Το έργο του Αγίου Μαξίμου του Γραικού και η εποχή του


St. Maximus on the filioque

St. Maximus the Confessor, Ad Domnum Marinum Cypri presbyterum (Letter to the priest Marinus of Cyprus), PG 91, 134D-136C.

“Those of the Queen of cities have attacked the synodal letter of the present very holy Pope (Martin I), not in the case of all the chapters that he has written in it, but only in the case of two of them. One relates to theology, because it says he says that ‘the Holy Spirit proceeds (ἐκπορεύεσθαι) also from the Son.’

“The other has to do with the divine incarnation, because he has written, ‘The Lord, as man, is without original sin.’

“With regard to the first matter, they (the Romans) have produced the unanimous documentary evidence of the Latin fathers, and also of Cyril of Alexandria, from the sacred commentary he composed on the gospel of St. John. On the basis of these texts, they have shown that they have not made the Son the cause of the Spirit — they know in fact that the Father is the only cause of the Son and the Spirit, the one by begetting and the other by procession; but [they use this expression] in order to manifest the Spirit’s coming-forth (προϊέναι) through him and, in this way, to make clear the unity and identity of the essence….

“The Romans have therefore been accused of things of which it is wrong to accuse them, whereas of the things of which the Byzantines have quite rightly been accused (viz., Monothelitism), they have, to date, made no self-defense, because neither have they gotten rid of the things introduced by them.

“But, in accordance with your request, I have asked the Romans to translate what is peculiar to them in such a way that any obscurities that may result from it will be avoided. But since the practice of writing and sending (the synodal letters) has been observed, I wonder whether they will possibly agree to doing this. One should also keep in mind that they cannot express their meaning in a language and idiom that are foreign to them as precisely as they can in their own mother-tongue, any more than we can do.”


The passage translated above originally appeared on the Catholic website http://praiseofglory.alabanza.com; this website apparently no longer exists, nor do I know the identity of the translator. I have revised the translation slightly.

St. Maximus the Confessor here denies that the Latin doctrine concerning the procession of the Holy Spirit — the teaching that the Holy Spirit “proceeds from the Father and the Son” — is heretical, as certain people in Constantinople, who held to the Monothelite heresy, were saying in his day. St. Maximus’s teaching here is not unambiguous, and both Orthodox and Catholics have claimed him as supporting their position; but at least this much seems clear: Maximus thinks that part of the reason why the Latin teaching sounds odd to Greek ears is that the Latin phrase has been translated into Greek in a misleading way; by using the Greek term ἐκπορεύεσθαι to translate the Latin procedere, the translators of Pope Martin’s document have given the impression to their Greek-speaking readers that the Latins regard the Son as an originating cause of the Spirit in the same sense that the Father is. In Maximus’s own restatement of the Latin teaching, the word προϊέναι (“coming-forth”) is used instead.

By using “coming-forth” instead of “proceed,” does Maximus intend to say that the Latin doctrine is true, provided that one understands “from the Son” as referring only to a temporal mission of the Spirit? That would be a Photian interpretation of what Maximus is saying here, but I think the passage can hardly bear that meaning: Maximus has lived in the West, and he doubtless knows that that is not what the Western Church, whose orthodoxy he is defending here, was saying.

What then about the claim that the Latin-speaking Church has not made the Son into a cause of the Spirit when it asserts that the Spirit proceeds from the Father and the Son? How can that claim be squared with the decree of the Second Council of Lyons, that the Holy Spirit “æternaliter ex Patre & Filio, non tanquam ex duobus principiis, sed tanquam ex uno principio, non duabus spirationibus, sed unica spiratione procedit,” i.e., he “proceeds eternally from the Father and the Son, not as though from two principles, but as though from a single principle; not with two spirations, but with a single spiration”? Some Orthodox claim that St. Maximus cannot really be defending the filioque in the sense in which that doctrine was understood in the medieval West, because Maximus explicitly affirms that the Father is the only cause in the Trinity; to speak of Father and Son together as constituting a single principle of the Holy Spirit’s procession, as the Council of Lyons does, seems to take away the Father’s position as sole cause.

Bessarion, in the fifteenth century, argued that, when St. Maximus says here that the Father is the “only cause,” he means “cause” in the sense of προκαταρκτικὴ αἰτία, that is, original, initial cause. By and large, that is Bekkos’s view, too; and I think that Bekkos is justified in seeing St. Maximus as supporting beforehand the position of the Greek unionists. For Bekkos, although Father and Son constitute a single principle of the Holy Spirit’s procession, the Father remains the sole cause, because all the Son’s causality gets referred back to the Father, according to St. Basil (see January 5th’s post, John Bekkos on unity of cause in the Trinity). Moreover, if one reads the minutes of St. Maximus’s final trial in Constantinople, it is very clear that one of the main reasons why the imperial government had St. Maximus’s tongue cut out was that he forthrightly upheld the authority of the Pope over that of the Emperor in deciding religious questions. To depict St. Maximus as anti-Western and anti-papal is to replace historical reality with a crude cartoon. All of that makes me think that the interpretation Bekkos and Bessarion give of this passage is essentially right, and that Mark of Ephesus‘s interpretation is basically wrong. St. Maximus, like John Bekkos, saw the filioqueas orthodox.

Μία μόνον εἶναι ἡ προσευχή!

Ἁγίου Μαξίμου τοῦ Γραικοῦ

Νὰ ξέρουμε ὅμως ἐμεῖς, οἱ εὐσεβεῖς, ὅτι ὅσο βρισκόμαστε στὴν ἁμαρτία, δηλαδὴ στὴν παράβαση τῶν θείων ἐντολῶν τοῦ Χριστοῦ, τοῦ Θεοῦ, ἀκόμη καὶ ἂν διαβάζουμε ὅλες τὶς προσευχὲς τῶν ὁσίων, τὰ τροπάρια, τὰ κοντάκια καὶ τοὺς κανόνες κάθε μέρα καὶ κάθε ὥρα, δὲν θὰ καταφέρουμε μὲ αὐτὸ τίποτα. Ἐπειδὴ ὁ ἴδιος ὁ Κύριος, ὁ Χριστός, σὰν μὲ μομφὴ καὶ παράπονο, λέγει σέ μᾶς: «Τί δὲ μὲ καλεῖτε Κύριε, Κύριε, καὶ οὐ ποιεῖτε ἃ λέγω;», δηλαδὴ ὅσο ζεῖτε παραβαίνοντας τὶς ἐντολές μου, μέχρι τότε μάταια μὲ καλεῖτε μὲ πολλὲς καὶ πολύωρες προσευχές. Μία μόνον ὑπάρχει εὐχάριστη σ’ Αὐτὸν προσευχή: εἶναι ἡ ἔμπρακτη προσευχή, ποὺ συνίσταται στὸ νὰ ἀπομακρυνθοῦμε μὲ ὅλη τὴ ψυχή μας διὰ παντὸς ἀπὸ κάθε παράβαση τῶν ἁγίων ἐντολῶν του καὶ νὰ στερεωθοῦμε μὲ αὐτὸ στὸ φόβο του ἐκτελώντας κάθε δίκαιο ἔργο μὲ πνευματικὴ χαρὰ καὶ εἰλικρινῆ ἀγάπη.

Εισαγωγή στην έκδοση του Α’ Τόμου των Απάντων του Αγίου Μάξιμου του Γραικού

Άγιος Μάξιμος ο Γραικός


Εισαγωγή στην έκδοση του Α’ Τόμου των Απάντων του Αγίου Μάξιμου του Γραικού, που πραγματοποίησε η Μονή Βατοπαιδίου του Αγίου Όρους

Ο πρώτος τόμος των Απάντων του Άγιου Μάξιμου του Γραικού περιλαμβάνει έργα του που συντάχθηκαν επί ρωσικού εδάφους. Είναι γνωστό ότι ο Μάξιμος έζησε και έδρασε στη Ρωσία από το 1518 έως το 1556. το συγγραφικό του έργο όμως δεν καλύπτει ολόκληρο το χρονικό αυτό διάστημα, δεδομένου ότι οι δύο συνοδικές καταδίκες εις βάρος του (1525 και 1531) τον έστειλαν ως έγκλειστο αντίστοιχα στις μονές Βολοκολάμσκ (1525-1531) και Ότροτς στην επισκοπή Τβερ (1531-1551), όπου ήταν υποχρεωμένος να ζει σε απομόνωση, χωρίς δικαίωμα εκκλησιασμού, θείας μεταλήψεως, αλληλογραφίας, με απαγόρευση γραψίματος, με στέρηση των βιβλίων του και για ένα διάστημα σιδηροδέσμιος, καταδικασμένος σε ισόβια κάθειρξη. Η κατάστασή του βελτιώθηκε μετά το 1539, μετά την απομάκρυνση από το μητροπολιτικό θρόνο του Δανιήλ (1521-1539), αφού ο τότε επίσκοπος, της Τβερ Ακάκιος, επέτρεψε ελευθερία κινήσεων μέσα στη μονή, διεξαγωγή αλληλογραφίας, χορήγηση χαρτιού και μελάνης κ.α. Από το 1551 ως το 1556 έζησε ελεύθερος πια στη Λαύρα του Αγίου Σεργίου κοντά στη Μόσχα. Από το 1543 και εξής του επετράπη η Θεία Μετάληψη.
Τα έργα που φιλοξενούνται στον παρόντα τόμο έχουν γραφεί κατά τις ανωτέρω τρεις περιόδους (1518-1525,1539-1551 και 1551-1556), τα περισσότερα όμως στη δεύτερη περίοδο, και ανέρχονται σε 49. Όλα χαρακτηρίζονται, εσφαλμένα, λόγοι, επειδή στο σημείο αυτό ακολουθείται η πρακτική της ρώσικης εκδόσεως του έργου, η οποία πραγματοποιήθηκε από τη Λαύρα του Αγίου Σεργίου το 1910 και της οποίας μετάφραση αποτελεί η παρούσα έκδοση. Από τους 49 λόγους οι 17 είναι επιστολές (ΙΓ’, ΙΗ’, ΚΖ’, ΜΑ’), οι οποίες έχουν ως αποδέκτες γνωστά πρόσωπα της εποχής εκείνης, όπως είναι ο τότε ηγεμόνας και εν συνεχεία τσάρος της Ρωσίας Ιβάν Δ’ ο Τρομερός (1533-1584) (ΚΗ’, ΛΑ’), ο μητροπολίτης Μόσχας Μακάριος (1542-1563) (ΚΘ’), ο τέως μητροπολίτης Μόσχας Δανιήλ (1521-1539) (Λ’), ο πανίσχυρος ιερέας Σιλβέστρος, πρωθιερέας στον ιερό ναό του Ευαγγελισμού στο Κρεμλίνο (ΛΒ’), ο πρίγκιπας Αντάσεφ (ΛΓ’), ο διάκονος του επισκόπου Τβέρ Ακάκιου Γρηγόριος (ΛΔ’, ΛΘ’), ο πρίγκιπας Δημήτριος (ΛΕ’), ο πρίγκιπας Πέτρος Σούισκι (ΛΖ’), ο Μιχαήλ, γιός του πρίγκιπα Πέτρου Σούισκι (ΛΗ’), ο φίλος του Μάξιμου Γρηγόριος (Μ’). Υπάρχουν όμως και επιστολές, που απευθύνονται ανώνυμα προς παραλήπτες, όπως είναι οι επιστολές: προς κάποιον που επιθυμούσε να γίνει μοναχός (ΙΓ’), προς κάποιο φίλο (ΙΔ’), προς ένα φυλακισμένο (ΙΗ’), προς ορθόδοξους άρχοντες (ΚΖ’), προς μοναχές (ΛΣΤ’) και προς μοναχή (ΜΑ’).
Εκτός από τις ανωτέρω επιστολές, υπάρχει και μια άλλη επιστολή που αποτελεί υπόμνημα που επιδόθηκε  στον ηγεμόνα της Ρωσίας Βασίλειο τον Γ’ (1505-1533) (ΚΕ’). Το υπόμνημα αυτό παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον, γιατί μας δίνει το ιστορικό της μεταβάσεως του Μαξίμου στη Μόσχα και το ιστορικό της μεταφράσεως των ερμηνειών του Ψαλτήρος, για την οποία μετέβη ο Μάξιμος στη Ρωσία. Κατά τον Μάξιμο, την πρωτοβουλία για την εκπόνηση της μεταφράσεως είχαν ο ηγεμόνας Βασίλειος ο Γ’ και ο μητροπολίτης Μόσχας Βαρλαάμ (1511-1521). Με επιστολή τους ζήτησαν να μεταβεί στη Ρωσία για την εκτέλεση του έργου ο Σάββας ο Βατοπαιδινός. Λόγω γήρατος, αντί αυτού εστάλη ο Μάξιμος. Ως συνεργάτες του είχε τους μεταφραστές Βλάσιο και Δημήτριο και τους γραφείς Μιχαήλ Μεντοβάρτσεφ και μοναχό Σιλβανό. Το όλο εγχείρημα ολοκληρώθηκε σε δεκαεπτά μήνες. Ως ερμηνευτές-σχολιαστές των Ψαλμών από τον Μάξιμο αναφέρονται οι εξής: ο Ωριγένης, ο Δίδυμος ο Τυφλός, ο Απολινάριος Λαοδικείας, ο Αστέριος Αμασείας, ο Ευσέβιος Καισαρείας, ο Μέγας Βασίλειος, ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος, ο Μέγας Αθανάσιος, ο Κύριλλος Αλεξανδρείας, ο Ησύχιος, ο Θεοδώρητος Κύρου, ο Θεόδωρος Αντιοχείας, ο Θεόδωρος Μοψουεστίας, ο Διόδωρος Ταρσού, ο Σέβηρος Αντιοχείας, ο Γρηγόριος ο Θεολόγος, ο Γρηγόριος Νύσσης, ο Κύριλλος Ιεροσολύμων, ο Ιωάννης Αλεξανδρείας, οι πρεσβύτεροι Βίκτωρ και Νικόλαος, ο φιλόσοφος Εύδοξος και ο Μάξιμος ο Ομολογητής. Για σχρδόν όλους τους ανωτέρω ερμηνευτές δίδονται σχόλια και διατυπώνονται αποτιμήσεις των ερμηνειών τους. Ο Μάξιμος στο υπόμνημά του αυτό δεν ξεχνά και την ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία και γι’ αυτό προτρέπει έμμεσα τον Βασίλειο να ενδιαφερθεί για την απελευθέρωσή της. Σκοπός του Υπομνήματος δεν ήταν μόνο ο τονισμός και η αξία της μεταφράσεως και του έργου, αλλά και το αίτημα για επιστροφή του στη Μονή Βατοπαιδίου, αφού περάτωσε το έργο για το οποίο είχε κληθεί. Όμως οι ρωσικές αρχές δεν επέτρεψαν τότε την επιστροφή του. Γι’ αυτό και ο Μάξιμος επανέλαβε το αίτημά του αργότερα στις επιστολές προς τον τσάρο Ιβάν Δ’ τον Τρομερό, προς τον μητροπολίτη Μόσχας Μακάριο και προς τον πρίγκιπα Πέτρο Σούισκι. Τελικά το αίτημά του αντικαταστάθηκε από νέο αίτημα, να του επιτραπεί να λάβει τη Θεία Κοινωνία.
Ο Μάξιμος, όταν βρέθηκε στη Ρωσία και συναναστράφηκε με το λαό και με πολιτικούς και εκκλησιαστικούς παράγοντες, διαπίστωσε το μέγεθος της διαφθοράς που κυριαρχούσε στην κοινωνία, από τον απλό λαϊκό ως τον τσάρο και από τον απλό μοναχό ως τον μητροπολίτη Μόσχας. Η συμμετοχή του στα σύγχρονα προβλήματα της κοινωνίας ήταν αναπόφευκτη. Ένα από αυτά ήταν η οξύτατη σύγκρουση για το ζήτημα της μοναστηριακής περιουσίας. Ο Μάξιμος τάχθηκε στο πλευρό εκείνων που αρνούνταν την κτήση περιουσίας από τις μονές, όχι γιατί ήταν αρνητικός προσωπικά στην απόκτηση περιουσίας, αλλά επειδή πίστευε ότι οι τεράστιες περιουσίες των ρωσικών μονών οδηγούσαν σε πληθώρα εκτροπών. Οι βασικές του θέσεις επί του ζητήματος αυτού εκτίθενται στον Γ’ λόγο, ο οποίος αποτελεί διάλογο μεταξύ Φιλοκτήμονος και Ακτήμονος. Ο συντάκτης του θεωρεί ότι ηαπόκτηση περιουσίας έρχεται σε οξεία αντίθεση προς την υπόσχεση που δίνει ο μοναχός στην κουρά του. Εκτός αυτού ηπεριουσία οδηγεί σε ανεπίτρεπτη ενασχόληση, σε απληστία, σε τοκογλυφία, σε κακομεταχείριση, εκμετάλλευση και εκδίωξη χωρικών, σε τρυφηλό βίο, σε κραιπάλη και ανηθικότητα. Οι θέσεις του αυτές επαναλαμβάνονται και στον Α’ λόγο, που εμφανίζεται με τη μορφή διαλόγου Νου και Ψυχής και στον οποίο εκτίθενται οι απόψεις του για τον πραγματικό μοναχισμό, που θα τον οδηγήσουν στην τελειότητα. Όμως και πολλοί άλλοι λόγοι του συνδέονται άρρηκτα με το μοναχικό βίο, όπως είναι. ο ΣΤ’ (περί αδηφαγίας) ο Ζ’ (περί πειρασμών κατά τα όνειρα), ο ΙΑ’(περί του τρόπου τηρήσεως των υποσχέσεων), ο ΙΒ’ (περι προελεύσεως του μοναχικού βίου και της σημασίας του μεγάλου σχήματος), ο ΙΓ’ (που απευθύνεται προς υποψήφιο μοναχό), ο ΙΔ’ (που αποτρέπει άνδρες να εγκαταλείψουν τις συζύγους τους, για να γίνουν μοναχοί) και ο ΙΣΤ’(επιστολή προς μοναχές).
Η μετάνοια αποτελεί κεντρικό στοιχείο της διδασκαλίας του Μαξίμου, γι’ αυτό και αφιερώνει σε αυτήν πέντε λόγους (Δ, Ε’, ΙΖ’, Κ’ και ΜΑ’). Η μετάνοια συνδέεται άρρηκτα με την ερμηνεία προελεύσεως του κακού και των καταστροφών.
Αρκετό ενδιαφέρον παρουσιάζει ο Β’ λόγος, που έχει τη μορφή διαλόγου Νου και Ψυχής, δίνει απάντηση στο πρόβλημα της προελεύσεως των παθών και αποτελεί φιλιππικό κατά των αστρολόγων και των δεισιδαιμονιών περί αισίων και αποφράδων ημερών. Ανατρέπει την ιδέα που είχε επικρατήσει την εποχή εκείνη, ότι ο άνθρωπος οδηγείται στην τέλεση της αμαρτίας και του κακού υπό την επήρεια των άστρων και των ζωδίων και από την τύχη (ειμαρμένη). Ο Μάξιμος αποδεικνύει ότι η άποψη «αυτή έρχεται σε σύγκρουση με την Πρόνοια του Θεού και το αυτεξούσιο του ανθρώπου.
Τα κείμενα του Μαξίμου δεν έχουν ως αποδέκτες μόνο τους μοναχούς (άμεσα ή έμμεσα). Απευθύνονται και προς τους άρχοντες της εποχής εκείνης. Τέτοιοι είναι οι λόγοι Η’ (ηθική διδασκαλία για τους άρχοντες), ΚΣΤ’ (διάλογος με γυναίκα που συμβολίζει τη βασιλεία, για τις παράνομες πράξεις και ατασθαλίες βασιλέων και αρχών), ΚΖ’ (προς ορθόδοξους άρχοντες για χρηστή διοίκηση και αντικειμενική εκδίκαση υποθέσεων), ΚΗ’(που εκθέτει τα καθήκοντα του τσάρου ‘Ιβάν τού Δ’) και ΛΔ’ (για υπομονή στις στενοχώριες).
          Ο Μάξιμος σε πολλούς λόγους του ασκεί οξύτατη κριτική στην τυπολατρία, που εκφραζόταν παντοιοτρόπως: με εκτέλεση κανόνων και προσευχών, με ψαλμούς ( Ι’, ΙΕ’), με εικόνες στολισμένες με χρυσό, άργυρο και πολύτιμους λίθους, με καλλίφωνες μελωδίες, με εύηχες καμπάνες και υμνολογίες, με πολύτιμα μύρα, με θαυμαστούς ύμνους και αίνους, με χρυσοστόλιστα και ασημοστόλιστα ευαγγέλια, με άλλα λόγια με μηχανική τέλεση των τύπων της εξωτερικής λατρείας (Κ’) με την πίστη ότι τα ράσα κάνουν τον καλό μοναχό (Α’), με νηστείες, αγρυπνίες και γονυκλισίες (ΛΣΤ’). Και όλοι οι πιστοί είχαν τη βεβαιότητα ότι με την τυπολατρία ευχαριστούν το Θεό και την Παναγία και θα επιτύχουν τη σωτηρία τους, αν και ο βίος τους ήταν βουτηγμένος στην αμαρτία, τον πλουτισμό, την εκμετάλλευση του συνανθρώπου, την ακολασία, την κραιπάλη. Για την αφύπνιση των πιστών ο Μάξιμος έφερνε στο προσκήνιο την αγάπη του Θεού, την υπόμνηση των αιωνίων βασάνων, την κρίση του Φοβερού Κριτή, και τόνιζε ιδιαίτερα ότι ο αληθινός χριστιανισμός και μοναχισμός έγκειται στην τήρηση των εντολών τού Χριστού, στη διηνεκή ενεργό αγάπη προς τον πλησίον και στην άσκηση της δικαιοσύνης, του ελέους και της φιλανθρωπίας.
Στους λόγους του ο Μάξιμοςπολλές φορές στρέφεται, με επιχειρήματα, κατά της διδασκαλίας της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας περί καθαρτηρίου πυρός, η οποία συνδέεται άρρηκτα με τη διδασκαλία του Ωριγένους περί καθάρσεως και αποκαταστάσεως των πάντων (Α’). Φαίνεται ότι η επικίνδυνη αυτή διδασκαλία είχε διαδοθεί ευρέως στη Ρωσία και οδηγούσε τους ανθρώπους σε ασυδοσία στη διάπραξη της αμαρτίας: Πληγή για την τότε ρωσική κοινωνία ήταν και ο σοδομισμός, ο οποίος γνώριζε ευρύτατη διάδοση σε όλες τις κοινωνικές τάξεις. Γι’ αυτό για την καταπολέμηση αυτής της μάστιγας ο Μάξιμος αφιερώνει έναν ολόκληρο λόγο Του (ΙΘ’).
Ο Μάξιμος στα κείμενά του, όταν βρίσκει αφορμή παρουσιάζει με αδρές γραμμές και βίους αγίων, όπως είναι ο άγιος Χριστοφόρος ο Κυνοκέφαλος (ΑΗ’), ο όσιος Ιωάννης ο « Μεγάλος» (πιθανότατα ο όσιος Ιωάννης ο Σιναϊτης, ΜΕ’), η αγία Θωμαΐδα η Αιγυπτία (ΜΣΤ’), η αγία Ποταμία (ΜΖ’) και ο ανώνυμος ιερομάρτυρας, για τον οποίο μίλησε ο Παύλος ο Θηβαίος στον Μεγάλο Αντώνιο (ΜΗ’). Σε επιστολή του προς μοναχή μνημονεύει και τις αγίες Συγκλητική, Μελάνη και Διονυσία (ΜΑ’).
Εκτός των ανωτέρω Θεμάτων που απασχόλησαν τον Μάξιμο, ο συγγραφέας μας στα κείμενα του παρόντος τόμου ασχολείται και με άλλα θέματα, όπως είναι: Η πρόνοια, αγαθότητα καιφιλανθρωπία του Θεού (Θ’), οι αισχρές ονειρώξεις (Η’), η νηστεία (ΙΣΤ’), η καταστροφή από πυρκαγιά του καθεδρικού ναού της Τβέρ και η ανακαίνησή του (Κ’-ΚΔ’), η προσπάθεια συνδιαλλαγής του με τον τέως μητροπολίτη Δανιήλ, που τον είχε αδίκως καταδικάσει (Λ’), η μεσιτεία του για ενίσχυση χήρας και των παιδιών της (ΛΒ’), η εισήγησή του για τη μη χρήση από τους ορθοδόξους Ρώσους τουρκικών καλυμμάτων κεφαλής (ταφιών) (ΛΓ’), η προτροπή του προς του προς το διάκονο Γρηγόριο να μη διάγει άτακτη ζωή (ΛΔ’), η παρηγορητική διδασκαλία του για τους κεκοιμημένους (ΜΑ’), ο ευχαριστήριος ύμνος στην Αγία Τριάδα για τη σωτηρία του ανθρώπου (ΜΓ’), κ.α.
Ο άγιος Μάξιμος ο Γραικός, στα κείμενά του λειτουργεί ως δάσκαλος και ποιμένας, με μεγάλη διάκριση και εφευρετικότητα. Τούτο υπαγορευόταν όχι μόνο από την ποικιλία των παραληπτών και των αναγνωστών των επιστολών και των λόγων του (τσάροι, μητροπολίτες, άρχοντες, αξιωματούχοι, κληρικοί, μοναχοί, μοναχές, λαϊκοί πιστοί), αλλά και από την ιδιότυπη θέση που είχε κατά την παραμονή του στη Ρωσία. Ήταν ένας ξένος, φιλοξενούμενος, που δεν είχε το δικαίωμα να επιστρέψει στην πατρίδα του. Επίσης επί είκοσι έξι χρόνια ήταν ένας έγκλειστος σε μονές, καταδικασμένος συνοδικά, με το στίγμα του αιρετικού. Και όμως, παρά τη δεινή του θέση, δεν επέλεξε το δρόμο της σιωπής. Θεωρούσε τον εαυτό του υποχρεωμένο να δημοσιοποιεί τις θέσεις του, να εκφράζει τα αιτήματά του, τους πόνους, τα προβλήματά του, να ασκεί κριτική για τις αρνητικές πτυχές της ρωσικής κοινωνίας και της εκκλησιαστικής ζωής, να δίνει απαντήσεις σε ερωτήματα επιστολογράφων του, να συμβουλεύει. και να ελέγχει, άμεσα ή έμμεσα. Η ιδιότυπη αυτή θέση του τού υπαγόρευε πολλές φορές να γράφει τα κείμενά του δήθεν για τον εαυτό του, αλλά ο στόχος του ήταν η διδασκαλία των άλλων και ο περιορισμός του πιθανού σκανδαλισμού των αναγνωστών του. Έτσι στον Α’ λόγο του εμφανίζεται ο Νους να ομιλεί στην Ψυχή. Στον Β’ λόγο του, στον οποίο στρέφεται κατά των αστρολόγων και των δεισιδαιμονιών, δίνει τη μορφή διαλόγου Νου και Ψυχής. Την ίδια μορφή δίνει και στον Γ’ λόγο του, στον οποίο διαλέγονται ο Φιλοκτήμων και ο Ακτήμων, αντιμετωπίζοντας το πρόβλημα της κτήσεως ή μη περιουσίας από τις μονές. Το ίδιο συμβαίνει και όταν θέλει να ομιλήσει κριτικά για τη βασιλεία. Εφευρίσκει διάλογο προσωπικό με μία μαυροφορεμένη γυναίκα που συμβολίζει τη βασιλεία (ΚΣΤ’). Στον ΙΕ’ λόγο του εμφανίζεται η Θεοτόκος, να ομιλεί σε κερδοσκόπους, ασώτους και κακούργους πιστούς. Στον Κ’ λόγο του τοποθετεί στο στόμα του επισκόπου της Τβέρ Ακακίου το ερώτημα για τα αίτια των καταστροφών (πυρκαγιά στην πόλη της Τβέρ). Με αυτόν τον τρόπο ο Μάξιμος κατορθώνει την κριτική για την τυπολατρία και την υποκρισία να την ασκεί με το στόμα της Θεοτόκου και του Κυρίου. Στον ΜΔ’ λόγο του ο Μάξιμος τολμά να υποκαταστήσει τον απόστολο Πέτρο και προσπαθεί να παρουσιάσει το τί έπρεπε να πει ο απόστολος, όταν αρνήθηκε τον Κύριο.
Παρά τα παράπονα που είχε έναντι του τσάρου, των μητροπολιτών και επισκόπων που επεδίωξαν παντοιοτρόπως και επέτυχαν τη συνοδική του καταδίκη, από τα κείμενά του δεν απουσιάζει και ο εγκωμιασμός τους (εκτενής ή σύντομος). Συντάσσει εγκωμιαστικό λόγο για τη νίκη του ηγεμόνα Ιβάν Δ’ του Τρομερού, το 1541, επί του χάνου της Κριμαίας (ΚΑ’). Το ίδιο σε κάποιο βαθμό πράττει και όταν ο Ιβάν ανακηρύσσεται τσάρος (ΚΗ’). Εγκώμιο πλέκει και για τον επίσκοπο της Τβέρ Ακάκιο με αφορμή την αναστήλωση της εκκλησίας της Τβέρ, που είχε υποστεί καταστροφές από πυρκαγιά (ΚΒ’). Δεν διστάζει να εκφράσει καλά λόγια και για το μητροπολίτη Μακάριο και τον τέως μητροπολίτη Δανιήλ, σε επιστολές προς αυτούς (ΚΘ’, Λ’). Τα εγκώμια του Μάξιμου δεν πρέπει να ερμηνευθούν μέσα στα πλαίσια της κολακείας, αλλά μέσα στο πλαίσια της δεινής θέσεώς του και της ευγνωμοσύνης του έναντι ορισμένων προσώπων. Η νίκη του Ιβάν έναντι του χάνου της Κριμαίας σήμαινε συγχρόνως και νίκη της Ορθοδοξίας έναντι του Ισλάμ. Η ανακήρυξη του Ιβάν σε τσάρο έδωσε την ευκαιρία στον Μάξιμο να τού υποβάλει αίτημα για επιστροφή στην πατρίδα του. Το ίδιο ισχύει και για το μητροπολίτη Μακάριο. Η επικοινωνία του με τον τέως μητροπολίτη Δανιήλ απέβλεπε στη συνδιαλλαγή και συμφιλίωση με το πρόσωπο εκείνο που είχε πρωταγωνιστήσει για τη συνοδική καταδίκη του. Τέλος το εγκώμιο του επισκόπου Ακακίου ήταν απόλυτα δικαιολογημένο, αφού ο επίσκοπος της Τβέρ έπραξε το πάν για να βελτιώσει τους όρους διαβιώσεως τού Μαξίμου, που ζούσε έγκλειστος στη Μονή Ότροτς. Και, το σημαντικότερο, τα εγκώμια του Μαξίμου συνοδεύονται πάντοτε και με κριτική και με διδασκαλία, ακόμη και όταν απευθύνονται προς την ανώτατη πολιτική και εκκλησιαστική κεφαλή της Ρωσίας.
Ο προσδιορισμός των πηγών του Αγίου Μαξίμου κατά τη συγγραφή των 49 κειμένων του δεν είναι εύκολο έργο, δεδομένου ότι ενώπιόν μας έχουμε μία νεοελληνική μετάφρασή τους, η οποία προέρχεται από νεορωσική μετάφραση που ανάγεται σε παλαιορωσικό κείμενο, κάτω από το οποίο βρισκόταν ο ελληνικός τρόπος του σκέπτεσθαι τού συντάκτη τους. Εκτός τούτου τα περισσότερα κείμενα του παρόντος τόμου προέρχονται από την περίοδο του εγκλεισμού και της απομονώσεώς του σε μονές της Ρωσίας (Ότροτς), οπότε δεν είχε βιβλία (ή αρκετά βιβλία) στη διάθεσή του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι στην επιστολή του προς τον πρίγκιπα Πέτρο Σούισκι παρακαλεί να συνεργήσει για την επιστροφή των βιβλίων του που του είχαν αφαιρεθεί (ΛΖ’). Συνεπώς μπορούμε να ομιλούμε για περιορισμένο αριθμό πηγών, που ενίοτε χρησιμοποιούνται από μνήμης. Βασική πηγή του, άμεση και έμμεση, είναι η Αγία Γραφή (Παλαιά και Καινή Διαθήκη) με κυριαρχία των Ψαλμών. Το τελευταίο είναι ευνόητο, δεδομένου ότι είχε χρησιμοποιήσει το βιβλίο αυτό κατά την επίπονη διαδικασία της μεταφράσεως των ερμηνειών του Ψαλτήρος αλλά και από την καλή γνώση των Ψαλμών από τις συχνές αναγνώσεις τους κατά τη λειτουργική ζωή στη μονή του. Περιορισμένες είναι οι παραπομπές του σε έργα Πατέρων της ‘Εκκλησίας (Αθανάσιος ο Μέγας, Γρηγόριος ο Θεολόγος, Θεοδώρητος Κύρου, Ιωάννης ο Δαμασκηνός, Ιωάννης Σιναΐτης, Ιωάννης ο Χρυσόστομος, Φώτιος ο Μέγας), εκκλησιαστικών συγγραφέων (Αυγουστίνος, Φιλοστόργιος, Ωριγένης), θύραθεν συγγραφέων (Ησίοδος, Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς, Μένανδρος, Όμηρος, Πλάτωνας, Λεξικό Σουΐδα), νομικών και κανονικών κειμένων (Νεαρές τού ‘Ιουστινιανού, Κανόνες της Εκκλησίας), λειτουργικών βιβλίων (Μηναίον Αυγούστου, Νεκρώσιμη Ακολουθία, Τριώδιον) και Βίων Αγίων (αγνώστου ιερομάρτυρος, Θωμαΐδος, οσίου Ιωάννου του «Μεγάλου», Ποταμίας, Χριστοφόρου). Μετά τις ανωτέρω διαπιστώσεις οφείλουμε να υπογραμμίσουμε ότι δεν είναι δυνατόν να επισημανθούν όλες οι πηγές του και να καταχωρηθούν οι παραπομπές του στις υποσημειώσεις των κειμένων του Αγίου Μαξίμου. Στο σημεία αυτό η ρωσική έκδοση δεν μας παρέχει ικανοποιητική βοήθεια, αφού κατά κανόνα μάς δίνει, σε εσωτερικές παραπομπές (εντός κειμένου), μόνο τις άμεσες παραπομπές στην Αγία Γραφή (όταν δηλαδή παρατίθενται τα κείμενα κατά λέξιν στην παλαιορωσική-σλαβονική).
Ο άγιος Μάξιμος ο Γραικός, όπως αποκαλύπτουν τα κείμενα του παρόντος τόμου, ήταν στολισμένος και. οπλισμένος με σωρεία αρετών, με έντονη εκκλησιαστική και μοναχική συνείδηση, αγιότητα βίου, διάκριση, ανεξικακία. Συγχρόνως διέθετε άριστη γνώση της Αγίας Γραφής και. της διδασκαλίας της, ευρύτατη θεολογική και θύραθεν γνώση, ενώ επί ρωσικού εδάφους; απέκτησε μεγάλο κύρος και αυθεντία. Όλα αυτά τον όπλισαν με θάρρος και παρρησία και του επέτρεψαν μέσα σε απερίγραπτα δεινές συνθήκες να στιγματίσει τα κακώς κείμενα στην εκκλησιαστική και πολιτική ζωή της Ρωσίας και να εκδιπλώσει το διδακτικό του τάλαντο προς κάθε κατεύθυνση. Το κήρυγμα του έχει ερείσματα τόσα στην Παλαιά όσο και στην Καινή Διαθήκη. Είναι προφητικό και απειλητικό, αλλά συγχρόνως και κήρυγμα αγάπης προς το Θεό και το συνάνθρωπο. Η πιστή τήρηση των εντολών του Θεού προϋποθέτει την άρρηκτη σύζευξη θεωρίας και πράξεως. Αν ζούσε σήμερα ο άγιος Μάξιμος πιστεύω πως δεν θα άλλαζε ούτε την κριτική ούτε ή διδασκαλία του, γιατί τα τότε ολισθήματα της Ρωσικής κοινωνίας έγιναν ολισθήματα ολόκληρης της παγκοσμιοποιημένης ανθρωπότητας.
Ομότιμος καθηγητής της Θεολογικής Σχολής
του Πανεπιστημίου Αθηνώ


Νά ἐμφυσήσεις στήν ψυχή σου τήν θεία ἀγάπη Του Χριστοῦ. Μήν περιμένεις νά πάψουν οἱ δοκιμασίες πού αὐτός (ὁ πονηρός) μηχανεύεται εἰς βάρος σου

Δεν θα ζήσουμε, ψυχή μου, τον χρόνο της παρούσης ζωής μας μέσα στην οκνηρία, την απραγία και την ανοησία, σαν άπειρα νήπια, θεωρώντας ότι είναι αρκετή για την σωτηρία μας η παραμονή μας σε αυτόν τον τόπο, τον απρόσιτο στις γυναίκες και τους κοσμικούς ανθρώπους, γιατί έτσι θα μείνουμε στην πλάνη. Διότι και στα αρχαία χρόνια στους Ισραηλίτες, που με την βοήθεια του Υψίστου και με την καθοδήγηση του Μωυσή έφυγαν από την Αίγυπτο και τον Φαραώ, δεν ήταν αρκετό για την ευσέβεια τους το γεγονός ότι πέρασαν σαράντα χρόνια σε τόπο απρόσιτο, δηλαδή στην έρημο, επειδή ακριβώς δεν διατήρησαν την σοφή πίστη στον Θεό, που τους έσωσε από αναρίθμητες δυσκολίες…
Δεν αρκούν τα άθλια αυτά κουρέλια, ψυχή μου, για να ευχαριστήσουμε τον Κύριο των πάντων. Με ένα από αυτά, την διαμονή στην έρημο, επιτυγχάνεται η απόλυτη σιωπή και με το άλλο η απόλυτη ταπείνωση.Εάν όμως και στο πρώτο και στο δεύτερο κάποιος περιβάλλεται με δόξα και κοσμικές μέριμνες, αυτός δεν διαφέρει σε τίποτε από τον σκύλο που επιστρέφει στα ξεράσματά του, κατά τον λόγο του μεγαλυτέρου των αποστόλων. Αυτά τα μαύρα κουρέλια, ψυχή μου, αποτελούν την εικόνα του θρήνου και της νεκρώσεως, η οποία αφορά εμάς που επιλέξαμε να θεωρούμε τον εαυτό μας πάντοτε νεκρωμένο εκουσίως για την παρούσα ζωή. Η νέκρωση αυτή συνίσταται στο να μισούμε πάντοτε ολόψυχα κάθε σαρκική ηδονή και κάθε επίγεια δόξα και να ζούμε αφιλοκερδώς και όσια, αποκτώντας τα αναγκαία από την δουλειά μας και θεωρώντας την ένδεια ως μεγάλο πλούτο.
Αν όμως και πάλι ανόητα περιβάλλουμε τον εαυτό μας με απληστία, δόξα, οινοποσία, γέλια, με τα οποία συνήθως ενώνεται κάθε άνομη επιθυμία, τότε δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι θα παραδοθούμε στα απόλυτα βάσανα, επειδή ακριβώς ψευδόμαστε εκούσια και συνειδητά, αντίθετα προς τους όρκους που δώσαμε. Τί μπορεί να είναι χειρότερο από αυτό; Καλύτερα, λέγει η σοφία του Θεού, να μην υποσχεθούμε και να εκτελέσουμε, παρά να υποσχεθούμε και να ψευσθούμε. Και ο θείος ψαλμωδός διαλαλεί: «Απολείς πάντας τους λαλούντας το ψεύδος».
Ο Χριστός, ψυχή μου, δεν ευχαριστείται με την αλλαγή του τόπου και της αμφιέσεως, όπως είπαμε προηγουμένως, αλλά με την καθαρότητα της ζωής και την απόκτηση διαφόρων αρετών, που στηρίζονται στην τελεία πίστη. Και, όπως με την βοήθεια της χάριτος του Θεού ξέφυγες από τα δίχτυα της νοερής Αιγύπτου, δηλαδή αυτού του κόσμου, έτσι προσπάθησε με όλη την δύναμή σου, κάτω από την προστασία της πίστης και με τον φόβο του Θεού, να ξεφύγεις από τον διάβολο, που σε κυριεύει και πάντοτε επιτίθεται εναντίον σου με δύναμη και μένος. Και μη σταματάς να τρέχεις για να γλυτώσεις από αυτόν, μέχρις ότου δεις να τον πνίγει η ισχυρή δεξιά του Υψίστου μέσα στην άβυσσο της φωτιάς μαζί με όλα τα άρματα και τους δυνατούς οπλοφόρους του.
Τότε θα δεις τον εαυτό σου να τον σκεπάζει η θεία νεφέλη του Παρακλήτου, ο οποίος δροσίζει την φλόγα που προκαλούν μέσα σου οι ασώματοι εχθροί με τις φλογερές σκέψεις των απαίσιων επιθυμιών. Θα σε οδηγήσει προς την γη της Επαγγελίας όχι το πυρ αλλά η καθαρότητα του ζώντος φωτός. Η γη της Επαγγελίας δεν είναι εκείνη που μοίρασε στους Ισραηλίτες ο Ιησούς του Ναυή, αλλά αυτή που υποσχέθηκε ο πρωτότοκος όλων των ζώντων ο «ωραίος κάλλει παρά τους υιούς των ανθρώπων», ο οποίος γεννήθηκε από την πανάχραντη και Παναγία Παρθένο, ο Χριστός Ιησούς, ο οποίος πρώτος εισήλθε εκεί, αφού νίκησε τον θάνατο.
Να είσαι πάντοτε σε εγρήγορση, ψυχή μου, επειδή ο νοερός Φαραώ που σε κυνηγά δεν παύει να εφευρίσκει κακό εναντίον σου. Μην περιμένεις, αγαπημένη μου ψυχή, να πάψουν οι δοκιμασίες που αυτός μηχανεύεται εις βάρος σου. Επειδή από την φύση του είναι φθονερός και θρασύς, η οργή του δεν υποχωρεί ποτέ, αλλά πάντοτε προσπαθεί να σε ρίξει στο πυρ των βασάνων. Επίσης μην τον εμπιστεύεσαι, όταν υποχωρεί, επειδή τότε ακριβώς προσπαθεί με ξεχωριστή πονηριά να σε αρπάξει. Κατ’ αυτόν τον τρόπο αυτός ο κάκιστος προσπαθεί να σε υποτάξει, οδηγώντας σε μακριά από την συνεχή και σταθερή νήψη σου, για να σε βρει οκνηρή και να σε πετύχει με ένα από τα πολλά ψυχοφθόρα βέλη του, ή με την ολέθρια υπερηφάνεια, να σε βγάλει από τον δρόμο που οδηγεί σε μεγαλύτερες αρετές. Επειδή είναι νους πολύ έμπειρος στην εξεύρεση του κακού, ξέρει τί όφελος έχουμε, όταν είμαστε νηφάλιοι, παρά τις δυστυχίες που μας επιφέρει, αφού είμαστε προστατευμένοι από την Χάρη του Θεού.
Επειδή, όταν είμαστε νηφάλιοι, οι δυστυχίες που μας δίνει μπορούν να γίνουν για εμάς αιτία μεγάλων επαίνων, όπως η πάλη με έναν δυνατό αντίπαλο παρέχει στον έμπειρο παλαιστή την δυνατότητα να λάβει μεγάλους επαίνους. Μπορείς με την βοήθεια του Σωτήρος σου να ξεφύγεις από τα χέρια του ολέθριου Φαραώ και να περάσεις τα βάθη των φλογερών παθών της Ερυθράς Θαλάσσης διά ξηράς και όχι διά θαλάσσης, όπως μυστικώς μας διδάσκει ο θεόπνευστος λόγος. Αν λοιπόν περάσεις μέσα στην πτώχεια και την ένδεια, και μάλιστα με τα πόδια και όχι επάνω στο άλογο, δηλαδή συνειδητοποιώντας πάντοτε στις σκέψεις σου την ταπεινότητα και την μεγάλη αναξιότητά σου, τότε θα εγκατασταθείς στο Σινά, μέσα στην έρημο, δηλαδή θα φθάσεις την ιερά οικία της απάθειας, που ευφραίνει το Άγιο Πνεύμα.
Να προσέχεις, ακόλαστη, να μην πέσεις και εσύ σε κάποιο μανιώδες πάθος, όπως οι αχάριστοι άνθρωποι. Να μην παραδοθείς στην λαιμαργία, την οινοποσία και τους χορούς, για να μην θεωρήσεις την κοιλιά σου σαν το πιο ακριβό και το πιο ιερό πράγμα, και να μην την προσκυνήσεις, όπως προσκύνησαν τον μόσχο, και χάσεις τα μέλλοντα αγαθά, όπως εκείνοι πού έχασαν την γη της επαγγελίας. Έτσι δεν θα παραδοθείς σε ατελείωτα βάσανα, από τα οποία θα υποφέρεις χειρότερα από όλους, που ζούσαν πριν από τον νόμο.
Αν όμως πράγματι αγαπάς τον Χριστό, τον Βασιλέα σου, που υπέμεινε για χάρη σου σταυρικό θάνατο, τότε προσπάθησε με όλη την δύναμή σου να εμφυσήσεις στην ψυχή σου την θεία αγάπη Του.
Αυτό θα το πετύχεις, μόνο αν ελέγξεις αρκετά όλες τις επιθυμίες σου. Και θα τις ελέγξεις, μόνο αν εμφυσήσεις στην καρδιά σου τον φόβο του Θεού. Και αυτόν τον φόβο θα τον αποκτήσεις, αν διώξεις από τον εαυτό σου κάθε αμφιβολία, αλλά και επιθυμία να φαίνεσαι σοφή, και αν ακολουθήσεις ως άκακο παιδί τον Κύριό σου τηρώντας τις εντολές Του.
Όπως η αγάπη είναι η εκτέλεση όλου του νόμου, έτσι και η πίστη είναι το θεμέλιο όλων ανεξαιρέτως των αρετών. Από την πίστη γεννιέται ο φόβος, και από αυτόν η τήρηση των εντολών, διά της οποίας ο νους πληρούται από τον θείο έρωτα. Αφού αξιωθείς αυτά, να σκέπτεσαι ταπεινά θεωρώντας τον εαυτό σου σκόνη, για να απολαμβάνεις πάντοτε τις θειες ευλογίες.
Αγίου Μαξίμου του Γραικού

Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πει ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς» (Άγιος Μάξιμος Γραικός)

Λόγος ΜΔ’: Αναφορά σε όσα θα έπρεπε να πει ο Πέτρος, όταν αρνήθηκε τον Χριστό και «έκλαυσε πικρώς» (Άγιος Μάξιμος Γραικός)


Αλλοίμονό μου, αλλοίμονό μου! Αλλοίμονο, αλλοίμονο! Με ποιους ποταμούς δακρύων θα εξαγνίσω την ατιμία μου εγώ, ο ακόλαστος; Με ποιους βαρείς στεναγμούς θα καθαρίσω την αδικία μου; Αληθώς, αλλοίμονό μου, επειδή αρνήθηκα τρεις φορές τον Χριστό, αλλοίμονό μου! Φοβήθηκα την ασήμαντη δούλη και λησμόνησα όλα τα δώρα, που έλαβα από Αυτόν, ο οποίος είναι ζωή και φως των όλων, ο Δημιουργός μου, ο Ζωοποιός και Κύριος, που ήλθε άνωθεν για να μας σώσει και για χάρη μου παρέδωσε την ζωή Του στον θάνατο. Αλλοίμονό μου! Τι έπαθα και τι αναπάντεχο συνέβη; Πόσο μεγάλη απιστία και αχαριστία έδειξα σε Σένα, Σώτερ, και αποδείχθηκα πολύ χειρότερος από τον προδότη Σου! Αξιώθηκα από Εσένα πολύ μεγαλύτερης τιμής από όλους τους άλλους μαθητές Σου, ώστε μου εμπιστεύτηκες τα ίδια τα κλειδιά της ουράνιας βασιλείας, και αναγνωρίστηκα από Σένα, Σωτήρα μου, αρχηγός και επί κεφαλής τους, και τώρα πώς να κλάψω και τι να πω; Αλλοίμονό μου, του ακόλαστου! Με ποιες δικαιολογίες να ικετεύσω και να λάβω έλεος από τον αυστηρό Κριτή;

Γνωρίζω όμως την μεγάλη γενναιοδωρία Σου, Κύριε, και ότι συγχωρείς αμέσως όλα τα αμαρτήματα σε αυτούς που δείχνουν θερμή μετάνοια. Γνωρίζω ότι ακόμη και την μιασμένη πόρνη και τον άσωτο υιό τους ευεργέτησες γενναιόδωρα· εκείνη, επειδή έβρεξε με τα δάκρυά της τα πάναγνα πόδια Σου και τα σκούπισε με τα μαλλιά της, και αυτόν, επειδή ανέκραξε, «ήμαρτον, ήμαρτον, δεν είμαι άξιος κληθήναι υιός σου». Ξέρω ότι και ο άδικος τελώνης αθωώθηκε αμέσως, όταν φώναξε: «Ο Θεός, ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ». Και εμένα, Κύριε, που φωνάζω σαν αυτόν, ήμαρτον, «ιλάσθητί μοι, τω αμαρτωλώ», Θεέ μου, δέξου και δώσε μου την γενναιοδωρία Σου και συγχώρησε την ασέβεια της καρδιάς μου. Σε παρακαλώ! Σου προσφέρω συντετριμμένος με την προσευχή μου, όχι ροές από νερό, αλλά ποτάμι από δάκρυα και πικρούς στεναγμούς και παρακαλώ. Μην περιφρονήσεις, Κύριε, τον ποταμό των δακρύων μου και τον πικρότατο πόνο της καρδιάς μου, που τρώει μέσα μου σαν πυρ την ψυχή, τα οστά και το μυαλό μου, επειδή για χάρη των αμαρτωλών και των ασεβών κατέβηκες από τον ουρανό και δέχθηκες τον βασανιστικό θάνατο.








(Πηγή: Αγίου Μαξίμου Γραικού «Λόγοι» τ. α’, Ιερά Μονή Βατοπαιδίου)