσκαλος) & Μάξιμος Γραικός (μαθητής) ως πρότυπα οικουμενικότητας της Ορθοδοξίας

 

Η σύνδεση και η σχέση της ελληνορθόδοξης και της ρωσικής ορθόδοξης πνευματικότητας αφύπνιζαν ανέκαθεν τα ερευνητικά ενδιαφέροντα, τόσο των επιστημόνων της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, όσο και των πιστών ορθόδοξων χριστιανών. Παρατηρήθηκε, μάλιστα, ιδιαίτερη κινητικότητα και αλληλεπίδραση στους δύο αυτούς πόλους της ορθόδοξης πνευματικότητας, της ελληνικής και της ρωσικής, κατά τη διάρκεια της οθωμανικής κυριαρχίας στη Χερσόνησο του Αίμου. Εντός αυτού του εκκλησιαστικοπολιτικού πλαισίου αναδείχτηκαν προσωπικότητες μεγάλου πνευματικού βεληνεκούς, οι οποίες επέδρασαν θετικά με τρόπο καταλυτικό στην εκκλησιαστική ζωή και στην εν γένει ορθόδοξη πνευματικότητα της εποχής τους. Δύο τέτοιες προσωπικότητες είναι οι αγιορείτες Άγιοι Νήφων, Πατριάρχης  Κωνσταντινουπόλεως, και Μάξιμος ο Γραικός, φωτιστής των Ρώσων, οι οποίοι συνδέθηκαν μεταξύ τους ως διδάσκαλος και μαθητής αντίστοιχα.

Κατά  τη διάρκεια της προεργασίας μας για την παρουσίαση στο επιστημονικό περιοδικό της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης Γρηγόριος ο Παλαμάς[1] του τόμου: Ιερά Μονή Αγίου Διονυσίου, Ο Άγιος Νήφων Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508-2008), τόμος επετειακός επί τη συμπληρώσει πεντακοσίων ετών από της Κοιμήσεως Αυτού, Άγιον  Όρος 2008, (σ.σ. 494), το ενδιαφέρον μας, μεταξύ άλλων, κέντρισε η εμπερικλειόμενη σε αυτόν μελέτη (σσ. 198-207) του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Σεβαστείας κ. Δημητρίου (Κομματά) με τίτλο: Ο Άγιος Νήφων ως εκφραστής της οικουμενικότητος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (198-207).

Στράφηκαν τότε οι ερευνητικές μας αναζητήσεις στις ξενόγλωσσες εγκυκλοπαιδείες, προκειμένου να εντοπιστεί κάποιο λήμμα για τον Άγιο Νήφωνα. Ή έρευνα απέφερε καρπό, όταν στην πολύτομη, γραμμένη στη ρωσική γλώσσα, Εγκυκλοπαιδεία Globar, η οποία εκδόθηκε στην Αγία Πετρούπολη το 1897, διαπιστώθηκε η ύπαρξη ενός σύντομου, πλην adhoc, λήμματος για τον πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τιμώμενο ως Άγιο, Νήφωνα. Το λήμμα στη μετάφρασή του έχει ως εξής: «Νήφων. Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως 1488-1490, 1499-1500 (sic) [2]. Μετά τη δεύτερη εκλογή ο Νήφων ήταν καλεσμένος από τον ηγεμόνα της Μολδοβλαχίας Radu (Ράδουλο) IV, για να καθοδηγήσει την Μητρόπολη Μολδοβλαχίας. Βοηθούσε πολύ τον ηγεμόνα στην οργάνωση εκκλησιαστικών αλλά και κοινωνικών έργων και προσπαθούσε να προοδεύσουν πνευματικά ηγεμόνες και λαός. Το  1504 ο Νήφων έφυγε για το <Άγιον> Όρος, όπου και απεβίωσε. Η Εκκλησία της Μολδοβλαχίας τον τιμά ως Άγιο. Γιορτάζει τη μνήμη του στις 11 Αυγούστου»[3].

Επίσης, στον επετειακό τόμο προς τιμήν του Αγίου Νήφωνα και στη μελέτη Επιγράμματα εις τον Άγιον Νήφωνα (346-359) του μακαριστού Μητροπολίτη Αυστρίας – Εξάρχου Ουγγαρίας και Μεσευρώπης κυρού Μιχαήλ γίνεται γνωστή η σύνθεση από τον Άγιο Μάξιμο τον Γραικό[4], κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη μονή Βατοπεδίου (1505-1516), τριών υψηλής ποιότητας από φιλολογική άποψη επιγραμμάτων, ενός επιτυμβίου και δύο για τη λειψανοθήκη του Αγίου Νήφωνα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τη στενή πνευματική σχέση των δύο λογίων Αγίων ανδρών, που εγκαταβίωσαν για τρία περίπου έτη στην εν λόγω μονή. «Εἰς τὴν μονὴν ἐγκατεβίου καὶ ὁ λόγιος πρώην Οἰκουμενικὸς πατριάρχης Νήφων Β΄ (1486-1489, 1497-1498). Οὗτος ἦτο Πελοποννήσιος καὶ διετήρει στενὰς σχέσεις μὲ τοὺς βυζαντινοὺς λογίους, οἱ ὁποῖοι ἔζων εἰς τὴν Δύσιν. Ὁ μοναχὸς Μάξιμος βεβαίως δὲν ἀπέρριψε τὰς ἐν τῇ Δύσει κτηθείσας ἐμπειρίας, ἀλλ’ ἠδύνατο πλέον νὰ προβαίνῃ καὶ εἰς ἀντικειμενικάς ἀξιολογήσεις τῶν οὐμανιστῶν. Αἱ συζητήσεις μὲ τὸν πρώην Οἰκουμενικὸν πατριάρχην Νήφωνα ἐβοήθησαν τὸν μοναχὸν Μάξιμον νὰ κατατάξῃ τὰς ἐμπειρίας αὐτὰς καὶ νὰ κατανοήσῃ βαθύτερον τὸ ὀξὺ ἀντιλατινικὸν φρόνημα τοῦ ὀρθοδόξου μοναχισμοῦ»[5].

Ήδη, λοιπόν, από το 1897 ο πατριάρχης Νήφων Β΄ είναι γνωστός στη Ρωσία με βάση το προαναφερθέν εγκυκλοπαιδικό ρωσικό λήμμα, στο οποίο επισημαίνεται ότι ο Άγιος συνδέεται με την αποκατάσταση δεσμών με τις ομόδοξες μολδοβλαχικές χώρες.  Ο ίδιος Άγιος συνδέεται, επίσης, με την ανάδειξη λογίων πνευματικών ανδρών, ένας από τους οποίους ήταν και ο μοναχός Μάξιμος Γραικός. Στον τελευταίο, ο οποίος, μετά την μογγολική κυριαρχία είναι γνωστός ως φωτιστής και εκκλησιαστικός μεταρρυθμιστής της Ρωσικής Εκκλησίας, αποδεδειγμένα άσκησε σοβαρή πνευματική επίδραση, ιδίως στη συνειδητοποίηση του οικουμενικού χαρακτήρα της Ορθοδοξίας κατά τη διάρκεια της κοινής τριετούς παραμονής τους στη μονή Βατοπεδίου. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύει η σύνταξη των προαναφερθέντων επιγραμμάτων.

Τα παραπάνω αποτέλεσαν αφορμές, ώστε να τεθεί υπόψη της ρωσικής ακαδημαϊκής κοινότητας αλλά και του πιστού αναγνωστικού κοινού της Ρωσίας ο επετειακός τόμος για τον Άγιο πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Νήφωνα Β΄, μέσω της προαναφερθείσας βιβλιοπαρουσίασης. Επιλέχτηκε η παρουσίαση, μεταφρασμένη στα ρωσικά, της μελέτης με τίτλο Ο Άγιος Νήφων ως εκφραστής της οικουμενικότητος της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας (198-207) του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Σεβαστείας κ. Δημητρίου (Κομματά). Ο Σεβασμιώτατος αναλύει σφαιρικά το παράδειγμα του Αγίου Νήφωνα ως οικουμενικού φωστήρα και διδασκάλου, εν προκειμένω του Μαξίμου Γραικού και μάλιστα στη Μονή Βατοπεδίου.

Ύστερα από μια περιεκτική επισκόπηση και ουσιαστική ευκατάληπτη αναφορά για τις συνθήκες που επικρατούσαν στην Ορθοδοξία, η οποία κατά τους πρώτους μετά την Άλωση χρόνους είχε επικεντρωθεί στον χώρο της Βαλκανικής Χερσονήσου, συνάγεται ότι ο Άγιος Νήφων με την πορεία της ζωής του (Πελοπόννησος, Επίδαυρος, Κρούγια της Αλβανίας, Αχρίδα, Άγιον Όρος, Θεσσαλονίκη, Κωνσταντινούπολη, Σωζόπολη, Βλαχία, Βιτώλια, περιοχές οι οποίες εντάσσονται σήμερα στα εθνικά κράτη Ελλάδα, Αλβανία, Βουλγαρία, Ρουμανία και Τουρκία), τουλάχιστον από γεωγραφικής πλευράς «εστήριζε κατ’ ουσίαν και εβάσταζε πνευματικώς εις τους ευσταλείς ώμους του, άπασα την οικουμένη» (198), δηλαδή το έργο του ήταν οικουμενικό. Ορθά ο Σεβασμιώτατος διασαφηνίζει, όμως, αμέσως ότι «το περιεχόμενο του όρου “Οικουμενικός Πατριάρχης” είναι πρωτίστως πνευματικό», το οποίο και τεκμηριώνει με την ερμηνεία που αποδίδει στον όρο ο σοφός Έλληνας κληρικός και διδάσκαλος του Γένους Ευγένιος Βούλγαρης, ο οποίος το 1753 έγινε διευθυντής της ιδρυμένης από τη Μονή Βατοπεδίου Αθωνιάδας Ακαδημίας και το 1776 εκλέχτηκε Αρχιεπίσκοπος Σλαβωνίου και Χερσώνος. Τα βασικά χαρακτηριστικά της εν λόγω ερμηνείας διαπιστώνει ο Μητροπολίτης Σεβαστείας ότι προσιδιάζουν στην εν γένει προσωπικότητα του Αγίου Νήφωνα, ο οποίος είναι «ο Οικουμενικός Πατριάρχης: δια τους πτωχούς και τους πλουσίους, τους ομοδόξους  και τους αλλοδόξους, τους Έλληνας, τους Αλβανούς, τους Βλάχους και τους Οθωμανούς», και αποκαλύπτει την Οικουμενικότητα του Χριστιανισμού, του Αρχαιοελληνικού Πολιτισμού, του Βυζαντίου, αλλά και της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και ειδικότερα εκφράζει «την αδούλωτη ψυχή του Οικουμενικού Πατριάρχου ως συμβόλου της ενότητος του Γένους». Εξηγεί,  άλλωστε, ο μητροπολίτης Σεβαστείας με σαφήνεια ότι τις προϋποθέσεις, στη διαμόρφωση της πνευματικώς νοούμενης οικουμενικής συνείδησης του Αγίου δημιούργησαν δύο ακόμη αιτίες. Πρώτο παράγοντα αποτέλεσαν οι ίδιες οι οικογενειακές καταβολές του Αγίου. Ο πατέρας του, σύμβουλος Δούκα, καταγόταν από τη Δαλματία και η μητέρα του, θυγατέρα περιφερειακού άρχοντα, ήταν Ελληνίδα από την Πελοπόννησο. Δεύτερος συντελεστής ήταν η ελληνική παιδεία, συνδυασμένη με ευρεία μόρφωση και πολυγλωσσία. Τα πολύτιμα αυτά εφόδια δεν τον οδήγησαν στη διαμόρφωση μιας ξηρής ουμανιστικής συνείδησης, πράγμα σύνηθες για τους λογίους εκείνων των ημερών. Αντιθέτως, τα αξιοποίησε για τον εγκεντρισμό του στο πνεύμα του Ησυχασμού, με αποτέλεσμα να τον διακρίνει βαθειά γνώση της κοσμικής σοφίας και παράλληλα υπέρβασή της με την απόκτηση της αληθινής θεογνωσίας. Αυτό, εξάλλου, μετέδωσε αργότερα και στον άξιο μαθητή του άγιο Μάξιμο Γραικό. Καταληκτικά εύστοχα ο Μητροπολίτης Σεβαστείας επισημαίνει στη μελέτη του την καθοριστική σημασία των εν λόγω παραγόντων, που συνδυαστικά με τις ιστορικές συνθήκες της εποχής, προετοίμασαν τον Οικουμενικό Πατριάρχη, τον Οικουμενικό Διδάσκαλο και τον Οικουμενικό Άγιο, προστάτη του Θρόνου και της Οικουμένης.

[1] Βλ. Δημήτριος Αγγ. Παπάζης, Ο Άγιος Νήφων Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης και Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως (1508-2008). Βιβλιοπαρουσίαση του επετειακού τόμου επί τη συμπληρώσει πεντακοσίων ετών από της Κοιμήσεως αυτού, Γρηγόριος ο Παλαμάς έτος 93, τεύχος 834 (Μάιος-Ιούνιος 2010) 365-397.

[2] Οι ορθές χρονολογίες των δύο πατριαρχιών του Αγίου Νήφωνα είναι 1486-88, 1497-98. Το 1502 εκλέχτηκε πατριάρχης για τρίτη φορά αλλά αρνήθηκε την ανάληψη του θρόνου.

[3] Globar 21 (1897) 204.

[4] Ενδεικτικά για τον Μάξιμο Γραικό βλ. κατά χρονολογική σειρά Γρηγόριος Παπαμιχαήλ, Η προσωπικότης Μαξίμου του Γραικού, Αθήναι 1948 [=Μάξιμος ο Γραικός, ο πρώτος φωτιστής των Ρώσων, εν Αθήναις 1951]· Κωνσταντίνος Γ. Μπόνης (Βιβλιοκρισία): Γρηγορίου Παπαμιχαήλ, Μάξιμος ο Γραικός, ο πρώτος φωτιστής των Ρώσων, εν Αθήναις 1951, Θεολογία 21 (1950) 682-698· Κώστας Σαρδελής, Μάξιμος ο Γραικός, Eκδόσεις Εστία, Αθήνα χ.χ.· Κωνσταντίνος Παπουλίδης, Μάξιμος ο Γραικός (1470-1556) και Αθανάσιος ο Πατελλάρος (1597-1654). Δύο Έλληνες εκπαιδευθέντες εν Ιταλία και τιμώμενοι ως Άγιοι εν Ρωσία, La Chiesa Greca in Italia dal’ VIII al XVI secolo, Atti del convegno storico interecclesiale (Bari 30 Απρ.-4 Μαΐου 1969), 3 (1973) 833-844 [= Θεολογία 41 (1970) 638-644]· Nina V. Siniccima, Maksim Greek Rossi, Μόσχα 1977· Μ. Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μαξίμου του Γραικού. Μυθιστόρημα, Αθήνα 19822· Παναγιώτης Κ. Χρήστου, Μάξιμος ο Γραικός ο φωτιστής των Ρώσων, Ηπειρωτικό Ημερολόγιο 8 (1986) 25-29∙ Γεώργιος Χ. Χρυσοστόμου, Η αναγνώριση του Μαξίμου Γραικού ως αγίου και ο καθορισμός κοινής εκκλ(ησιαστικής) πράξης αναγνώρισης Αγίων από την Ορθόδοξη Εκκλησία, Σκουφάς 8 (Ιούλ.-Δεκ. 1987) 222-233· Βλάσιος Φειδάς, Μάξιμος ο Γραικός φωτιστής των Ρώσων,Εκκλησία 65 (1988) 274-277, 314-317, 351-353, 387-390, όπου και βιβλιογραφία (388-390)· Πρακτικά Διεθνούς Επιστημονικού Συμποσίου Μάξιμος ο Γραικός, Άρτα 28-30 Οκτωβρίου 1988· Κωνσταντίνος Α. Τσιλιγιάννης Α., Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός και το ράσο του Δομηνικανού μοναχού, Θεσσαλονίκη 1990· Άγιος Μάξιμος ο Γραικός ο φωτιστής των Ρώσων. Η προσωπικότης του, η προσφορά του, απάνθισμα των λόγων του, Ιερά Μονή Οσίου Γρηγορίου Αγίου Όρους, Αρμός, Αθήνα 1991· Χρήστος Π. Λασκαρίδης, Μάξιμος ο Γραικός και οι εκκλησιαστικές επιδιώξεις της Μόσχας (διδακτορική διατριβή, η οποία υποβλήθηκε στο Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ), Θεσσαλονίκη 1991, 281-291 (βιβλιογραφία)· ο ίδιος, Βυζαντινή παράδοση και τάσεις της μοσχοβίτικης Εκκλησίας τα χρόνια του Μαξίμου του Γραικού, Βυζαντινά 17 (1994) 233-273. Τα τελευταία έτη συστηματικά με τον Μάξιμο τον Γραικό ασχολήθηκε ο Κωνσταντίνος Τσιλιγιάννης, όπως προκύπτει από το συγγραφικό του έργο, το οποίο παρατίθεται <580-581> στη μελέτη του: Η ιστορία του μοναστηρίου της Κάτω Παναγιάς Άρτας, που εκδόθηκε στην Άρτα το 2007· Αντώνιος-Αιμίλιος Ν. Ταχιάος, Ο Αθωνίτης μοναχός Μάξιμος ο Γραικός. Ο τελευταίος των Βυζαντινών στη Ρωσία, [Μακεδονική Λαϊκή Βιβλιοθήκη Δημοσιεύματα ΕΜΣ 41], Θεσσαλονίκη 2008, 8-9 (βιβλιογραφία).

[5] Βλάσιος Ιωάνν. Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία της Ρωσσίας (988-1988), Αποστολική Διακονία της Εκκλησίας της Ελλάδος, Αθήναι 19974, 207-208. Ο ίδιος, Μάξιμος ο Γραικός, Σκουφάς 6 (Ιούλ.-Δεκ. 1980) 306-311, κυρίως 307, παλαιότερα είχε υπογραμμίσει: Η είσοδός του στον μοναχικό βίο (1506), η συνέχιση της μελέτης και των σπουδών του στην πλούσια βιβλιοθήκη της μονής Βατοπεδίου για μια δεκαετία (1506-1516), η ζύμωσή του με την ησυχαστική πνευματικότητα του αγιορείτικου μοναχισμού, η συνειδητοποίηση του οικουμενικού χαρακτήρα της Ορθοδοξίας και η γενικότερη πνευματική εμπειρία και ωρίμανση, διαμόρφωσαν την υπέροχη προσωπικότητα, που διψούσε για πνευματική δράση και εκκλησιαστικούς αγώνες.

ΠΗΓΗ.ΠΕΜΠΤΟΥΣΙΑ