Η ρωσική κοινωνία κατά την εποχή του Αγίου Μαξίμου του Γραικού

Advertisements

Άγιος Μάξιμος Γραικός: Μια σταυρωμένη ζωή

 

«Διά τους λόγους των χειλέων σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς» (Ψαλμός ιστ’, 4)

«Στενή η πύλη και τεθλιμμένη η οδός η απάγουσα εις την ζωήν, και ολίγοι εισίν οι ευρίσκοντες αυτήν» (Ματθ. ζ΄, 14). Ο Κύριος μας καλεί όλους να απαρνηθούμε τον εαυτό μας, να σηκώσουμε τον Σταυρό μας και να βαδίσουμε τη στενή και γεμάτη δυσκολίες οδό που οδηγεί στη ζωή· και είναι λίγοι εκείνοι που τη βρίσκουν.

Πράγματι σκληρός ο αγώνας. Γεμάτη θλίψεις, συκοφαντίες, αδικίες η οδός του Κυρίου· μαρτυρική· σταυρική. Όσοι αποφασίσουν να τη βαδίσουν αναφωνούν μαζί με τον προφητάνακτα Δαβίδ: Κύριε «διά τους λόγους των χειλέων σου εγώ εφύλαξα οδούς σκληράς» (Ψαλμός ιστ’, 4).

Ανάμεσα σ᾿ αυτούς τους λίγους που ακολούθησαν τον Κύριο, εφύλαξαν πιστά τους λόγους Του και οδηγήθηκαν μέσα από οδούς σκληράς στη Ζωή είναι και ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός.

Ο Άγιος Μάξιμος, ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, ανήκε στη μεγάλη βυζαντινή αριστοκρατική και λόγια οικογένεια των Τριβώληδων. Γεννήθηκε το 1470 στην Άρτα από ευσεβείς γονείς, τον Μανουήλ και την Ειρήνη. Εδώ έμαθε τα πρώτα του γράμματα και συμπλήρωσε τη μάθησή του στην Κέρκυρα, κοντά στον επιφανή δάσκαλο, ρήτορα, φιλόσοφο και αντιγραφέα χειρογράφων Ιωάννη Μόσχο.

Στη συνέχεια, λόγω της μεγάλης του φιλομάθειας πήγε στη Φλωρεντία όπου σπούδασε Θεολογία, Ιστορία, Φιλοσοφία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική. Στη Δύση γνωρίστηκε με πολλές και μεγάλες προσωπικότητες.

Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές του επέστρεψε στην πατρίδα του. Το 1506 μ.Χ. πήγε στο Άγιον Όρος, στη Μονή Βατοπαιδίου, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος. Εκεί παρά την τεράστια μόρφωσή του επέλεξε την αδοξία, την αφάνεια και την τελεία υπακοή λόγω της ταπείνωσής του. Στα δέκα χρόνια που παρέμεινε στο Άγιον Όρος ποτίστηκε με τη βαθειά αγιορείτικη παράδοση, την οποία φύλαξε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Το 1516 μ.Χ., μετά από παράκληση του τσάρου της Ρωσίας Βασιλείου Ιβάνοβιτς, μετέβη στη Ρωσία προκειμένου να μεταφράσει διάφορα λειτουργικά και θεολογικά βιβλία. Κάποια στιγμή όμως συκοφαντήθηκε και με ψεύτικες κατηγορίες τον καταδίκασαν σε εγκλεισμό στη μονή Βολοκαλάμσκ, ως αιρετικό και αμετανόητο αμαρτωλό. Εκεί τον οδήγησαν σιδηροδέσμιο σε απομόνωση, ενώ του απαγόρευσαν τη Θεία Κοινωνία και τη συμμετοχή του στις ακολουθίες του Ναού. Επιπλέον του απαγόρευσαν να γράφει και του πήραν τα βιβλία. Η μόνη του παρηγοριά ήταν η θερμή και αδιάλειπτη προσευχή του.

Ο Κύριος όμως δεν τον εγκατέλειψε του έστειλε Άγγελο ο οποίος τον στερέωσε στην υπομονή λέγοντάς του: «Ω καλόγερε, με αυτά τα πρόσκαιρα βάσανα θα λυτρωθείς από τα αιώνια». Ο Άγιος Μάξιμος, ταλαιπωρήθηκε επί 26 χρόνια με φυλακίσεις και πολλά άλλα βάσανα. Τελικά το 1551 μ.Χ. μεταφέρθηκε στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου, όπου ο ηγούμενος τον περιέβαλε με πολλή αγάπη, εκτιμώντας το πνευματικό του έργο. Εκεί άφησε και την τελευταία του πνοή στις 21 Ιανουαρίου του 1556 μ.Χ., αφήνοντας πίσω του μεγάλο συγγραφικό έργο.

Αμέσως μετά τον θάνατό του ο λαός της Ρωσίας τον αναγνώρισε ως «νέο ομολογητή και μάρτυρα της πίστεως», του έδωσε τον τίτλο του «Φωτιστή των Ρώσων» και τον τίμησε ως Άγιο. Επίσημα ανακηρύχθηκε Άγιος από το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το Πατριαρχείο της Ρωσίας το έτος 1988.

Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου.

Ο Άγιος Μάξιμος ακολούθησε τα ίχνη του Χριστού, έζησε ζωή εσταυρωμένη, κένωσε τον εαυτό του διά της ταπεινώσεως τόσο ως μοναχός στη Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, όσο και στη Ρωσία βαστάζοντας τα στίγματα του Χριστού με τους ποικίλους πειρασμούς. «Η συντριβή» έλεγε ο Γέροντας Σωφρόνιος «ταπεινώνει την καρδιά του ανθρώπου, και η ταπείνωση την διευρύνει, ώστε να μπορεί να δεχθεί το Πνεύμα το Άγιο, τη Χάρη του Παρακλήτου, που είναι και η μόνη αληθινή παρηγοριά».

Αυτή τη θεία παρηγοριά απόλαυσε ο Άγιος και εν ζωή και μετά θάνατον. Αυτές οι δοκιμασίες τον ανέδειξαν σε τέλειο εν Χριστώ άνθρωπο, σε Άγιο.

Στην Ελλάδα ο Άγιος Μάξιμος αναγνωρίστηκε από την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας το 1988 πριν ακόμα γίνει η επίσημη αναγνώρισή του από την εκκλησία της Ρωσίας. Τιμάται πανηγυρικά στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου, τη μονή της μετανοίας του, αλλά και στην Ιερά Μητρόπολη Μονεμβασίας και Σπάρτης όπου έμειναν οι γονείς πριν έρθουν στην Άρτα. Τέλος η πόλη tης Άρτας, η γενέτειρα του Αγίου, τον τιμά μεγαλοπρεπώς ως συμπολιούχο της, στον περικαλλέστατο ναό που έχει ανεγερθεί προς τιμήν του. Επίσης έχουμε και την ιδιαίτερη ευλογία να κατέχουμε μικρό τεμάχιο των ιερών του λειψάνων, και αυτό μας κάνει να αισθανόμεθα ότι ο Άγιος ευρίσκεται και σωματικά μαζί μας.

Κλίνοντας αυτές τις απλές σκέψεις ας ακούσουμε τη φωνή του Αγίου μας που είναι τόσο επίκαιρη. «Οι θλίψεις και οι βαριές δυστυχίες στέλνονται σε εμάς, είτε εξαιτίας των πολλών αμαρτιών, που προηγουμένως επιτρέψαμε στον εαυτό μας να διαπράξει, είτε προς πρόληψη μελλοντικών αμαρτημάτων τα οποία θα διαπράτταμε. Ας παύσουμε λοιπόν, να εξοργίζουμε τον Ύψιστο με την ανυπακοή μας και την παράβαση των θείων εντολών Του. Ας αγαπήσουμε κάθε αρετή, τα ορθά ήθη και την ελεημοσύνη στους ενδεείς κατευθύνοντας τις καρδιές μας πάντα προς τον ουρανό, απ᾿ όπου περιμένουμε και τον Σωτήρα μας, τον Κύριό μας Ιησού Χριστό, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη εις αιώνα του αιώνος. Αμήν». (Λόγος ΙΘ΄ Αγίου Μαξίμου).

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός, ο εξ Άρτης. Αγιορείτης. Άγιος Μνήμη 21 Ιανουαρίου

Ο κατά κόσμον Μιχαήλ Τριβώλης, υιός των επιφανών, πλουσίων και ευσεβών γονέων Μανουήλ και Ειρήνης, κατήγετο από την Λακεδαίμονα της Πελοποννήσου, αλλά γεννήθηκε στην Άρτα της Ηπείρου το 1470. Έλαβε καλή μόρφωση, στην αρχή από τον πατέρα του και στην συνέχεια από τον ιερέα Ιωάννη Μόσχο. Έφηβος φοίτησε στο περίφημο ελληνικό σχολείο της Άρτας.
Αρκετά νέος μετέβη για σπουδές στην Ιταλία. Στην αρχή φοίτησε στην ελληνική σχολή της Βενετίας, όπου δίδασκε ο Ιωάννης Λάσκαρις και άλλοι Έλληνες δάσκαλοι, εργαζόμενος συγχρόνως και ως γραφέας στα έργα του Λάσκαρη, που τον μύησε στην πλατωνική φιλοσοφία. Κατόπιν συνέχισε τις σπουδές του στο πανεπιστήμιο της Πάδοβας, όπου μεταξύ άλλων Ελλήνων δίδασκε και ο Λαόνικος Ταμαίος. Στη συνέχεια μετέβη στη Φερράρα και τη Φλωρεντία, όπου ανθούσαν οι κλασικές σπουδές. Στη Φλωρεντία γνωρίσθηκε με τον καταδικασθέντα σε θάνατο Σαβοναρόλα και άκουσε τα αντιπαπικά του κηρύγματα, τα όποια τον επηρέασαν βαθύτατα. Ακολούθως μετέβη στο Μιλάνο, για να παρακολουθήσει τους σπουδαίους δασκάλους Λαόνικο Χαλκοκονδύλη και Κωνσταντίνο Λάσκαρη.
Στην Βενετία παρακολούθησε φιλολογικά μαθήματα στον υπό τον Άλδο Μανούτιο κύκλο λογίων, μεταξύ των οποίων διαπρέπουν οι Μάρκος Μουσούρος, Σκιπίωνας Καρτερομάχος και ο φίλος του Ιωάννης Γρηγορόπουλος. Συγχρόνως εργάζεται στον εκδότη Άλδο Μανούτιο και στους τυπογράφους Ζαχαρία Καλλιέργη και Νικόλαο Βλαστό. Όλο αυτό το διάστημα γνωρίζεται και συσχετίζεται με επιφανή πρόσωπα που υπήρξαν ονομαστοί παράγοντες της Αναγεννήσεως, αλλά και βοηθοί και χορηγοί του, όπως ο ελληνιστής Urceo Cordo στη Βολώνια, ο Niccolo Lelio Cosmico στη Φερράρα, ο Agostino Nifo στην Πάδοβα, ο Ambrogio Varese de Rosate στο Μιλάνο, και με τους τυπογράφους Giovanni Bissoli και Ben Mansi, Nicola Taresco και Loduico Ticionum και τον ηγεμόνα Giovanni Francesco Pico della Mirantola.
Μετά από εννεάμηνη παραμονή στην Άρτα μετέβη στην Μιραντούλη, όπου επιδόθηκε στην πιστή μετάφραση των αγιοπατερικών έργων στη λατινική γλώσσα. Λόγω ταραχών και κινδύνων που επικροτούσαν κατά την περίοδο αυτή αναγκάζεται να προσφύγει στον Δομινικανό Καρδινάλιο Oliviero Carafa. Αυτός τον έστειλε στον βιβλιοθηκάριο και μεταφραστή έργων των Ελλήνων Πατέρων της μονης του Άγιου Μάρκου Renobius Acciqinoli, κοντά στον όποιο συνέχισε να εργάζεται και αυτός μεταφραστικά κι όχι φορώντας το ράσο του Δομινικανού μοναχού, όπως κακώς του αποδόθηκε.
Ο σοφός Μιχαήλ Τριβώλης, «επειδή το καθολικόν περιβάλλον του έσφιγγε κυριολεκτικώς την καρδίαν, δεδομένου ότι ήτο πιστός ορθόδοξος χριστιανός, έφυγεν άπό την παποκρατούμενην ταύτην μονήν προφασιζόμενος ασθένειαν και έλλειψιν ηρεμίας του, ψυχικής και πνευματικής, όπως ακριβώς έγραφεν αργότερον εις τον φίλον του Ιωάννην Γρηγορόπουλον». Κουρασμένος πολύ άπό τις συνεχείς μελέτες, τις πολλές συγγραφές και μεταφράσεις, θλιμμένος άπό τον θάνατο των γονέων του, ταλαιπωρημένος άπό τις μετακινήσεις, επηρεασμένος άπό τις πατερικές μελέτες, στενοχωρημένος άπό την υποδούλωση της πατρίδος του στους Τούρκους, αποφασίζει τη μοναχική του αφιέρωση. Δεν θέλησε να παραμείνει στη Δύση, όπου μάλλον θα είχε μία λαμπρή ακαδημαϊκή σταδιοδρομία και θα συνέχιζε το πλούσιο και σπουδαίο μεταφραστικό του έργο. Επιστρέφει άπό εκεί έχοντας διδαχθεί θεολογία, φιλοσοφία, φιλολογία, ιστορία και τις γλώσσες αρχαία ελληνική, λατινική, γαλλική και ιταλική.
Ήλθε στο Άγιον Όρος και επέλεξε τη μεγάλη μονή του Βατοπαιδίου, πιθανόν για τους σοφούς και ενάρετους μοναχούς της και την πλούσια βιβλιοθήκη της. Ο πολύσοφος Αρτηνός Μιχαήλ Τριβώλης με τις υψηλές σπουδές στην Ιταλία φθάνει ως απλός προσκυνητής στο αρχαίο αυτό εργαστήρι της αγιότητος και της σοφίας. Ο αναφερθείς διδάσκαλος του Ιωάννης Λάσκαρης είχε αποσταλεί στο Αγιον Όρος από τον Λουδοβίκο τον ΙΒ’ για την παραλαβή χειρογράφων. Άπό αυτόν είχε πληροφορηθεί για τους θησαυρούς των αγιορειτικών βιβλιοθηκών και ιδιαίτερα της μονής Βατοπαιδίου.
Στη μονή Βατοπαιδίου μετέβη στα τέλη του 1505 ή αρχές του 1506. Μετά δοκιμή εκάρη μοναχός με το όνομα Μάξιμος και εντρυφούσε «εις αδιάκοπους μελέτας».
Στη μονή συναντήθηκε με τον άγιο Νήφωνα τον Β’ και με άλλους λογίους και αγίους μοναχούς. «Αυτοεταπεινώθη, καίτοι ευγενής και σοφός διαβιώνων ομοίως μετ’ απλοϊκών μοναχών και ησθάνετο τον εαυτόν του πνευματικώς πτωχόν ως αισθάνεται ακριβώς ο γνήσιος Αγιορείτης μοναχός. Η ταπείνωσίς του αποδεικνύεται άλλωστε από την συνήθη επίκλησιν των Αγίων Πατέρων, αποστρεφόμενος πάντοτε τον θησαυρόν των γνώσεων του εις όλα τα θεολογικά συγγράματά του. Εξ αυτών των ιδίων συγγραμμάτων του αποδεικνύονται και αι ορθαί αυτού απόψεις περί μοναχισμού, αποπνέοντας αγιορειτικήν ευωδίαν. Υπήρξεν ένας ησυχαστής και νηπτικός μοναχός».
Κατά τη βιογραφία του ο όσιος αναπαυόμενος ψυχικά «έχει στην μόνωσι, μακρυά από τον θόρυβο των κυμάτων των διαφόρων σφαλερών βιοτικών λογισμών, ανάμεσα σε έμπειρους και ομοτρόπους γέροντες άρχισε να ζή σύμφωνα με τους κανόνες της Μονής Βατοπεδίου. Εκτελούσε επιμελώς τις μοναχικές υποσχέσεις της ακτημοσύνης και της εκκοπής του ιδίου θελήματος».
Πράγματι ο θείος Μάξιμος «επιδόθηκε με ζήλο στη μελέτη και στην άσκηση της πνευματικής ζωής. Έμεινε στη Μονή δέκα ολόκληρα χρόνια ως απλός μοναχός, αποφεύγοντας τα μοναχικά αξιώματα και μετέχοντας μόνο σε διάφορες αποστολές εκ μέρους της Μονής στη Μακεδονία και στα νησιά, όπου κήρυττε τον θείο λόγο». Οι έξοδοι του Μαξίμου από τη μονή του συνεδύαζαν συνήθως τρεις σημαντικές εργασίες: «α) την συγκέντρωσιν χρημάτων διά τας ανάγκας της Μονής Βατοπαιδίου, β) εθναποστολικόν έργον, το οποίον απέβλεπεν εις την αφύπνισιν της εθνικής συνειδήσεως των Ελλήνων και εις την ανάληψιν δράσεως εναντίον της τουρκικής τυραννίας και γ) ιεραποστολικόν έργον, κατά την διάρκειαν του οποίου δεν εφοβείτο να ομιλή κατά του Καθολικισμού, ότε ευρίσκετο εις ελληνικάς ενετοκρατουμένας νήσους και κατά του Μωαμεθανισμού ότε ευρίσκετο εις τουρκοκρατουμένας ελληνικάς περιοχάς».
Οι συχνές αποστολές του στο έργο αυτό των εράνων και των κατηχήσεων φανέρωνε την εμπιστοσύνη, την εκτίμηση και τον σεβασμό που έτρεφαν οι Βατοπαιδινοί πα τέρες στο πρόσωπο του συμμοναστή τους. Ο νέος μοναχός, μολονότι επεδίωκε διακαώς τη μόνωση για μελέτη και προσευχή, έκανε υπακοή και άφηνε το αγαπητό του μοναστήρι για να περιέρχεται τον κόσμο. Ταξίδευε από υπακοή και αισθανόταν ασφαλισμένος, παρά τις πολλές και μεγάλες δυσκολίες των καιρών και των υποδούλων τόπων. Αυτό το έκανε γιατί αγαπούσε τους αδελφούς του στη μονή και τον κόσμο. Περιδιαβαίνοντας πόλεις και χωριά της ηπειρωτικής και νησιωτικής Ελλάδος συγκέντρωνε ελεημοσύνες, ξεπληρώνοντας την αγαθοδοσία τους με λόγους διδακτικούς, ευαγγελικούς κι αγιοπατερικούς, για ακριβή τήρηση των ορθοδόξων δογμάτων και των ηθών.
Το έργο του αυτό στις αρχές της τουρκοκρατίας είχε μεγάλη σημασία και αξία. Δίκαια αναφέρεται ότι «ηγωνίσθη εθνοθρησκευτικώς. Ωμίλει και ηγωνίζετο όπου τα Πατριαρχεία τον εκάλουν και όπου το Άγιον Όρος τον έστελνε, δια την διατήρησιν της ορθοδόξου πίστεως και της ελληνικής συνειδήσεως άλλα και διά την ενίσχυσιν της πίστεως των Ελλήνων ραγιάδων προς την ελευθερίαν. Υπήρξεν ο προπομπός του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού και του εθνεγέρτου Ρήγα Φερραίου». Ο άγιος Μάξιμος με οπλισμό τη θερμή πίστη, την πλούσια γνώση, το θάρρος και τη δύναμη δεν φοβήθηκε να εναντιωθεί κατά δύο ξένων ρευμάτων του μουσουλμανισμού από την Ανατολή και του καθολικισμού από τη Δύση. Οι μακρές περιοδείες του στα νησιά του Αιγαίου και του Ιονίου και από τη Βλαχία ως την Αίγυπτο είχαν βαθειά επίδραση στις ψυχές των Ορθοδόξων.
Οι πληροφορίες του πάντοτε φιλομαθούς Μαξίμου, «ότι η Μονή Βατοπαιδίου περιελάμβανε μέγαν πλούτον εκ φιλολογικών και πατρολογικών χειρογράφων και αφ΄ ετέρου ότι υπήρχον εκεί και άλλοι λόγοι, μετά των οποίων θα διελέγετο θεολογικώς και θα εξεπαίδευον όλοι ομού τους άλλους μοναχούς, ευχαρίστως τον έκανε να επιλέξη μεταξύ πολλών περιφήμων Μονών του Αγίου Όρους το Βατοπαίδιον, διά να εγκαταβιώση εκεί μετά ταπεινότητος» τον διαβεβαίωσαν ότι έπραξε άριστα.
Κατά τη δεκαετία (1506-1516) που παρέμεινε στη μονή Βατοπαιδίου, στο εργαστήρι αυτό της αγιότητος και της σοφίας, ο πολυτάλαντος Μάξιμος ασχολήθηκε και με τη συγγραφή. Συγκεκριμένα με την υμνογραφία και τη σύνθεση ενός Παρακλητικού Κανόνος στον Τίμιο Πρόδρομο, τον προστάτη των μοναχών και πέντε επιγραμμάτων: Ένα στον πατριάρχη Ιωακείμ, δύο στον άγιο Νήφωνα Β΄, ένα στον μεγάλο ρήτορα και φιλόσοφο Μανουήλ και ένα στον ηγεμόνα της Βλαχίας Νεάγκο. Κατά τον καθηγητή Π. Χρήστου ο όσιος Μάξιμος αποτελεί «μία από τις μεγαλύτερες θεολογικές προσωπικότητες της μεταβυζαντινής εποχής», ενώ κατά την εκεί παραμονή του, όπως ο ίδιος μας πληροφορεί, «ή μονή ήταν πλέον λαύρα, σκήτη, και ακολουθούσε το σύστημα τής ημικοινοβιακής ζωής».
Η φήμη του αγίου Μαξίμου έφθασε πέρα από το Αγιον Όρος. Ο σλαβικός κόσμος, που έτρεφε από παλαιά μεγάλη ευλάβεια για τον ιερό Αθωνα και είχε πνευματικούς δεσμούς ιδιαίτερα με τη μονή Βατοπαιδίου, βρισκόμενος σε μεγάλη ανάγκη ζητούσε εσπευσμένα πνευματική βοήθεια. Ο πρεσβευτής της Μόσχας στην Κωνσταντινούπολη Αντρέγιεφ Βασίλειος Καρόμπωφ με τη διαμεσολάβηση του Οικουμενικού Πατριάρχου Θεολήπτου Α΄ (1513-1522) σε έκθεση του προς τον μεγάλο Ρώσο ηγεμόνα Βασίλειο Ιβάνοβιτς έγραφε: «Τότε, (μετά δηλαδή την αδυναμία του Βατοπαιδινού μοναχού Σάββα λόγω γήρατος και ασθενείας να μεταβεί στη Ρωσία) ο ηγούμενος της μονής Βατοπεδίου Άνθιμος και η Ιερά Επιστασία, προέκριναν τον μοναχόν Μάξιμον, μόνον κατάλληλον, ως η Υμετέρα Αυτοκρατορική Μεγαλειότης θα αντελήφθη, μετά τον Σάββαν να φέρη εις πέρας το έργον σας. Είναι βαθύς μελετητής των Γραφών και ικανότατος μεταφραστής τόσον των θύραθεν, όσον και των Ιερών βιβλίων. Εσπούδασεν εις την Εσπερίαν πολλά έτη, και ως με διαβεβαίωσεν η Αυτού Θειοτάτη Παναγιότης Θεόληπτος ο Α΄, κάτοχος μεγάλης μορφώσεως και γνώστης των διεθνών πνευματικών ρευμάτων, αλλά και των προβλημάτων της κατ’ Ανατολάς Εκκλησίας. Ο Παναγιώτατος επέδειξεν Ιερόν ζήλον και η Μήτηρ Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως έλαβε σοβαρώς υπ΄ όψιν το γεγονός της αποστολής εις την Μοσχοβίαν τοιούτου ανδρός, δια την εφαρμογήν των σχεδίων Σας».
Ο φιλόθεος και φιλομαθής ηγεμόνας Βασίλειος Ιβάνοβιτς ήθελε κάποιον πολυμαθή άνδρα, για να προβεί στη διόρθωση των εκκλησιαστικών βιβλίων, που είχαν με τον καιρό αλλοιωθεί η είχαν λανθασμένα αντιγραφεί η μεταφρασθεί. Επρόκειτο μάλιστα για τα απαραίτητα λειτουργικά βιβλία, όπως το ψαλτήρι, το ευαγγέλιο και η θεία λειτουργία. Για το μεγάλο και σπουδαίο αυτό έργο επελέγη ο Μάξιμος. Συνοδευόμενος από τους Βατοπαιδινούς πατέρες ιερομόναχο Νεόφυτο και μοναχό Λαυρέντιο, που γνώριζαν τα ρωσικά, έφθασαν στις αρχές του 1518 στη Μόσχα μέσω Κριμαίας. Εκεί τον υποδέχθηκε ο ηγεμόνας με τιμές και όρισε να μένει στη μονή των Θαυμάτων, συντηρούμενος από τα ανάκτορα. Η πλούσια αυτοκρατορική βιβλιοθήκη εξέπληξε τον σοφό Μάξιμο. Αμέσως άρχισε το ερμηνευτικό του έργο με τη μετάφραση του ψαλτηρίου και την παράθεση αγιοπατερικών σχολίων. Μετά ενάμισυ χρόνο παρέδωσε ολοκληρωμένη τη σπουδαία αυτή εργασία του, γράφοντας στον ηγεμόνα: «Λύτρωσε μας, από τη θλίψι του πολυχρόνιου αποχωρισμού, επίστρεφε μας με ασφάλεια στο τίμιο μοναστήρι του Βατοπεδίου, που ήδη από καιρό μας περιμένει με πόθο. Δώρισε μας, ώστε να εκπληρώσουμε τις μοναχικές μας υποσχέσεις εκεί όπου τις δώσαμε μπροστά στο Χριστό και στους φοβερούς του Αγγέλους κατά την ημέρα της κουράς. Απόλυσε μας γρηγορώτερα εν ειρήνη για να διακηρύξουμε και στους εκεί ευρισκομένους ορθοδόξους τους βασιλικούς σου άθλους …».
Ο ηγεμόνας δεν επέτρεψε στον Μάξιμο να αναχωρήσει, αλλά θαυμάζοντας την εξαιρετική ερμηνευτική του εργασία, του έδωσε άφθονη ύλη από την Αγία Γραφή, τους Λόγους των Αγίων Πατέρων και τους Ιερούς Κανόνες της Εκκλησίας, για να συνεχίσει το έργο του, μαζί με την αποκάθαρση των λειτουργικών βιβλίων. Παραμένοντας ο θείος Μάξιμος επί πολύ στη Ρωσία μάθαινε εκτός της γλώσσης τα ήθη κι έθιμα του τόπου. Παρατηρούσε πως η πίστη των χριστιανών δεν ήταν βαθειά και δεν υπήρχε σαφής γνώση ούτε των βασικών δογμάτων της πίστεως. Δεισιδαιμονίες, παγανιστικές δοξασίες και διάφορες μορφές μαγείας επηρέαζαν τους πιστούς. Αναγκάσθηκε να γράψει και να μιλήσει αυστηρά για όλα αυτά τα παράτυπα και παράδοξα, ώστε ορισμένοι να τον συκοφαντήσουν και να τον αντιπαθήσουν πολύ. Δημιουργήθηκε ένας ισχυρός εχθρικός κύκλος εναντίον του, που δεν ανεχόταν επ΄ ουδενί τις δίκαιες παρατηρήσεις του για παρατυπίες, παρανομίες, υποκρισίες και δολιότητες που έπρατταν. Η εναντίον του ένταση μεγάλωσε, όταν υποστήριξε επίμονα την ακτημοσύνη των ιερών μονών και την αμεριμνία των μοναχών από την τεράστια περιουσία τους, όπου σε αυτή υπήγονταν ολόκληρα χωριά, που δημιουργούσαν προβλήματα και ταραχές και απομάκρυναν τους μοναχούς από την προσευχή και ησυχία. Επίσης δεν δίστασε να ελέγξει και αυτόν τον ηγεμόνα για λάθη του. Έτσι οι εχθροί του συσπειρώθηκαν και τον κατηγόρησαν βάναυσα στον ηγεμόνα ότι εργάζεται εναντίον του. Τέλος τον οδήγησαν σε σκηνοθετημένη δίκη, όπου τον καταδίκασαν ως αιρετικό, για ηθελημένα λάθη του στις μεταφράσεις των εκκλησιαστικών βιβλίων. Παρότι ζήτησε συγχώρεση γονυπετής και μετά δακρύων για τα τυχόν λάθη του, δεν του δόθηκε. Κλείσθηκε σε κελλί παρακείμενης μονής ως φυλακισμένος. Του απαγορεύθηκε η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων, ο εκκλησιασμός, η μελέτη, οι επισκέψεις και οι έξοδοι. Έγκλειστος επί μία εξαετία υπέμεινε στερήσεις από την πείνα, το ψύχος, την υγρασία, τη μόνωση, την έλλειψη βιβλίων και γραφίδος. Τον παραμυθούσε μόνο η προσευχή. Εκεί δέχθηκε την επίσκεψη ουράνιου αγγέλου. Γεμάτος χαρά συνέθεσε κανόνα στο Άγιον Πνεύμα, που έγραψε με κάρβουνο στον τοίχο της φυλακής του.
Οι συνεχείς και δίκαιες διαμαρτυρίες του αγίου Μαξίμου για την άδικη καταδίκη του στη μονή Βολοκολάμσκ ανάγκασαν τον μητροπολίτη Μόσχας Δανιήλ να συγκαλέσει σύνοδο το 1531, η οποία τον καταδίκασε σε ισόβια κάθειρξη στη μονή Ότροτς της πόλης Τβέρης και σε συνεχή στέρηση της θείας μεταλήψεως. Ο άγιος έμεινε τιμωρημένος επί εικοσαετία. Κατά τη διάρκεια της φυλακίσεως του συνέταξε ομολογία ορθοδόξου πίστεως και δύο απολογητικούς λόγους για τις διορθώσεις των ρωσικών εκκλησιαστικών βιβλίων. Μετά τον θάνατο του ηγεμόνος Βασιλείου και ο νέος Ιβάν Βασίλεβιτς συνέχιζε να επιμένει και να μη του επιτρέπει την ποθητή επιστροφή του στη μονή της μετανοίας του, τη μονή Βατοπαιδίου. Παρά τη μεσολάβηση των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Διονυσίου και Αλεξανδρείας Ιωακείμ ο νέος ηγεμόνας δεν επέτρεψε την επιστροφή του Μαξίμου στο εράσμιο Άγιον Όρος. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να βελτιώσουν κάπως τις άθλιες συνθήκες διαβιώσεως του στην ειρκτή και να του επιτραπεί η μετάληψη των Αχράντων Μυστηρίων.
Τις θλίψεις και δοκιμασίες του θεωρούσε παραχωρήσεις παιδαγωγικές του Θεού προς ανάνηψη, μετάνοια και σωτηρία. Έτσι δεν επέτρεψε στον εαυτό του να απογοητευθεί από την αγνωμοσύνη και την κακεντρέχεια ορισμένων και υπέμεινε την αδικία ελπιδοφόρα. Τον παρηγορούσε η καθαρή του συνείδηση, η θερμή πίστη και η αγάπη των φίλων της αρετής. Μετά από 25 χρόνια σκληρής κάθειρξης ο όσιος Μάξιμος απελευθερώθηκε το 1551 με τις ενέργειες του ηγουμένου της μονής του Αγίου Σεργίου Αρτεμίου και ορισμένων ενάρετων βογιάρων. Ο διώκτης του ηγεμόνας έφθασε να τον τιμά, να τον συμβουλεύεται και να νουθετείται από τον ταπεινό ομολογητή και πολύσοφο οσιομάρτυρα. Τα τέλη του ήταν ειρηνικά και τιμημένα.
Εκοιμήθη στη Λαύρα του Άγιου Σεργίου στις 21 Ιανουαρίου 1556 σε ηλικία 86 ετών. Τα 38 έτη τα διήλθε στερημένος της ελευθερίας του, μέσα σε σκληρές κακουχίες, απάνθρωπες συνθήκες, βασικές στερήσεις και δυνατούς πόνους. Εντούτοις δεν κάμφθηκε, αλλά συνέχιζε, όσο μπορούσε, αναλώνοντας όλες του τις δυνάμεις υπέρ της αναμορφώσεως της Ρωσικής Εκκλησίας και του παρασυρμένου σε πάθη ρωσικού λαού. Όταν του επιτρεπόταν και μέσα στη φυλακή, δεν έπαυε να γράφει, να μεταφράζει και να επιστολογραφεί προς φωτισμό κλήρου και λαού.
Το συγγραφικό, μεταφραστικό και επιστολογραφικό του έργο είναι αρκετά πλούσιο και ποικίλο. Αναφέρεται σε δογματικά, απολογητικά, ερμηνευτικά, ηθικά και κοινωνικά θέματα και είχε μεγάλη απήχηση στον λαό. Νωρίς τιμήθηκε ως άγιος. Πολλοί τον ονόμαζαν «μέγα διδάσκαλο», «προφήτη», «άγιο», «όσιο», «φωτιστή των Ρώσων» και «θαυματουργό». Ο μητροπολίτης Μόσχας Πλάτων (+1812) κατεσκεύασε περίτεχνη λάρνακα και κουβούκλιο για το τίμιο λείψανο του αγίου. Ο αρχιμανδρίτης Αντώνιος της Λαύρας του Αγίου Σεργίου το 1833 έκτισε παρεκκλήσιο επί του τάφου του αγίου.
Στον πρόλογο των έργων του οσίου Μαξίμου, που εκδόθηκαν το 1859 από την Ακαδημία του Καζάν στη σλαβονική γλώσσα, αναφέρεται: «Η εποχή με την όποια σχετίζεται η διαφωτιστική δράσις στην Ρωσία του οσίου Μαξίμου του Γραικού, ήταν εποχή διαφόρων θλιβερών συγχύσεων, που εν μέρει μεν προήλθαν από ξένες επιδράσεις, εν μέρει δε από εσωτερικές αιτίες. Σε μία τέτοια δύσκολη εποχή μας ήλθε από την Ελλάδα αυτός ο επιφανής και μορφωμένος άνδρας. Η ορθόδοξη Ελλάδα στο πρόσωπο του έδωσε την πλέον «εύκαιρον βοήθειαν» στην Εκκλησία μας για την προστασία της πίστεως, την οποία αυτή της παρέδωσε και η οποία εκείνη την εποχή άρχισε να απειλείται από τέτοιους κινδύνους. Έμαθε την ρωσική και την σλαβονική γλώσσα. Γνώρισε την θρησκευτική και ηθική κατάστασι της Ρωσίας, τις ανάγκες και τις ελλείψεις της. Παρακολουθούσε προσεκτικά όλα όσα συνέβαιναν σ΄ αυτήν και αποφαινόταν για κάθε ιδιαίτερο γεγονός με τους φωτισμένους λόγους του.
»Προστάτευσε την Ρωσική Εκκλησία από τις αξιώσεις της Εκκλησίας της Ρώμης. Έγραψε εναντίον των ορθολογιστικών διδασκαλιών της δυτικής μεταρρυθμίσεως, εναντίον των Ιουδαίων, των παγανιστών και των μωαμεθανών.
»Διόρθωσε τα λειτουργικά εκκλησιαστικά βιβλία. Ερμήνευσε τις εκκλησιαστικές τελετές. Αναίρεσε τις διάφορες ψευδείς και δεισιδαίμμονες διηγήσεις που κυκλοφορούσαν στον λαό. Νουθετούσε τις αλήθειες της πίστεως και της ηθικής καθένα που προσέτρεχε κοντά του για συμβουλή. Μετέφρασε μερικά πατερικά έργα. Γενικά ενεργούσε με τέτοιο τρόπο ώστε εμόρφωσε πλήθος ανθρώπων, οι οποίοι μπορούσαν να συνεχίσουν μετά τον θάνατό του το μεγάλο έργο της πνευματικής διαφωτίσεως της Ρωσίας που άρχισε αυτός.
»Οι σύγχρονοί του δεν μπορούσαν να εκτιμήσουν την αξία του Μαξίμου. Για τα σκοτισμένα από την αμάθεια μάτια τους ήταν πολύ απρόσιτο αυτό το φως της αληθείας, με το οποίο απεκάλυπτε μπροστά τους τις πλάνες και τα ελαττώματα τους Για τους μεγάλους κόπους του του ανταπέδωσαν σκληρούς διωγμούς και μακροχρόνιες φυλακίσεις σε μοναστήρια. Για μας όμως είναι ανεκτίμητα τα έργα του, στα οποία αντανακλά πλήρως η υψηλή και φωτεινή του προσωπικότης και τα σκοτεινά γνωρίσματα της εποχής του».
Ο βαθύς μελετητής του βίου και του έργου του καθηγητής Γρηγόριος Παπαμιχαήλ γράφει περί αυτού: «Εκ των συγγραφών του Μαξίμου συνάγεται ότι διά των ενδελεχών αυτού μελετών απεκρυστάλλωσεν οριστικώς εν Άθω την θεολογικήν και φιλοσοφικήν αυτού κοσμοθεωρίαν, τας κυρίας γραμμάς της οποίας ορίζει εν οις έγραψε κατά τας διαφόρους περιστάσεις και αφορμάς. Κύριον αυτού χειραγωγόν έχων την θεολογίαν, ύπατον αυτής μύστην εδέχετο τον Ιωάννην Δαμασκηνόν, ον έτασσεν «υπέρ την φιλοσοφίαν», διότι ήτο, κατ΄ αυτόν, σοφώτατος και μέγας θεολόγος».
Κατά τον καθηγητή Βλάσιο Φειδά ο θείος Μάξιμος υπήρξε «κληρονόμος του ελληνικού πνεύματος, κάτοχος υψηλής ελληνολατινικής παιδείας, δημιουργός ενός χριστιανικού ανθρωπισμού, κατέστη εν Ρωσία ο κήρυξ του αληθούς χριστιανισμού. Η ρωσική παράδοσις παρέστησε τον Μάξιμον ως κήρυκα της ακραιφνούς θεολογίας, ως διδάσκαλον της ιεράς φιλοσοφίας, ως μάρτυρα εις Ρωσίαν, ως θαυματουργός Μάξιμος ο Γραικός εμφανίζεται εν Ρωσία, διά του έργου του, ως εν φαινόμενον άνευ προηγουμένου, φιλόλογος και ιστορικός, θεολόγος και φιλόσοφος, ποιητής και ρήτωρ, άμα δε και διαπρεπής κριτικός, εγένετο φορεύς των νέων δεών εν Ρωσία εις εποχήν συνεχών πνευματικών ζυμώσεων, αμφιρρόπων τάσεων και αγώνος νέων θρησκευτικών και εκκλησιαστικών ιδεών. Διά του αγώνος του θαρραλέως υπέδειξε πόσον η Ρωσία τότε απείχε του αληθούς χριστιανικού ιδεώδους».
Ο σοφός καθηγούμενος της ιεράς μονής Οσίου Γρηγορίου αρχιμανδρίτης Γεώργιος γράφει χαρακτηριστικά και χαριτωμένα: «Ο ταπεινός και σοφός Μάξιμος ο Γραικός ήλθε το 1506 στο Άγιον Όρος για να γίνει γνήσιος αγιορείτης μοναχός. Έγινε αγιορείτης. Ως αγιορείτης μετέβη στην Ρωσία. Έμεινε αγιορείτης. Υπέμεινε ως αγιορείτης. Εδίδαξε και έδρασε ως αγιορείτης. Η εντύπωσίς μου είναι ότι πέρασε από τον ουμανισμό, αλλά ποτέ δεν έγινε κατά βάθος ουμανιστής. Μέσα στην ορθόδοξο πατερική και αγιορειτική παράδοση υπήρχαν όλα τα στοιχεία που μπορούσαν να αναδείξουν τον άγιο Μάξιμο σε πρώτου μεγέθους πνευματικό διδάσκαλο και αναμορφωτή της Ρωσικής Εκκλησίας και κοινωνίας. Βλέπω έτσι τον άγιο Μάξιμο να έχη πολλά κοινά στοιχεία με τον φωτιστή των Ελλήνων άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, τον ισαπόστολο, και να είναι πρόδρομός του. Και οι δύο έτυχαν θύραθεν μορφώσεως _αν και ο άγιος Κοσμάς όχι τόσο μακράς και λιπαράς όσο ο άγιος Μάξιμος. Και οι δύο αναπαύθηκαν όχι στην αυτονομημένη ανθρώπινη σοφία και γνώση, αλλά στην θεία σοφία του Ευαγγελίου του Χριστού. Και οι δύο δέχθηκαν και αφομοίωσαν την ορθόδοξο αγιορειτική και πατερική παράδοσι. Έμειναν πάντα αγιορείται και έδωσαν και μέσα στον κόσμο την μαρτυρία τους ως αγιορείται. Ο άγιος Μάξιμος είναι καύχημα της ορθοδόξου Εκκλησίας μας, του ελληνορθοδόξου γένους μας, του Αγίου Όρους. Νομίζω ότι οι κατωτέρω λέξεις του Ρώσου Βασσιανού περικλείουν την ουσιαστική προσφορά του αγίου Μαξίμου στον Ρωσικό λαό: «μόνον τώρα διά του Μαξίμου εγνωρίσαμεν τον Θεόν». Ο βαθύς σεβασμός που τρέφει μέχρι σήμερα ο ευσεβής ρωσικός λαός στο Άγιον Όρος οφείλεται ασφαλώς και στην προς αυτόν προσφορά του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και αγιορείτου».
Τα συγγράμματα του αγίου Μαξίμου αντιγράφηκαν και διαδόθηκαν ταχύτατα. Εμφανίσθηκαν βίοι και εικόνες του σε μονές και ναούς σχεδόν αμέσως μετά την κοίμησή του. Εγράφησαν περιγραφές θαυμάτων του και ιερές ακολουθίες προς τιμή του. Ο τάφος του στη μονή Ζαγκόρσκ έγινε σύντομα λαϊκό προσκύνημα. «Η πίστη κι η αναγνώριση του λαού προηγείται κάθε άλλης διάταξης. Η επίσημη ανακήρυξη έχει το χαρακτήρα της επικύρωσης της υπάρχουσας παράδοσης και της γενικότερης προβολής και τιμής του Αγίου. Γι΄ αυτό και αρχή της Ορθόδοξης Εκκλησίας, σ’ αντίθεση μ΄ ό,τι συμβαίνει στην Καθολική, είναι ότι με την επίσημη αναγνώριση δεν αγιοποιεί, αλλά απλά αναγνωρίζει την υπάρχουσα και από το εκκλησιαστικό πλήρωμα μαρτυρούμενη αγιότητα. Ως τέτοια πρέπει να θεωρηθεί η επίσημη αναγνώριση από το Οικουμενικό Πατριαρχείο (έπειτα από πρόταση της Εκκλησίας της Ελλάδος)» η δεύτερη από τη Ρωσική Εκκλησία».
Έτσι ο μητροπολίτης Άρτης κυρός Ιγνάτιος, κατόπιν εγγράφου αιτήματος του κ. Κωνσταντίνου Τσιλιγιάννη της 20 Δεκεμβρίου 1985, απέστειλε έγγραφο προς την Ιερά Σύνοδο της Εκκλησίας της Ελλάδος στις 10 Ιανουαρίου 1986, διά του οποίου ζητούσε την αγιοκατάταξή του Αρτηνού Μαξίμου. Η Ιερά Σύνοδος ανέθεσε στον πρωτοπρεσβύτερο Ευάγγελο Μαντζουνέα τη μελέτη και την υποβολή εκθέσεως σχετικής προς Αυτήν, και αφού έκανε δεκτή την πρόταση απέστειλε τα στοιχεία προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο διά της από 1 Φεβρουαρίου 1988 επιστολής της. Η Ιερά Σύνοδος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναγνώρισε την αγιότητα του ιερού Μαξίμου στις 31 Μαΐου 1988 και το γνώρισε στην Εκκλησία της Ελλάδος διά επισήμου πατριαρχικού γράμματος.
Αμέσως μετά αναγνωρίσθηκε και από την Ιερά Σύνοδο του Πατριαρχείου Μόσχας και πάσης Ρωσίας, παρότι ετιμάτο ως άγιος στη Ρωσία ένα αιώνα μετά την κοίμηση του. Από τις 6 μέχρι τις 9 Ιουνίου 1988, έγιναν επίσημες τελετές στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου του Ζαγκόρσκ προς τιμήν του αγίου.
Ο μοναχός Γεράσιμος Μικραγιαννανίτης καθώς και ο Γέροντας Ιωσήφ ο Βατοπαιδινός συνέθεσαν πλήρη ασματική ιερά ακολουθία προς τιμήν του αγίου.
Η μνήμη του τιμάται στις 21 Ιανουαρίου ενώ η ανακομιδή και μετακομιδή των τιμίων λειψάνων του στις 12 Ιουλίου.

Πηγή: Μοναχού Μωϋσέως Αγιορείτου, Βατοπαιδινό Συναξάρι,
έκδοσις Ιεράς Μεγίστης Μονής Βατοπαιδίου, Άγιον Όρος, 2007

vatopaidi.wordpress.com

agioritikesmnimes.blogspot.gr 

Ὁ ἅγ. Μάξιμος ὁ Γραικός ὡς θεματοφύλακας τῆς Χριστιανικῆς παράδοσης, Neža Zajc (Σλοβενία)

 

ΑΓΙΟΣ ΜΑΞΙΜΟΣ ΓΡΑΙΚΟΣ

Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός κατατάσσεται στους πιο ονομαστούς αρχαίους συγγραφείς της ρωσικής λογοτεχνίας. Ο βίος και τα συγγράμματά του έχουν γίνει αντικείμενο έρευνας από ιστορική, επιστημονική και κοινωνικό-πολιτική άποψη. Επίσης από τους Ρώσους μελετητές προβλήθηκε ο ρόλος που έπαιξε ο λόγιος Έλληνας στην Ιστορία της Ρωσίας, ιδιαίτερα δε στα γεγονότα που διαμόρφωσαν το αυτοκέφαλο της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Παρ᾿ όλα αυτά το τεράστιο έργο του δεν έχει αξιοποιηθεί πλήρως ακόμα. Όπως σχεδόν καθόλου δεν έχει μελετηθεί η μοναχική εμπειρία του Αγιορείτου ασκητού Μαξίμου, την οποία απέκτησε στη Μονή Βατοπαιδίου. Ενώ κυρίως αυτά τα βιώματα καθόρισαν την μετέπειτα πνευματική πορεία του Αγίου και επηρέασαν τα μέγιστα το περιεχόμενο των συγγραμμάτων του.

Ο Άγιος Μάξιμος ο Γραικός (κατά κόσμο Μιχαήλ Τριβώλης) γεννήθηκε, ως γνωστόν, στην Άρτα, πρώην πρωτεύουσα της Ηπείρου. Οι πρώτες του σπουδές αφορούσαν την Βυζαντινή και Ευρωπαϊκή γραμματεία. Είναι σημαντικό το γεγονός, ότι ακόμα και στα νιάτα του ο Άγιος είχε αποκτήσει ορισμένες πνευματικές γνώσεις, στις οποίες παρέμεινε πιστός σ᾿όλη τη ζωή του. Η κοσμοθεωρία του νεαρού φιλοσόφου, τόσο στην αρχή της πορείας του, όσο και αργότερα, διαμορφωνόταν στο περιβάλλον του πολιτιστικού κινήματος της Ελληνικής Διασποράς, που αποτελούνταν τότε από σπουδαία πρόσωπα, που συνέβαλαν στην ανάπτυξης της Ευρωπαϊκής διανόησης. Καθώς όμως άρχισαν να επικρατούν όλο και περισσότερο τα ιδεώδη της Αναγέννησης, ο Μιχαήλ Τριβώλης ακολουθώντας τους διδασκάλους του, οι οποίοι προέβλεψαν την απώλεια της Χριστιανικής συνείδησης στη Δυτική Ευρώπη, σύντομα έφυγε από την Ιταλία.

Το 1506 ο Μιχαήλ εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Βατοπαιδίου μετονομασθείς Μάξιμος. Κατά τα δέκα χρόνια της παραμονής του στον Άθωνα, απέκτησε πείρα εκκλησιαστικής ζωής όχι μόνο εντός, αλλά και εκτός του Αγίου Όρους. Έτσι διακονώντας τον Άγιο Πατριάρχη Νήφωνα Β΄, τον συνόδευε στα ταξίδια σε άλλες Χριστιανικές χώρες. Επίσης ασχολήθηκε αργότερα με την διοργάνωση των εκκλησιαστικών σχέσεων της Μονής με άλλα εξωτερικά Ορθόδοξα ιδρύματα. Μεταξύ των Αγιορειτών πατέρων, όπως φαίνεται, είχε φήμη ενός από τους πιο έμπειρους καλλιγράφους. Κανένας δεν αμφισβητούσε το κύρος του επειδή είχε λάβει μόρφωση και γνώσεις στην Ιταλία (αυτό δηλαδή που συνέβη αργότερα στην Ρωσία), γι᾿αυτό τον εμπιστεύονταν να αντιγράφει τόσο αρχαία, όσο και πολύτιμα επίσημα έγγραφα, όπως π.χ. ένα του 11ου αιώνα για τη Μονή Κωνσταμονίτου και το χρυσόβουλο Ανδρονίκου Β΄ του Παλαιολόγου προς την Μονή Βατοπαιδίου του 1301, του οποίου αντίγραφο έφερε μαζί του στην Μόσχα. Από την περίοδο της εν Αγίω Όρει διαμονής του Μαξίμου σώζονται μερικοί εκκλησιαστικοί ύμνοι και επιγράμματα εις τιμήν του Προφήτου Ιωάννου του Προδρόμου, του Μεγαλομάρτυρος Δημητρίου κ.ά. Σ᾿αυτούς φαίνεται η αγάπη του Οσίου προς τους Αγίους, όπως επίσης το πόσο εμπνεόταν από τη ζωή και τους άθλους τους. Τέλος, δικαιολογημένη θα είναι η άποψή μας, ότι ακριβώς κατά τη διάρκεια των εργασιών του με τα χειρόγραφα στις βιβλιοθήκες των Μονών του Αγίου Όρους, θα έγινε και η πρώτη γνωριμία του Αγίου με την Σλαβονική γλώσσα.

Η κοσμοθεωρία του Αγίου διατυπώθηκε πληρέστερα στα συγγράμματά του κατά την περίοδο της δραστηριότητός του στη Ρωσία, όπου ο Όσιος μετέβη το 1518 κατόπιν πρόσκλησης του Μεγάλου Ηγεμόνα της Μόσχας Βασιλείου Γ΄. Ο Μάξιμος ο Γραικός στα έργα του συνδύασε άριστα και αρμονικά την μόρφωση που έλαβε στην Ιταλία, με την μοναχική πείρα την οποία απέκτησε στη Μονή Βατοπαιδίου, βάσει της επιμελούς μελέτης της αρχαίας Χριστιανικής Αγιοπατερικής κληρονομιάς. Ο Όσιος συχνά αναφέρεται στους θεολογικούς όρους των πρώτων Οικουμενικών Συνόδων, κυρίως στα συγγράμματά του τα οποία στη ρωσική επιστήμη αποκαλούνται «πολεμικά». Σ᾿ αυτά ο Μάξιμος έλεγχε τα λάθη που τα έβρισκε στα ρωσικά λειτουργικά βιβλία και τις εκφράσεις που του θύμιζαν τις αρχαίες χριστιανικές αιρέσεις, σαν αυτές των Αρείου, Ευτυχούς και Νεστορίου. Επίσης ο Άγιος ανεδείχθη εξαιρετικός ερμηνευτής της Αγίας Γραφής και της Ιεράς Παράδοσης.Αυτό φαίνεται τόσο από τα άρθρα, όπου αποκαλύπτει το νόημα αγιογραφικών χωρίων και εκφράσεων, όσο και από αυτά που αφιερώνονται στα θέματα μοναχικής ζωής ή ερμηνεύουν κάποιες εικονογραφικές παραστάσεις. Ακόμα στις μεταφράσεις των Πατερικών κειμένων που έκανε, πρόσθετε ορισμένα δικά του σχόλια, χωρίς να ξεφύγει ποτέ από το πνεύμα της παραδοσιακής Χριστιανικής διδασκαλίας. Τέλος, πρέπει να αναφερθούμε και στη λειτουργική κληρονομιά της ρωσικής περιόδου του βίου του Αγίου Μαξίμου, δηλαδή τις προσευχές και τους ύμνους του. Περισσότερααπό αυτά δεν έχουν δημοσιευθεί ακόμα και υπάρχουν μόνο στα χειρόγραφα.

Μια από τις πιο σημαντικές, κατά τη γνώμη μας, χαρακτηριστικές πτυχές της θεολογίας Μαξίμου του Γραικού, την οποία βλέπουμε βαθειά χαραγμένη στα έργα του, είναι το πρόσωπο της Υπεραγίας Θεοτόκου. Ο Όσιος υπερασπίστηκε την αγιότητά Της και αγωνίστηκε για το να τιμάται η Παναγία σωστά. Κατά τον Μάξιμο η ομολογία της Θεοτόκου είναι αναφαίρετο μέρος ομολογίας της Ορθοδόξου Πίστεως. Για τον Άγιο η σάρκωση του Υιού του Θεού, συνδέεται άρρηκτα με την Θεομήτορα, χωρίς δε την σάρκωση ήταν ανέφικτη η σωστή ομολογία και των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Αυτή η θεολογική άποψή του πηγάζει από την αρχαία εκκλησιαστική γραμματεία και τις εικαστικές τέχνες (π.χ. αγιογραφίες των κατακομβών της βόρειας Ρώμης), τον Ακάθιστο, την θεμελιώδη βυζαντινή υμνογραφία σαν αυτή Κοσμά του Ιεροσολυμίτου και Ιωσήφ του Υμνογράφου. Η μεγάλη αγάπη και οι προσευχές του προς την Παναγία, αναμφιβόλως βοήθησαν αργότερα τον Άγιο να επιβιώσει πνευματικά στις αφόρητα δύσκολες στιγμές της παραμονής του στη Ρωσία. Νομίζουμε, ότι η πρεσβεία και η προστασία της Παναγίας αόρατα συνόδευε τον Όσιο Μάξιμο σ᾿όλες τις κύριες φάσεις της ζωής του.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερόμασταν στην διόρθωση των λειτουργικών βιβλίων από τον Άγιο Μάξιμο. Τα σχετικά έργα του, όπως και το γεγονός της δημιουργίας μιας πρωτότυπης γλώσσας στη ρωσική γραμματεία, έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Ρωσικής Ορθόδοξης θεολογίας και έθεσαν υποδειγματικό γραμματικό θεμέλιο για την διαμόρφωση της μετέπειτα γλώσσας της πεζογραφίας στην Ρωσία.

Εν κατακλείδι, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σας και στο εξής γεγονός: Παρόλο που ο Άγιος Μάξιμος ο Βατοπαιδινός εργάστηκε στην τόσο δύσκολη ιστορική περίοδο, όπως ήταν η Ευρωπαϊκή Αναγέννηση και ο ίδιος ανατράφηκε στο περιβάλλον της νέας  νοοτροπίας και των διασήμων εκπροσώπων εκείνης της εποχής, ανεδείχθη πραγματικός τηρητής, φύλακας και άξιος εκφραστής της Ορθοδόξου Αγιοπατερικής κληρονομιάς, θεολογίας και δογματικής, όπως και αυθεντικός φορέας αρχαίας Αγιορείτικης μοναχικής παράδοσης.

πηγη.ΜΑΞΙΜΟΛΟΓΙΑ

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό…

Όταν ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος «συνάντησε» τον Μάξιμο τον Γραικό… (αφήγηση για την ανυπακοή, την εξορία και το νόστο)

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (26 Μαΐου 1924 – 19 Μαΐου 2008)  υπήρξε ένας πολύ σημαντικός συγγραφέας, ο οποίος έζησε 28 χρόνια στην πολιτική προσφυγιά, κυρίως στη Σοβιετική Ένωση. Καταγόμενος από την Αμαλιάδα, δραστηριοποιήθηκε στο ΕΑΜ και εντάχθηκε στις γραμμές του ΚΚΕ. Το 1947 στρατεύτηκε αλλά στις αρχές του 1948 αυτομόλησε και πέρασε στο Δημοκρατικό Στρατό. Με την ήττα βρέθηκε και αυτός πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη, μετά στο Βουκουρέστι το 1954 και στη συνέχεια, το 1956, στη Μόσχα όπου φοίτησε στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο μέχρι το 1961. Το 1953 το Στρατοδικείο Ιωαννίνων τον καταδίκασε τρις εις θάνατον.

Προσπάθησε να διατηρήσει την ελληνική γλώσσα γράφοντας μυθιστορήματα, διηγήματα και μελέτες, μελετώντας ακόμη και ελληνικά λεξικά. Η ευρυμάθειά του τον οδήγησε να μελετήσει σε βάθος τον ρώσικο πολιτισμό και τη ρώσικη λογοτεχνία.

Το έργο του είναι πολυποίκιλο, ευρύ ως προς τη θεματολογία και το χαρακτηρίζει η προσπάθεια ανανέωσης της γραφής και η υιοθέτηση ενός προσωπικού ύφους. Καταπιάνεται με θέματα που μπορούν να χαρακτηριστούν  μοναδικά για τον τρόπο με τον οποίο τα προσεγγίζει, όπως οι βιογραφικές μυθιστορίες.

Η πρώτη μου επαφή με το έργο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου έγινε με τον β’ τόμο από τις «Νύχτες και Αυγές – Τα βουνά» πριν πέντε χρόνια. Αυτό ήταν αρκετό για να αρχίσω να αναζητώ και άλλα έργα του συγγραφέα. Δυστυχώς η αναζήτηση δεν ήταν εύκολη υπόθεση καθώς οι εκδόσεις των βιβλίων είχαν εξαντληθεί. Μπόρεσα όμως  να βρω τα περισσότερα κυρίως σε παλαιοβιβλιοπωλεία. Η αναζήτηση συνεχίζεται και σιγά σιγά ανακαλύπτω τον γοητευτικό και μοναδικό κόσμο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου.

alexandropoulos2Ο ίδιος συνήθιζε να λέει ότι αναπτύσσει συνεχώς ένα θέμα μέσα στο ίδιο μυθιστόρημα δίνοντάς του τη συνέχεια.

«Τα βιβλία μου ανεξάρτητα από πού παίρνουν την ύλη, ανεξάρτητα επίσης κι από τα είδη που καλλιέργησα, έχουν κάτι χερούλια και πιάνονται απαραίτητα από το παραμύθι της ζωής μου…»

Το έργο που θεωρείται ότι βρίσκεται στο μεταίχμιο της λογοτεχνικής του δουλειάς  και υπήρξε το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στα προηγούμενα έργα του Αλεξανδρόπουλου όπως τα Αρματωμένα χρόνια, Νύχτες και Αυγές στα οποία κατέθεσε την αγωνιστική του εμπειρία από τα  χρόνια της Κατοχής, της Αντίστασης και του Εμφυλίου και στα επόμενα, τα οποία χαρακτηρίζουν οι στοχαστικές αναζητήσεις, είναι το μυθιστόρημα Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού.

Το μυθιστόρημα αυτό γράφτηκε στη δεκαετία του 1960, μια εποχή πολύ σημαντική για τον κόσμο και ειδικά για τη Σοβιετική Ένωση.

Στις αρχές της δεκαετίας του 1960 το κλίμα, που δημιουργήθηκε στη Σοβιετική Ένωση με τις πολιτικές  αλλαγές, ευνόησε μια στροφή στη θρησκεία και μέσω αυτής στη μεσαιωνική σκέψη και στο μεσαιωνικό άνθρωπο επαναφέροντας με αυτό τον τρόπο την παλιά Ρωσία στο προσκήνιο της Ιστορίας.

Αυτή την κρίσιμη εποχή ο άνθρωπος και συγγραφέας  Μήτσος Αλεξανδρόπουλος γνώρισε τη μορφή του Μάξιμου του Γραικού. Τον «συνάντησε» μια μέρα μπροστά στον τάφο του σε μια εκκλησία της μονής του Σεργίου σε επίσκεψή του στο Μουσείο εικόνων, σε μια «καλογραμμένη εικόνα του 17ου αι.». Η λόγια ελληνική μορφή του Μάξιμου κέντρισε το ενδιαφέρον του και του έδωσε το έναυσμα να ασχοληθεί εξαντλητικά με αυτόν.

«…Εκείνο τον ίδιο χρόνο επήγα μ’ έναν φίλο μου να δω το ιστορικό μοναστήρι των Ρώσων, τη μονή του Σέργιου στο Ζαγκόρσκ. Εκεί, σ’ έναν από τους ναούς μέσα, είδα ξαφνικά τον τάφο του Μάξιμου. Αυτός ο καλόγερος, πεθαμένος ακριβώς τετρακόσια χρόνια πριν, μου ήταν τελείως άγνωστος. Ήταν όμως λόγιος και ήταν κι αυτός Γραικός. Ήταν ξενιτεμένος, παιδεμένος και πεθαμένος εδώ στη Ρωσία. Είχε πεθάνει εδώ, σ’ αυτόν τον τόπο, τούτη την ίδια χρονιά, τέσσερους αιώνες πριν.

Αυτά μου έκαναν εντύπωση. Μόνα τους κάπου μπήκαν και ρίζωσαν – εκεί στο ίδιο μέρος όπου είχε φυτευτεί κι εβλάσταινε γοργά το αίσθημα μιας άλλης ηλικίας. Τον ένιωθα αυτόν τον άνθρωπο να με τραβά τετρακόσια χρόνια πίσω κι αν εσύ βρεις το δρόμο, αν το νιώσεις και το σκεφτείς καλά, βαθιά μες στην καρδιά σου, μπορεί να σημαίνει άλλα τετρακόσια μπροστά. Στο μυθιστόρημά μου από αφορμή τον βίο του Μάξιμου, τις μέρες που πεθαίνει σ’ αυτό το μοναστήρι, ο Γραικός λέει στον άλλο αδελφό:

– Η ηλικία της ανθρωπότητας, Αρτέμιε, είναι πάντα πενήντα χρονών, πάντα στη μέση η ανθρωπότητα και όσα χρόνια άφησε πίσω άλλα τόσα έχει μπροστά έως το τέλος του Αιώνα.»

Ο Μάξιμος ήταν  υπαρκτό και σημαντικό ιστορικό πρόσωπο. Ονομαζόταν Μιχαήλ Τριβώλης και είχε γεννηθεί στην Άρτα το χρονικό διάστημα ανάμεσα στο 1470 και 1480. Οι σπουδές του ξεκίνησαν από την Κέρκυρα και συνεχίστηκαν στην Ιταλία. Ήταν  ένας Έλληνας λόγιος της Αναγέννησης που δούλεψε στην αντιγραφή και μετάφραση αρχαίων κειμένων από χειρόγραφα και επιμελήθηκε ελληνικά βιβλία. Ασκήτεψε για ένα μικρό διάστημα  στο μοναστήρι  του Αγίου Μάρκου της Φλωρεντίας και όταν έφυγε από εκεί δούλεψε στο τυπογραφείο του Άλδου Μανούτιου. Επειδή όμως δεν έβρισκε το περιβάλλον ταιριαστό με το χαρακτήρα του έφυγε από την Ιταλία και πήγε στο Άγιο Όρος, στη μονή Βατοπεδίου. Από εκεί τον έστειλαν στη Ρωσία. Έζησε εκεί από το 1518  έως το 1556. Τα χρόνια αυτά που αποτελούν τη ρωσική περίοδο του Μάξιμου,  συνέπεσαν με τη βασιλεία του πρίγκιπα Βασιλείου και του Ιβάν του Τρομερού. Το έργο του υπήρξε πολύ σπουδαίο αλλά η ζωή του σημαδεύτηκε από τραγικά γεγονότα. Έχει υποστηριχθεί η άποψη ότι «ο Μάξιμος  εγκαινίασε στη Ρωσία τον τύπο του Φρονηματία διανοούμενου, που το ιδανικό του μπλέκεται δραματικά  με τα σχέδια και τις ιδέες των ανθρώπων και της εποχής του».

Ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος επέλεξε να σχολιάσει τα γεγονότα της εποχής τους αφηγούμενος τη ζωή του Μάξιμου στη Ρωσία  στα μέσα του 16ου αι., καθώς  είδε τη μορφή του Μάξιμου να μπαίνει με δραστήριο τρόπο στα ηθικά και ιστορικά προβλήματα της δικής του εποχής και δράσης.

Ο καλόγερος αυτός «συνήργησε δραστήρια στη δική μου σκέψη και στην ψυχική βίωση της μεγάλης στροφής που έπαιρναν όλα σχεδόν που ζούσαμε και σκεφτόμαστε».

Η γνωριμία του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου με την προσωπικότητα και το έργο του Μάξιμου του φανέρωσε μια ταύτιση στη σκέψη και στην ψυχή τους. Υπήρξε μια αλληλεπίδραση ανάμεσά τους τόση που οδήγησε τον Αλεξανδρόπουλο να γράψει «αυτόν τον αξιοθαύμαστο κι αξιαγάπητο καλόγερο τον έβγαζα όλον από τα σπλάχνα μου».

Δυο στίχοι δημοτικού τραγουδιού

« Θε μου, και τι να γίνηκαν του κόσμου οι αντρειωμένοι;
– Χτίζουν τα σιδερόκαστρα να μην τους πάρει ο Χάρος!»

σε συνδυασμό με τα ερεθίσματα από τον Μάξιμο έγιναν η βάση  πάνω στην οποία γεννήθηκε η ιδέα του βιβλίου, δηλαδή η συγγραφή ενός μυθιστορήματος για τη φυσιογνωμία, την ηθική στάση του Μάξιμου χωρίς να είναι μια ιστορική και φιλολογική μελέτη αλλά κάτι νέο. Η ιδέα του μυθιστορήματος ενισχύθηκε από τους προβληματισμούς που του δημιούργησαν οι αποκαλύψεις του Χρουσώφ και οι επιζήσαντες των στρατοπέδων που τους έβλεπε να τριγυρνούν στους δρόμους της Μόσχας δημιουργώντας του  τύψεις, διλήμματα  και  πολιτικές σκέψεις  αδιανόητες στο παρελθόν.

«Όσο με αφορά, μπορώ να σημειώσω πως από μια στιγμή που την προσδιορίζω με ακρίβεια στα 1956, όταν πήγα να μείνω στη Μόσχα, σε ό,τι έβγαλα με το χέρι μου προς τα έξω πρέπει πάνω του να διαβάζονται, έστω σαν σήματα αναζήτησης, τα ίχνη αυτής της συναίσθησης και της ταπεινής μου προσπάθειας.

Δεν ξέρω να υπάρχουν θέματα στα βιβλία μου, να υπάρχουν μορφές, που δεν υπαγορεύτηκαν από αυτό το αίσθημα. Από το ΄56 , μπορώ να πω, ήξερα ότι τα βιβλία μου είναι η προσπάθειά μου να ξεπεράσω την άγνοιά μου και να προσφέρω ένα πολύ συγκεκριμένο παράδειγμα.

Είναι κάποια πράγματα γνωστά, ίσως ακόμα και αυτονόητα. Όμως οι περιστάσεις το φέρνουν και πρέπει να προσπαθήσεις, όσο είναι στις δυνάμεις σου, να τα βγάλεις από τα μπερδέματα όπου έπεσαν, μπερδέματα κατά πρώτο λόγο δικά σου. Τίποτα το καινούργιο δεν ανακαλύπτεις, αυτό το ξέρεις. Χαράζεις όμως μια καινούργια γραμμή, που είναι δική σου, καινουργιώνοντας εικόνες που τις βλέπεις να σβήνουν, παίρνοντας από πάνω τους τις κάπνες κι αποθέτοντας προσεχτικά κάποια απαραίτητα χρώματα.»

alexandropoulos3

Τα γεγονότα αυτά άγγιξαν τον Αλεξανδρόπουλο και είχαν άμεση σχέση με τη δική του μοίρα, της εξορίας και της πολιτικής προσφυγιάς. Εξ αιτίας αυτού η συγγραφή του μυθιστορήματος για τον Μάξιμο ξεφεύγει από την απλή αφήγηση και τη βιογραφική απόδοση του και γίνεται στοχαστική αφήγηση μέσω της οποίας συνδέθηκε το παρελθόν με το παρόν που βιώνονταν με τον ίδιο ψυχικό τρόπο. Ο τρόπος που ζει και νοσταλγεί ο Μάξιμος αποκαλύπτει και τη δική του νοσταλγία και τον πόνο για την πατρίδα.

Από την άλλη στο μυθιστόρημα υπάρχει έντονη αποτύπωση της δεκαετίας του 1960 με τα δικά της ενδιαφέροντα, τις ανακατατάξεις και την πίστη σε πιο ελεύθερη σκέψη και έκφραση. Παρ’ όλα αυτά τα καινούρια, που πίστευαν ότι  έφερναν οι πολιτικές εξελίξεις, το μυθιστόρημα μπήκε στο συρτάρι και διαμορφώθηκε  οριστικά στα 1967 – 1969. Στην Ελλάδα κυκλοφόρησε το 1976 μετά τον επαναπατρισμό του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου και το 1980 μεταφράστηκε στα ρωσικά και κυκλοφόρησε από τις «Λογοτεχνικές Εκδόσεις» της Μόσχας.

Ο Μάξιμος είναι ο άγιος των ρώσων συγγραφέων. Μέσα από τη ζωή και το έργο του φωτίζεται ο τύπος εκείνος της ρωσικής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα που πλήρωσε με την ελευθερία του και τη ζωή του τον ανθρωπισμό, τα όνειρα , την τόλμη του. Η οπτική γωνία με την οποία ο Αλεξανδρόπουλος προσέγγισε το Μάξιμο τον βοήθησε να δει την ψυχική του ένταση που είχε διπλό χαρακτήρα, από τη μια οι δοκιμασίες σε σχέση με τους άλλους και από την άλλη οι δικές του εσωτερικές δοκιμασίες, οι οποίες αποτελούν το εγκυρότερο γνώρισμα της διαχρονικότητας του. Εκείνο που κέρδισε τελειωτικά τον Αλεξανδρόπουλο και αποτέλεσε  το πιο στέρεο στήριγμα στη δουλειά του τη σχετική με τη συγγραφή του μυθιστορήματος ήταν η σύνδεση με τα παθήματα και μαθήματα της δικής του γενιάς έτσι όπως εκφράστηκαν μέσα από τα οράματα και τις περιπέτειες του αριστερού και του κομμουνιστικού κινήματος, τα οποία είδε να εκφράζονται με την εξομολόγηση του Μάξιμου.

«Άνω και κάτω, ως υπό ποικίλων ανέμων εν μέσω θαλάσσης σαλευομένη ναυς περιπλανάσθαι με»

Το πρόβλημα του συγγραφέα ήταν πώς να δέσει τους προαναφερθέντες στίχους του δημοτικού τραγουδιού με αυτή την εξομολόγηση.

Μέσα από τη δουλειά του για το Μάξιμο ανέδειξε διαχρονικά το βαρύ τίμημα των αγωνιζόμενων ανθρώπων με το οποίο πλήρωσαν την πίστη τους στις  ηθικές αξίες της ζωής και την αντίστασή τους στην εξουσία.

Ο Αλεξανδρόπουλος επιλέγει την αποσπασματική ροή της αφήγησης με σκηνές από τη ζωή του Μάξιμου αγγίζοντας ερωτήματα και προβληματισμούς από τη ζωή του ήρωά του. Όμως το κύριο μέλημά του δεν ήταν να απαντήσει σ’ αυτά αλλά «να προβάλει την πνευματική και ηθική στάση του ανθρώπου στα χίλια δυο μπλεξίματα της ζωής του και την αντίστασή του στην ισχυρή εξουσία». Δημιουργεί ένα έργο σπονδυλωτό στο οποίο προσπαθεί  να ενσαρκώσει την όρθια πνευματική συνείδηση την οποία θεωρεί φορέα της εσωτερικής αλήθειας.

Ο Μάξιμος του Αλεξανδρόπουλου έχει κοινά σημεία με τον ίδιο καθώς είναι και αυτός εξόριστος, έχει την ίδια καταγωγή, μιλά την ίδια γλώσσα. Συγχρόνως όμως είναι ένας άνθρωπος που αντιστέκεται στις διάφορες μορφές εξουσίας και το μαρτύριό του συνεχίζεται μεταθανάτια. Αυτό είναι ένα άλλο μεγάλο θέμα που απασχόλησε τον Αλεξανδρόπουλο, η μεταθανάτια σκλαβιά του Μάξιμου και διαχρονικά του ανθρώπου. Ο Μάξιμος έζησε μαρτυρικά αλλά δεν απελευθερώθηκε μετά το θάνατό του καθώς βρισκόταν ανάμεσα σ’ εκείνους που τον κατάλαβαν και τον σεβάστηκαν και στους άλλους που τον εχθρεύτηκαν, τον πολέμησαν, τον καπηλεύτηκαν. Η ιστορία του αντιμετωπίζεται ως ανθρώπινη πείρα και δοκιμασία και ως ένα υπόδειγμα  γεμάτο δυνατότητες για επανάληψη. Είναι και αυτό ένα σημείο σύνδεσης και ταύτισης του συγγραφέα με τον Μάξιμο, διότι και αυτό το ίδιο  το μυθιστόρημα του  δεν έγινε κατανοητό από αρκετούς που το διάβασαν.

«…Αυτή την άλλη όψη από το παράδειγμα του Μάξιμου, τα μεταθανάτια μαρτύριά του, δοκίμασα να συμπυκνώσω σ’ ένα κεφάλαιο που θα μπορούσε να πήγαινε σ’ ένα βιβλίο, όπως το δικό μου, σαν ένας υπαινιγμός, αφού ετοίμασα για το κεφάλαιο αυτό μια θέση στη μέση περίπου του αναγνώσματος και το έβαλα κάτω από έναν τίτλο που έδινε το απαραίτητο σήμα: Τα υπέρ και τα κατά (η Κρίση της Ιστορίας), κρεμώντας κι από κάτω, για περισσότερη ασφάλεια, μια ταμπελίτσα με τον στίχο του Παλαμά: …μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη, από το ποίημά του «Η Σκέψη», ο πρώτος στο τετράστιχο:

Άγγελε, μ’ ένα γίγαντα μάχεσαι πάντα, ω Σκέψη,
κι απλώνει για να σφίξη σε τα χέρια τα εκατό.
Κρίνο ή ρομφαία θα κρατάς; Κι ο κόσμος θα’ χη ρέψει
και το δικό σας πάλεμα δε θα’ χη τελειωμό
!

Μα φρούδες οι ελπίδες μου όλες… Δεν ξέρω πόσοι άνθρωποι εδώ στον τόπο μας διάβασαν αυτό το βιβλίο, ξέρω όμως ότι πολύ λίγοι είναι εκείνοι που κατάλαβαν τι θέλει  κι αυτό το κεφάλαιο με το ανθολόγιο της βιβλιογραφίας στη μέση ενός μυθιστορήματος. Τα  βιβλία έχουν μια δική τους τύχη, αλλά δεν είναι μικρή η σημασία που κρατεί για τη μοίρα του βιβλίου η ιδιοσυγκρασία και η μοίρα των ηρώων του. Και εδώ και στη Ρωσία το βιβλίο μου έχει τώρα τριάντα περίπου χρόνια που περπατεί με το αργό γεροντικό βήμα του ήρωά μου. Όσο πιο αργά βαδίζεις, λένε κι οι παροιμίες, τόσο μακρύτερα πας. Παράδοξο, αλλά είθε να’ ναι έτσι…».

Ο πυρήνας του έργου είναι η εξορία του ανθρώπου από τον τόπο του, η πολιτική εξορία. Τονίζεται όμως η πολύμορφη διάσταση του πνευματικού ανθρώπου με το περιβάλλον του, η οποία τον οδηγεί στην αυτοεξορία και μέσα στον ίδιο του τον τόπο. Επομένως ο Μάξιμος αντιπροσωπεύει τον ακέραιο πνευματικό άνθρωπο κάθε εποχής  που γίνεται τραγικό θύμα επειδή πίστεψε στη δικαιοσύνη και την αλήθεια, αγάπησε τους απλούς ανθρώπους και πολέμησε την τυπολατρία και την κάθε μορφής αλητεία. Είναι ο αλύγιστος πνευματικός άνθρωπος που άντεξε στις δοκιμασίες και στον πόνο. Το όπλο που τον βοήθησε να βρει διέξοδο στον πόνο και στη σκέψη ήταν η πέννα του – το «έκτο δάκτυλο».

«Έτσι γινόταν πολλά χρόνια. Τον καίγαν, τον τσιγάριζαν, τον ψάχναν, του τα παίρναν όλα, όμως το έκτο δάκτυλο, δεν το πήραν. Το κράτησε.

“Εσύ είσαι – έσκυφτε και του ψιθύριζε – η μόνη καταφυγή μου,
η βάρκα μου, το ιστίο μου και το κουπί μου.
Εσύ ΄σαι η φτερούγα μου που πάει στους αιθέρες,
ο ήλιος ο γλυκός τις μαύρες τούτες μέρες.
Με σένα, κοφτερό υνί, σκίζω το χώμα,
το που μου δίνει το ψωμί και ζω ακόμα.
Χαίρε το που σε θραύουν και δε θραύεσαι,
Χαίρε το που σε καίνε και δεν καίγεσαι.
Χαίρε το που ξαναγεννάς τους συλληφθέντας αισχρώς,
Χαίρε η θεία άκρη σου που σκάει το πρώτο φως.
Αν, Θε μου, απομακρύνθηκα από τον αφαλό μου,
ο Ύμνος κι η Ωδή στο έκτο δάκτυλό μου.
Χαίρε το αήττητο, Χαίρε το ακάματο
Καλάμι μου, αθάνατο..».

Η τραγικότητά του βρίσκεται στο γεγονός ότι, ενώ αγωνίζεται με τη ψυχή και το σώμα για τους συνανθρώπους του, πληρώνεται με προπηλακισμούς και πίκρα.

Τόσο ο Μάξιμος όσο και ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος βιώνουν την εξορία, η οποία με το πέρασμα του χρόνου συνθέτει μια στάση ζωής με ηθικά χαρακτηριστικά, η οποία με τη σειρά της επιδρά στη δημιουργία πνευματικής ταυτότητας. Ως αποτέλεσμα αυτής της διανοητικής πορείας και λόγω του μακρόχρονου εκπατρισμού ο Αλεξανδρόπουλος ξεκόβεται από την εθνική επικαιρότητα και συνδέεται με την ανθρώπινη. Αυτό τον οδηγεί στην ευρύτερη επεξεργασία και ανάπτυξη ενός θέματος μέσα στο μυθιστόρημα δίνοντάς του συνέχεια. Τα βιώματα της εξορίας δημιουργούν νέες συνθέσεις στις οποίες ο άνθρωπος έρχεται αντιμέτωπος με την ίδια του τη συνείδηση τόσο σε σχέση με την εξουσία όσο και με το θάνατο.

«…το σχέδιο των σχεδίων που είναι η επιστροφή στην πατρίδα.

Ένα σχέδιο με πολλά άλλα σχέδια μέσα του και με πολλή και ευνόητη λαχτάρα που τη ζω κι’ εγώ ως ξενιτεμένος λογοτέχνης – ο λογαριασμός βλέπετε είναι διπλός. Και είναι πολύ βαρύς λογαριασμός. Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης, εν πάση περιπτώσει, ο πεζογράφος – για να είμαι και μέσα στην περίπτωσή μου – όταν μάλιστα έλειψε από την πατρίδα του τα πιο κρίσιμα χρόνια, τότε που διαμορφώνεται ο άνθρωπος και κατασταλάζει – έχει να κάνει μια πραγματικά σκληρή καθημερινή εξαντλητική προσπάθεια για να μπορεί να καλύπτει τα κενά, τα μεγάλα κενά και την μεγάλη απόσταση από τον τόπο του. Είναι κυριολεκτικά διχοτομημένος, ο μισός εδώ και ο άλλος μισός εκεί κάτω. «Είμαι εις την Κέρκυραν, έλεγε ο Σολωμός, δεν είναι όμως εδώ η ζωή μου». Κάτι παρόμοιο θα μπορούσαμε να λέμε τώρα κι’ εμείς. Και καταλαβαίνετε τι σημαίνει αυτό, τι σοβαρή επίδραση έχει πάνω στη δουλειά μας – χρησιμοποιώ πληθυντικό, γιατί αφορά, μου φαίνεται, και τους άλλους συναδέλφους που είναι εκπατρισμένοι. Ζούμε βέβαια και δουλεύουμε μέσα σ’ ένα εκατό τοις εκατό μικροκλίμα, αλλά όπως και να το κάνουμε είναι μικροκλίμα…».

Με τον Μάξιμο ζωντανεύει τον άνθρωπο και την εποχή του δίνοντας όλα τα στοιχεία που διαμόρφωσαν τον ανθρώπινο χαρακτήρα του.

Η νοσταλγία για την πατρίδα, η εξορία σε ξένη χώρα, ο καημός της ξενιτειάς  και το γράψιμο είναι τα κοινά σημεία των δύο πνευματικών ανθρώπων.

Γράφει  στην ελληνική γλώσσα  αναγνωρίζοντας όμως τη δημιουργική κατεύθυνση  που έδωσε στο έργο του η ουσιαστική επαφή του με το ρωσικό πολιτισμό. Η μορφή του Μάξιμου ήταν η αρχή, το κίνητρο για το ενδιαφέρον και την επικοινωνία του Αλεξανδρόπουλου με μερικές από τις πιο σημαντικές προσωπικότητες της ρωσικής λογοτεχνίας, Τολστόι, Ντοστογέφσκι, Τσέχωφ, Γκόρκι κ.α.

Δεν τον ενδιαφέρει να προβάλει τόσο τα ιστορικά γεγονότα όσο την ψυχολογία των προσώπων και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουν ή επηρεάζονται από γεγονότα που ξεπερνούν την εποχή τους. Το μυθιστόρημα θεωρήθηκε τολμηρό και μοναχικό  τόσο για την επιλογή του θέματος όσο  και για την ανασύνθεση του υλικού. Δύσκολο και πυκνό στα νοήματά του, γραμμένο με πρωτότυπο και δεξιοτεχνικό τρόπο.

«…το έργο δεν είναι τυπική βιογραφία. Αυτό που κατεξοχήν χαρακτηρίζει το υλικό και τους τρόπους οργάνωσής του είναι η έλλειψη ομοιογένειας . Το υλικό είναι μίγμα αφενός ιστορικών πληροφοριών πρωτογενών και δευτερογενών… και αφετέρου αφηγηματικών “περασμένων” με φανταστικές σκηνές, διαλόγους, εσωτερικούς μονολόγους και σκέψεις των προσώπων και του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα της πρόσμιξης είναι η συνύπαρξη διαφορετικών ειδών λόγου καθώς και διαφορετικών εκφάνσεων λόγου της ίδιας κατηγορίας, η συνύπαρξη ιστορικών και πλασματικών αποσπασμάτων, διαφορετικών υφών σε αποσπάσματα τριτοπρόσωπης αφήγησης και ακόμη η συνύπαρξη μεταφρασμένων και αμετάφραστων κειμένων εποχής…»

Ο Μάξιμος ήταν ένα ξεχωριστός λόγιος όχι απλά ένας γραφιάς που οι ηθικές και πνευματικές του αναζητήσεις τον οδηγούν στη Ρωσία για να ζήσει μια από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ιστορίας της. Αυτό ξεχωρίζει τον Μάξιμο από τους άλλους λογίους στην Ιταλία. Αυτό είναι το σημείο διαφοροποίησης της οπτικής γωνίας του Αλεξανδρόπουλου και από αυτό το σημείο αρχίζει την αφήγηση σκηνών της ζωής του Μάξιμου στο φόντο των ιστορικών γεγονότων. Επιπλέον μέσα στις σελίδες του κουβαλάει τον πόνο και τον καημό της ξενιτειάς .

«Η ανείπωτη και στερνή δοκιμασία του ανθρώπου που κρατιέται με τη βία μακριά από τα πατρικά χώματα για να πεθάνει με το όραμα της Ιθάκης και με την ψευδαίσθηση της μυρουδιάς του κέδρου και της φασκομηλιάς, της θρούμπας και της ρίγανης της πατρίδας».

alexandropoulos4

 

 

Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα 1982, 2η έκδοση

 

 

 

Για τη συγγραφή του κειμένου πολύτιμα βοηθήματα στάθηκαν:

1) Το σημείωμα του συγγραφέα στη ρωσική έκδοση του μυθιστορήματος (1980)

2) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Α. Η γραμμή της ζωής, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 2000

3) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, Αυτά που μένουν Β. Οι άλλοι πόλεμοι – Ο αδελφός ο Βάσιας με λουλούδια, Εκδόσεις Δελφίνι, Αθήνα 1994

4) Σόνια Ιλίνσκαγια, Μια συνάντηση στο χώρο της ελληνικής διασποράς. Κατάθεση μαρτυρίας. Ουτοπία, 25, Μάιος – Ιούνιος ΄97

5) Έρη Σταυροπούλου, Οι βιογραφικές μυθιστορίες του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

6) Γερασιμία Μελισσαράτου, Τα πολλά και το ένα: Η σύνθεση του μυθιστορήματος του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Περιοδικό Ελίτροχος. Άνοιξη – Καλοκαίρι 1996

7) Βενετία Μπαλτά, Ο Άνθρωπος και η Ιστορία: αναζητήσεις και συνθέσεις ταυτότητας σε λογοτεχνικά κείμενα του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου. Πρακτικά Δ’ Πανευρωπαϊκού Συνεδρίου Νεοελληνικών Σπουδών, Γρανάδα, 9 -12 Σεπτεμβρίου 2010, τ.Β΄, Ευρωπαϊκή Εταιρεία Νεοελληνικών Σπουδών 2011

8) Έρη Σταυροπούλου, Ο «Μάξιμος ο Γραικός» του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου: μια πρόταση ανανέωσης του ιστορικού μυθιστορήματος, Θέματα Λογοτεχνίας, τεύχος 7, Νοέμβριος 1997 – Φεβρουάριος 1998

9) Κ.Λεούση, Αναφορά στο νέο βιβλίο του Μήτσου Αλεξανδρόπουλου Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού. Ριζοσπάστης 20/8/1976

10) Σταύρου Ζορμπαλά, Το μήνυμα του Μάξιμου του Γραικού, Ριζοσπάστης 17/9/1976

11) Μήτσος Αλεξανδρόπουλος: «Ο εκπατρισμένος λογοτέχνης…» Μια έρευνα μεταξύ των συγγραφέων και των ποιητών, εφημερίδα Αυγή, 10/9/1954 από τα ΑΣΚΙ

12) Συνέντευξη Μήτσου Αλεξανδρόπουλου στην Αιμιλία Υψηλάντη, Ριζοσπάστης 24/1/1975

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα

Το ιστολόγιο της Αγγελικής Π. Σούλη

Η καταγραφή των αναγνώσεων αυτών ξεκίνησε από την επιθυμία μου να μην ξεχασθούν ιδέες και συναισθήματα που κάποτε με είχαν συγκινήσει.
Γράφοντας συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος που αφιέρωνα στην ανάλυση, σύνθεση, αξιολόγηση του έργου, μου χάριζε ένα αίσθημα δημιουργίας.
Η επαγγελματική μου απασχόληση (φιλόλογος) μου έδωσε τα κίνητρα και τα μέσα για αυτές τις αναγνώσεις. Κι έτσι με συνεπήρε το ταξίδι της ανάγνωσης και της γραφής!
Κι ανοίχτηκε μπροστά μου ένας ολόκληρος κόσμος, σχεδόν ανεξερεύνητος,της δημιουργικής ανάγνωσης και γραφής.
«Η ανάγνωση δεν μπορεί να είναι ούτε μία ούτε άπειρες» όπως τονίζει ο Ουμπέρτο Έκο, αφού η υποκειμενική ερμηνεία του γράφοντος πρέπει να δένει με τους περιορισμούς που θέτει το κείμενο.

Και μια διευκρίνιση:
Καμμιά ανάγνωση δεν μπορεί να αντικαταστήσει το ίδιο το βιβλίο αλλά μπορεί να παίξει σημαντικό ρόλο ανάμεσα στον αναγνώστη και στο βιβλίο φωτίζοντας το, κάνοντας το πιο κατανοητό και καλλιεργώντας συγχρόνως τη φιλαναγνωσία.

Σκηνές από το βίο του Μάξιμου του Γραικού, Μήτσος Αλεξανδρόπουλος, εκδ. εφημερ.Βήμα

Στο Πριγκιπάτο της Μόσχας στα 1518 μ.Χ. –μόλις 65 χρόνια μετά την Άλωση της Κων/λης- καταφθάνει ο Μάξιμος, ο επονομαζόμενος ο Γραικός, μοναχός και λόγιος απ’ το Άγιο Όρος, προσκεκλημένος απ’ τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! για να επιβλέψει τη διόρθωση των ιερών εκκλησιαστικών βιβλίων των Ρώσων.
Tην προσωπικότητα του Μάξιμου του Γραικού (1470-1556) επιλέγει ο συγγραφέας Μήτσος Αλεξανδρόπουλος (1924-2008) να ιστορήσει, διότι κατά την προσωπική μου γνώμη, αισθάνεται πολύ αλληλέγγυος μαζί της, αν και τους χωρίζουν σχεδόν 500 χρόνια. Είναι κι οι δυο Έλληνες που βρέθηκαν –για διάφορους λόγους ο καθένας- να ζουν στη μακρινή Μόσχα για πάρα πολλά χρόνια, τα πιο δημιουργικά της ζωής τους και ν’ ασχολούνται κι οι δυο με τα Γράμματα. Ο Μάξιμος μεταφράζοντας ελληνικά κείμενα στα ρώσικα και γράφοντας πλήθος επιστολών ενώ ο συγγραφέας Μ. Αλεξανδρόπουλος μεταφράζοντας κι ερμηνεύοντας τη ρώσικη λογοτεχνία[2] στα ελληνικά γράφοντας διάφορες μελέτες, όταν βρέθηκε -μετά τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1940- ως πολιτικός πρόσφυγας[3] στη Ρωσία, εργαζόμενος στο Λογοτεχνικό Ινστιτούτο[4] της Μόσχας. Και για τους δυο είχε απαγορευτεί η επιστροφή στην πατρίδα για πολλά χρόνια, μόνο που ο Μ. Αλεξανδρόπουλος πρόφτασε να επιστρέψει   και να πεθάνει  στην  Ελλάδα, ενώ  ο   Μάξιμος πέθανε στην ξενιτιά με τη νοσταλγία της πατρίδας του να τον κατατρύχει.    Βέβαια ο στόχος του συγγραφέα –όπως δηλώνεται στο Σημείωμα της Α! έκδοσης του έργου στα ρώσικα- δεν περιορίζεται στη μυθιστορηματική βιογραφία του Μάξιμου Γραικού αλλά φιλοδοξεί να ζωντανέψει «τον άνθρωπο και την εποχή του […] και συγκεκριμένα το δημιουργικό πυρετό που ζούσε τότε η Ρωσία […] που η παλιά τάξη αποσυρόταν απ’ το ιστορικό προσκήνιο και στη θέση της ερχόταν ένας καινούργιος κόσμος». Αυτά που εξιστορούνται στο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου, του Γραικού»  αποτελούν κεφάλαια της ρώσικης ιστορίας, αναφέρει ο συγγραφέας, αλλά σχετίζονται και με την ελληνική ιστορία, αφού ο Μάξιμος, ως φορέας του ελληνικού ορθόδοξου πνεύματος, μεταλαμπαδιάζει αυτό στο νεοσύστατο τότε εθνικό κράτος της Μοσχοβίας.
Κάτω απ’ αυτό το πρίσμα, ένα άλλο κοινό σημείο του Μάξιμου και του συγγραφέα θα μπορούσε να είναι ότι κι δυο βίωσαν στη Μόσχα ένα διαφορετικό μετασχηματισμό της ρωσικής κοινωνίας και του κράτους. Η στημένη δίκη του Μάξιμου ίσως θύμιζε στον Αλεξανδρόπουλο τις στημένες δίκες επί Στάλιν, χάριν του Σοβιετικού μετασχηματισμού της ρωσικής κοινωνίας. Πως λοιπόν να μη συγκινηθεί ο συγγραφέας απ’ τη σεβάσμια μορφή του Μάξιμου, που όπως κι αυτός, βρέθηκαν  κι δυο μέσα στη δίνη των ιστορικών-πολιτικών γεγονότων της εποχής τους, τα οποία σημάδεψαν τη ζωή τους;

Το Βυζάντιο λοιπόν στα πλαίσια της βυζαντινής διπλωματίας του, είχε ήδη εκχριστιανίσει τα ρωσικά φύλα απ’ την εποχή της εμφάνισης τους στην περιοχή του Κιέβου, κατά τον 9ο και 10ο αιώνα μ.Χ. επί ηγεμονίας της Όλγας πρώτα και του Βλαδίμηρου αργότερα, ο οποίος γι’ αυτό ακριβώς το λόγο είχε νυμφευτεί τη βυζαντινή πριγκίπισσα Άννα, αδελφή του αυτοκράτορα Βασιλείου Β!Βουλγαροκτόνου. Μετά την ίδρυση της Μόσχας (1156 μ.Χ.) και την πτώση της Κων/λης (1453 μ.Χ.) εμφανίζεται η θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης δηλ. ως της μόνης και τελευταίας πρωτεύουσας του χριστιανισμού. Με την πολιτικοθρησκευτική αυτή θεωρία το ισχυρό τώρα πια ρωσικό κράτος της Μόσχας προσπαθεί να παρουσιαστεί ως συνεχιστής της Βυζαντινής κληρονομιάς και να επιβληθεί στους άλλους χριστιανικούς λαούς. Έχει ανάγκη λοιπόν να μεταφραστούν στη ρώσικη γλώσσα πολλά ιερά βιβλία των πατέρων της Εκκλησίας και να διευκρινιστούν τα ασαφή σημεία των κειμένων τους. Ζητούν λοιπόν απ’ την ξακουστή μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους έναν ικανό μοναχό να επιβλέψει το έργο αυτό.

Τελικά στέλνεται ο Μάξιμος, κατά κόσμο Μιχαήλ Τριβώλης, που είχε γεννηθεί στην Άρτα, γύρω στα 1470. Ο Μάξιμος, αφού σπούδασε στην Κέρκυρα και Ιταλία, εργάστηκε στις ιταλικές πόλεις τον καιρό της Αναγέννησης μεταφράζοντας αρχαία χειρόγραφα και τυπώνοντας εκεί τα πρώτα ελληνικά βιβλία. Βαθύς γνώστης της αρχαίας ελληνικής και λατινικής γραμματείας, πολύγλωσσος, πνεύμα ανήσυχο, γοητεύεται από τον Ιερώνυμο Σαβαναρόλα[1] εγκαταλείπει τα εγκόσμια, ενδύεται το μοναχικό σχήμα και μονάζει σ’ ένα μοναστήρι καθολικών. Απογοητεύεται όμως, ξαναφορά το λαϊκό ένδυμα αλλά τον επόμενο χρόνο ενδύεται ξανά το μοναχικό σχήμα κι αποφασίζει να μονάσει οριστικά στην ορθόδοξη μονή του Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους, αναζητώντας εκεί τη βαθύτερη αλήθεια που θα έδινε νόημα στη ζωή του. Η μοίρα όμως θέλησε να ζήσει στη Ρωσία, τα τελευταία 40 χρόνια της ζωής του, στην αρχή ως τιμώμενο πρόσωπο αλλά αργότερα ως διωκόμενο από τη θρησκευτική και κοσμική εξουσία.

Ο Μάξιμος ο Γραικός λοιπόν φθάνει στη Μόσχα το 1518 κι αφού έμαθε σύντομα τα ρώσικα, εργάζεται επικεφαλής μιας ομάδας αντιγραφέων και βάζει σε σειρά και τάξη τα ρώσικα βιβλία. (σ.101) Οι Ρώσοι αναγνωρίζουν ότι δεν είχαν συνείδηση, μέχρι τότε, του θησαυρού των βιβλίων που είχαν. Ο Μάξιμος συντάσσει καταλόγους όλων των συγγραμμάτων τους για να γνωρίζουν, ποια είναι μεταφρασμένα απ’ τα γραίκικα, ποια απ’ τα λατινικά, ποια απ’ τα σέρβικα και βουλγάρικα και ποια έργα πρέπει να αποχτήσουν ακόμα. Διευκρινίζει ότι τα σφάλματα που περιείχαν τα ιερά τους βιβλία οφείλονταν ή στους μεταφραστές που δεν γνώριζαν καλά τη γλώσσα που μετάφραζαν ή σε κάποιους άλλους που νόθευσαν εκ των υστέρων τα ιερά βιβλία με κανόνες ψεύτικους για να δικαιολογήσουν την αρπακτική διάθεση των μοναστηριών που θησαύριζαν αρπάζοντας τα κτήματα των φτωχών ή προσφέροντας εκδούλευση στους μπογιάρους (φεουδάρχες) για να τα χαρίσουν στις μονές. Ο Μάξιμος ο Γραικός αποκαλύπτοντας τα λάθη αυτά έρχεται σε σύγκρουση με το εκκλησιαστικό κατεστημένο, το οποίο κατέχει μεγάλα κτήματα, δάση κι ολόκληρα χωριά.

Ο πρίγκιπας Βασίλειος Γ! στην αρχή τηρεί στάση ουδετερότητας, διότι επιθυμεί να πάρει απ’ τα μοναστήρια κτήματα και να τα μοιράσει στους στρατιώτες του, που πολεμούν για να μεγαλώσουν τα σύνορα του κράτους και να δοξάσουν τη χώρα του. Αργότερα όμως αλλάζει γνώμη, όταν έρχεται αντιμέτωπος με το πρόβλημα διαδοχής του, αφού η επί 26 χρόνια σύζυγος του, Σολομονίδα, δεν του είχε χαρίσει κανένα τέκνο. Παρά τους αρχικούς δισταγμούς του αποφασίζει τελικά να κλειστεί η Σολομονίδα «με τη θέληση της» σε μοναστήρι κι αυτός να νυμφευτεί την Ελένη Γκλίνσκι! Ο Μάξιμος κι ο μητροπολίτης Μόσχας διαφωνούν με την παρατυπία του γάμου, ο Βασίλειος Γ! εκλέγει νέο μητροπολίτη Μόσχας, τον Δανιήλ, χωρίς την έγκριση του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κων/λης, όπως απαιτούσε το εθιμοτυπικό. Ο Δανιήλ με ασήμαντες αφορμές διαβάλλει το Μάξιμο στα μάτια πολλών και τελικά με τη σύμφωνη γνώμη του Βασιλείου, τον παραπέμπει σε δίκη το 1525 και σε δεύτερη δίκη το 1531! Το κατηγορητήριο το συντάσσει ο ίδιος ο Δανιήλ κατηγορώντας το Μάξιμο για ηθελημένες παρερμηνείες των ιερών κειμένων, για μάγια και για συνεννόηση με Γραικούς που ασκούσαν φιλοτουρκική πολιτική κατά των συμφερόντων του ρωσικού κράτους (σελ.251-255). Η απολογία του Μάξιμου(σελ.256-263) αποστομώνει ηθικά και πολιτικά τους διώκτες του αλλά η απόφαση είχε ήδη παρθεί, πριν τη διεξαγωγή της δίκης.

Ο Μάξιμος φυλακίζεται ισόβια, να ζει έγκλειστος σε διάφορες μονές και βασανίζεται φρικτά. Εντύπωση προκαλεί ο εγκλεισμός του μέσα σε πηγάδι, όπου του έριχναν ζεματιστό νερό, από πάνω ή το γέμιζαν με καπνούς καίγοντας άχυρα και σβουνιές πάνω στο στόμιο του! Ο Μάξιμος μέσα από τη φυλακή γράφει πλήθος επιστολών και νουθεσιών, οι οποίες κυκλοφορούν παράνομα στον έξω κόσμο βρίσκοντας απήχηση στον κατώτερο κλήρο και στο ρώσικο λαό. Ο συγγραφέας αφιερώνει την ενότητα «Ασμάτιο υμνητικό» στο έκτο δάκτυλο δηλ. στην πένα του Μάξιμου, στο πάθος του να γράφει, το οποίο τον βοήθησε να αντισταθεί στο διωγμό που υπέστη για 30 περίπου χρόνια! Μέσα σ’ αυτά τα χρόνια ο πρίγκιπας Βασίλειος Γ! πεθαίνει στα 1533, η Ελένη Γκλίνσκι δηλητηριάζεται, ο Δανιήλ πεθαίνει, νέα πρόσωπα έρχονται στην εξουσία που με τις έριδες τους ταλανίζουν το Πριγκιπάτο, η ιστορία του Μάξιμου ξεχνιέται, ώσπου ο 17χρονος Ιβάν Δ!, ο γιος του Βασιλείου Γ! και της Ελένης Γκλίνσκι, ανακηρύσσεται Τσάρος, Πασών των Ρωσιών, ο πρώτος που έλαβε τον τίτλο του τσάρου στη ρωσική ιστορία!

Ο Ιβάν Δ! ο επονομαζόμενος Τρομερός, έχει πολλά σχέδια για την αναμόρφωση της Ρωσίας, μεταξύ των οποίων και την αγιοποίηση ορισμένων ηθικών προσωπικοτήτων για να αποκτήσει η Ρωσική εκκλησία μεγαλύτερη αίγλη ανάμεσα στον χριστιανικό κόσμο! Έτσι ο Μάξιμος στα τελευταία χρόνια της ζωής του αποκαθίσταται, επανακτά την ελευθερία του, όχι όμως και το ποθητό δικαίωμα του να γυρίσει στην πατρίδα του, παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις του ίδιου αλλά και του Οικουμενικού Πατριάρχη προς τον Ιβάν Δ! Η εξουσία φοβάται μη τυχόν ο Μάξιμος δυσφημίσει τη χώρα στο εξωτερικό, διότι ήξερε πολλά και βίωσε πολλά κατά τη μακρόχρονη παραμονή του στη Ρωσία. Έτσι ο Μάξιμος παραμένει χωρίς τη θέληση του σ’ αυτή τη μακρινή χώρα και μετά το θανατό του ανακηρύσσεται  Άγιος για να πλουτίσει το πάνθεον των Αγίων της Ρωσικής Εκκλησίας!

Από τιμώμενο πρόσωπο…διωκόμενο κι από διωκόμενο…Άγιος, χάριν των πολιτικών σκοπιμοτήτων! Έτσι η εξουσία μεταχειρίζεται τις ηθικές και πνευματικές προσωπικότητες, σαν του Μάξιμου του Γραικού! Οι αιώνες περνούν, κι όταν κατά το 19ο αιώνα οι Ρώσοι λόγιοι άρχισαν να μελετούν την πνευματική τους παράδοση ανακαλύπτουν, μεταξύ των άλλων διανοητών, την αξία και την επικαιρότητα του έργου του Μάξιμου Γραικού και τον κατατάσσουν στην εθνική τους κληρονομιά, αφού ειλικρινά αγάπησε και πόνεσε για τον τόπο τους συμβάλλοντας  τα μέγιστα στην πνευματική τους ανάπτυξη.

Πραγματικά ο Μάξιμος ήταν μια πολύπλευρη προσωπικότητα με υψηλό ήθος, βαθιά πνευματικότητα, ακλόνητη πίστη στην Ορθοδοξία. Ένας εκπρόσωπος του θρησκευτικού ουμανισμού στη Ρωσία του 16ου αιώνα! Ο Μάξιμος δεν ήταν ο μοναχός, ο αφοσιωμένος μόνο στη μελέτη των ιερών κειμένων αλλά συνάμα αφουγκραζόταν τις κοινωνικές και πολιτικές διεργασίες του έξω κόσμου. Δεν διστάζει να πάρει θέση πάνω στα κρίσιμα ζητήματα της εποχής του, όταν του ζητηθεί. Υπερασπίζεται με παρρησία κι ευγένεια ψυχής τις θέσεις του κι ενισχύει τα επιχειρήματα του με χωρία από τους Πατέρες της Εκκλησίας φέρνοντας συχνά σε δύσκολη θέση τους συνομιλητές του, ακόμα κι αν βρίσκονται στα ανώτατα κλιμάκια της εξουσίας.

Αποκαλυπτικοί της προσωπικότητας του είναι οι διάλογοι που έχει με το Ρώσο λόγιο Θεόδωρο Καρπώφ (σ.182-186), τον πρίγκιπα Βασίλειο Γ! (σ.116-117), τον Ιβάν Δ!, στους οποίους εκφράζει τις απόψεις του για το ρόλο της εξουσίας, για τον τρόπο που η Ιταλική Αναγέννηση αφομοιώνει την αρχαία ελληνική γραμματεία και την αξία της Ορθοδοξίας, όπως την αντιλαμβάνεται ο ίδιος. Λέει χαρακτηριστικά «δεν θα αρνηθώ εγώ τα καλά της εξωτερικής παιδείας. Ο ίδιος μαθήτεψα σ’ αυτήν  πολλά χρόνια, δεν είμαι τόσο αχάριστος […] απ’ τα αρχαία κείμενα (οι εκπρόσωποι της Ιταλικής Αναγέννησης) κράτησαν τις χρήσιμες γνώσεις…γι αυτό αν έλθουν (αυτές) σε αντιφωνία με τις άλλες, τις ανώτερες γνώσεις, τότε βλάπτουν δεν ωφελούν [..] ο ένθερμος ζήλος μου για την αλήθεια αναπτερώνει τις δυνάμεις μου. Όσο να ψάχνεις, όσα και να βρεις στο τέλος τίποτα δεν μένει […] αλίμονο, αν λείψει απ’ τον άνθρωπο ο θείος φόβος. Αλίμονο στους βασιλείς και στα βασίλεια, αν δεν μπορέσουμε να εμφυσήσουμε την πίστη, πως υπάρχει κι άλλος βασιλεύς ισχυρότερος απ’ τους βασιλείς της γης, κριτής δικαιότερος που τα βλέπει όλα».

 

Η Ιστορία είναι διαρκώς παρούσα καθόλη τη διάρκεια της  εξιστόρησης του βίου του Μάξιμου Γραικού. Ο Μάξιμος καλείται στη Μόσχα, τον καιρό που το κράτος της Μοσχοβίας ενσωματώνει σ’ αυτό τις ρωσικές περιοχές που μέχρι τότε ήταν αυτόνομες ηγεμονίες, θέτοντας έτσι τις βάσεις ενός ενοποιημένου εθνικού ρωσικού κράτους, το οποίο από δω και πέρα θα κάνει σιγά-σιγά ισχυρή την παρουσία του στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι περίοδοι της ρωσικής ιστορίας εκτυλίσσονται στην αρχή γύρω απ’ το κράτος του Κιέβου -όταν εκχριστιανίστηκαν- στη συνέχεια γύρω απ’ το κράτος της Μόσχας –όταν ιδρύουν το εθνικό τους κράτος- για να περάσουν  μετά δυο αιώνες, κατά το 18ο αιώνα στην περίοδο γύρω απ’ την Αγία Πετρούπολη, η οποία ιδρύεται το 1703, επί Μεγάλου Πέτρου στη Βαλτική θάλασσα[5].

Το κράτος της Μόσχας λοιπόν, κατά το 16ο αιώνα βρίσκεται σ’ ένα δημιουργικό πυρετό. Οι Ρώσοι ζουν τη δική τους Αναγέννηση! Η καστρόπολη του Κρεμλίνου, μετά τις μεγάλες πυρκαγιές του 1547,ανοικοδομείται. Κτίζονται ναοί, μ’ έναν ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό τύπο που ξεχωρίζει για τους χρυσωμένους τρούλους του. Μόνο η λάμψη και η στερεότητα του χρυσού είναι ικανή να συμβολίσει την αίγλη και την ισχύ της βασιλείας του Ιβάν Δ! Εικονογραφούνται ναοί πάνω στα πρότυπα της βυζαντινής αγιογραφίας. Διακοσμείται η Χρυσή Αίθουσα των Ανακτόρων της Μόσχας (σ.297-299) με σκηνές απ’ τα ανδραγαθήματα της τσαρικής δυναστείας των Ρούρικ, που στόχο έχουν να εκφράσουν αφενός τη χριστοπροσήλωση της δυναστείας κι αφετέρου την καταγωγή της πρώτα απ’ το Βυζάντιο (αφού το Βυζάντιο χάρισε στο Βλαδίμηρο Μονομάχο, τον φερόμενο ως εγγονό του βυζαντινού αυτοκράτορα Κων/νου Μονομάχου, το στέμμα, με το οποίο από δω και πέρα θα στέφονται οι ηγεμόνες της Ρωσίας) κι έπειτα απ’ το Ρωμαίο αυτοκράτορα Αύγουστο (αφού ο ιδρυτής της δυναστείας, Ρούρικ, καταγόταν απ’ τον Προύσο, αδελφό του Αυγούστου).

Η καλλιτεχνική αξία των έργων δεν συμβαδίζει βέβαια με τη διαστρέβλωση της Ιστορίας που επιχειρείται χάριν των πολιτικών σκοπιμοτήτων του Ιβάν Δ!, όπως δεν συμβαδίζει και το ηθικό του ανάστημα με το πολιτικό του μέγεθος. Ο Ιβάν Δ! δεν επέλεξε μόνο τον τίτλο του τσάρου -εκ του καίσαρ- για τον εαυτό του αλλά έντυσε και τον τίτλο αυτόν με ολόκληρο ιδεολόγημα, καθιστώντας τον σύμβολο της απολυταρχικής εξουσίας του. Δεσμοί αίματος με βυζαντινούς και Ρωμαίους αυτοκράτορες, πρώτος εκχριστιανισμός τους απ’ το μαθητή του Χριστού, πρωτόκλητο Αντρέα, γεγονός που τους καθιστά ισότιμους με Βυζάντιο και Ρώμη!          Ακόμα η ρωσική Αναγέννηση έχει να επιδείξει πλήθος λογίων που συναθροίζονται στο μοναστήρι του αρχαγγέλου Μιχαήλ, το επονομαζόμενο η Αυλή των Θαυμάτων, το οποίο αναδεικνύεται σιγά-σιγά σε πνευματικό κέντρο της εποχής. Εκεί τα μορφωμένα αρχοντόπουλα της Μόσχας συγκεντρώνονται γύρω από τον Μάξιμο για να συζητήσουν με τον κοσμογυρισμένο αγιορείτη μοναχό τις πνευματικές τους ανησυχίες, σχηματίζοντας έτσι την πρώτη ομάδα των Ρώσων ανθρωπιστών.

Ένα ακόμα σημείο που πρέπει να τονιστεί είναι οι σχέσεις των Ρώσων με τους Γραικούς. Οι επιγαμίες Βυζαντινών πριγκιπισσών με Ρώσους ηγεμόνες, οι εμπορικές σχέσεις, οι σχέσεις της Μητρόπολης της Μόσχας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο Κων/λης, η εγκατάσταση Γραικών στη Ρωσία και  οι Φαναριώτες διπλωμάτες του Σουλτάνου είναι τα σημεία που φέρνουν σε επαφή Γραικούς και Ρώσους.

Η Ζωή Παλαιολογίνα, ανιψιά του τελευταίου αυτοκράτορα του Βυζαντίου, νυμφεύεται τον Ιωάννη Γ! (Ιβάν) και μετονομάζεται[6] σε Σοφία, με προξενιό που σχεδιάζει ο Βησσαρίων απ’ τη Ρώμη. Η νύφη ερχόμενη στη Μόσχα συνοδεύεται από την ακολουθία της, επικεφαλής της οποίας τίθεται ο Γιώργος (Γιούρι) Τραχανιώτη[7], ο οποίος διορίζεται μέγας Λογοθέτης του ρωσικού κράτους μέχρι που πέφτει σε δυσμένεια για κάποιες επιλογές του που δεν συμβάδιζαν με τα συμφέροντα του κράτους της Μοσχοβίας. Εν παρενθέσει, ο νεώτερος αδελφός του Θεόδωρος Τραχανιώτης δούλευε στην υπηρεσία του Σουλτάνου! O tempora, o mores, θα αναφωνούσε κάποιος σήμερα!

Επίσης εντύπωση προκαλούν τα κίνητρα του γάμου Σοφίας- Ιβάν Γ!  Οι Παλαιολόγοι, μετά την πτώση του Βυζαντίου φιλοξενούνται στη Ρώμη κι ως ενωτικοί έχουν καλές σχέσεις με τον Πάπα. Στόχος τους πάντα η απελευθέρωση της Κων/λης, την οποία επιδιώκουν είτε με τη βοήθεια του Πάπα είτε με τη βοήθεια των Ορθοδόξων Ρώσων. Ο Βησσαρίων, μια αμφιλεγόμενη μορφή, βυζαντινός λόγιος, υπέρ της Ένωσης των Εκκλησιών που κατέφυγε στη Δύση κι έγινε καρδινάλιος του Πάπα σχεδιάζει το προξενιό εξυπηρετώντας αφενός τα σχέδια των Παλαιολόγων κι αφετέρου του Πάπα που ήθελε να φέρει τη Ρωσία στο λατινικό θρήσκευμα! Η Σοφία όμως, μια δυναμική μορφή, αποστασιοποιείται από τα σχέδια του Βησσαρίονα και του Πάπα, και χωρίζει σε φατρίες τους μπογιάρους για να μπορεί η βασιλική εξουσία να τους ελέγχει καλύτερα, περιορίζοντας έτσι την εξουσία των ευγενών.

Το κράτος της Μόσχας όμως προσπαθεί να χαράξει τη δική του εξωτερική πολιτική, σύμφωνα με τα εθνικά του συμφέροντα. Ο γάμος του Ρώσου ηγεμόνα με την ανιψιά του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, Κων/νου Παλαιολόγου, σηματοδοτεί την εμφάνιση του Ρώσου ηγεμόνα ως συνεχιστή της Βυζαντινής κληρονομιάς, προσθέτοντας ένα ακόμα επιχείρημα στη θεωρία της Μόσχας ως τρίτης Ρώμης, η οποία εμφανίζεται τότε. Η ρωσική εξουσία έρχεται σε σύγκρουση  με τους Γραικούς, όταν αυτοί επιδιώκουν τη σύγκρουση Σουλτάνου και Μόσχας για να απελευθερωθεί έτσι η Κων/λη, και να την πάρουν πίσω οι Γραικοί! Η Μόσχα όμως επιθυμεί τη φιλία με τον Σουλτάνο, διότι είναι ο μόνος που μπορεί να επηρεάσει τους Τατάρους και να εμποδίσει τις συνεχείς επιδρομές τους στη ρωσική επικράτεια. Έτσι γίνονται καχύποπτοι απέναντι στους Γραικούς, που νομίζουν ότι συνεργάζονται με τους Φαναριώτες δραγουμάνους της Υψηλής Πύλης και με τους οποίους είναι αναγκασμένοι να διαπραγματεύονται και τους οποίους κατηγορούν για διγλωσσία κι αλλαξοπιστία.

Μέσα σ’ αυτό το διεθνές κλίμα, οι Ρώσοι ηγεμόνες Ιβάν Γ!, ο γιος του Βασίλειος Γ! κι ο εγγονός του Ιβάν Δ! καταφέρνουν να επιβληθούν στους εχθρούς τους, εξωτερικούς κι εσωτερικούς, να επεκτείνουν την κυριαρχία τους σ’ όλα τα ρωσικά φύλα, να ισχυροποιήσουν την κεντρική τους εξουσία και να κάνουν το ρωσικό κράτος υπολογίσιμη δύναμη! Ο Ιβάν Δ! μάλιστα κατάφερε να πάρει απ’ το  Οικουμενικό Πατριαρχείο το Πατριαρχικό Σιγίλιο, το οποίο αναγνώριζε τον Ιβάν Δ! άξιον του τσαρικού τίτλου, ομολογούσε ότι η τσαρική δυναστεία έλκει την καταγωγή της από τους Βυζαντινούς αυτοκράτορες και μάλιστα πάνω στο Πατριαρχικό Σιγίλιο έβαλαν[8] τη βούλα τους κι οι άλλοι ιεράρχες κι η Ιερά Σύνοδος όλης της Ορθόδοξης Ανατολής, αναγνωρίζοντας έτσι το νέο ρόλο της Ρωσίας στον κόσμο, γεγονός που δικαιολογεί από τότε και το ρόλο της ως ομοδόξου προστάτιδας δύναμης στους υπόδουλους Έλληνες.

 

Τελικά  ο Μήτσος Αλεξανδρόπουλος με το έργο αυτό μας αποκαλύπτει έναν άγνωστο πλούτο –έστω για τους πολλούς- της ιστορικής και λογοτεχνικής μας παράδοσης, φροντίζοντας να ενσωματώσει στο μύθο του και την κρίση της Ιστορίας σχετικά με την προσωπικότητα του Μάξιμου Γραικού. Αφιερώνει ένα ολόκληρο κεφάλαιο (σ.264-284) με τις κρίσεις των Ρώσων ιστορικών κι άλλων λογίων, ακόμα κι Ελλήνων, σχετικά με τη δράση του Μάξιμου στη Ρωσία και τις κατηγορίες εναντίον του. Ακόμα αναφέρει στον πρόλογο της ρωσικής έκδοσης του μυθιστορήματος του, ότι οι καινούργιες ρωσικές ιστορικές μελέτες, που είδαν το φως μετά τη συγγραφή του έργου, δεν αναιρούν τη μορφή του Μάξιμου έτσι όπως βγαίνει από το μυθιστόρημα. Έτσι  ο συγγραφέας ισχυροποίησε το ιστορικό πλαίσιο του μυθιστορήματος του και ζωντάνεψε τη δράση του  Μάξιμου μέσα στην εποχή του χαρίζοντας μας ένα αξιόλογο ιστορικό μυθιστόρημα.

Σούλη Αγγελική

Βάρκιζα,10-1-2009

Υ.Γ

Ο συγγραφέας αφιερώνει το βιβλίο «Στη Σόνια». Πρόκειται για τη σύζυγο του Σόνια Ιλίνσκαγια, γνωστή κι από τις μελέτες της στο έργο του  Κωνσταντίνου Καβάφη.

Το έργο «Σκηνές απ’ το βίο του Μάξιμου Γραικού» γράφτηκε το 1967-69 στα ελληνικά κι εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1976 απ’ τις εκδόσεις «Δίφρος» και το 1982 από τη «Σύγχρονη Εποχή».

Το 1980 μεταφράστηκε στα ρώσικα, όπου κι εκδόθηκε.

 

[1] Ιστορία Ελλην. Έθνους, Τομ.Ι, σ.110-113

[2] Εξώφυλλο (αυτί οπισθόφυλλου)

[3] Εξώφυλλο (αυτί εμπροσθόφυλλου)

[4] Εξώφυλλο (αυτί εμπροσθόφυλλου)

[5] Επίμετρο βιβλίου, γραμμένο από το Γ. Τσακνιά

[6] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι σ.251

[7] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι, σ Ο Τραχανιώτης αναφέρεται ως Ταρχανιώτης

[8] Ιστ. Ελλην. Έθνους, τομ.Ι σ.